Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Τρέμισμα

Αγαπήστε το κόκκαλο που εξέχει στο λαιμό της κόρης
και τα μάτια της με το νερό που τρεμίζει
και το βυθισμένο κορμί της
και τον ασάλευτο μέσα στα σπλάχνα της γκρεμό
που σας κοιτά και χάσκει.
Κι αν φεύγουν στη στροφή σας τα μισάνοιχτα θεριά
κι αν σας βυθά και σας στριφώνει τρόμος
ελάτε
αγαθά μου στοιχειά
εσείς που σας τυλίξαν στο βαμβάκι της Βιρτζίνιας
κι ανάπηρους σας βάλανε για ύπνο
ελάτε
κι ας ήταν βάλσαμο τα πιο στυφά σας βέλη
ελάτε να χορέψουμε ξανά
στο λίκνισμα της στάχτης
........
( Δεκέμβρης 2018 )

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Μιλώντας την πέτρα μέσα της

Ποια, άραγε, μυστηριώδης σύνδεση στην υπόσταση των εννοιών ονομάζει φλέβα τον μικρό αιμάτινο αγωγό του αίματος, της ουσίας που τροφοδοτεί το σώμα των ζωντανών όντων αλλά και την ακανόνιστη διείσδυση -τη ροή- ενός πετρώματος σε ένα άλλο; Με τόσο διαφορετικούς μηχανισμούς, αλλά ωστόσο με τα ίδια λόγια ονοματοδοτούνται σχήματα και μορφές τόσο αλλότριες. Σαν οι ορυκτοί σχηματισμοί να έχουν μια κρυφή αιμάτινη κυκλοφορία, σαν να υπάρχει μια λίθινη καρδιά που πάλλεται και ζωοποιεί το ψυχρό και το ακίνητο.
Λεπτή ισορροπία του φαντασιακού των ανθρώπων που δανείζεται από την πέτρα τις μεταφορές της ακινησίας του θανάτου. Ποιος δεν θυμάται το γυάλινο βλέμμα της Μέδουσας, τους μαρμαρωμένους βασιλιάδες, τη Νιόβη και τέκνα της, τη Μαυρομαντηλού, τη λίθινη κόρη του Παπαδιαμάντη, τις πετρωμένες ηρωίδες των παραμυθιών, το τέλος της ζωής σαν μια μνημείωση στο κρύο, στο αιώνιο του πετρώματος, μαγική ανταλλαγή με τις μυστηριώδεις ιδιότητες της ψυχής.
Σκέψεις μετά την ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Ειρήνης Παραδεισανού «Στη φλέβα της πέτρας» (εκδόσεις Βακχικόν). Πρόκειται για την τρίτη ποιητική συλλογή της που ακολουθεί μια ιδιαίτερη ποιητική, με την αγωνιώδη αποδοχή της «αλαλίας», της αμήχανης έλλειψης ευφράδειας, του φράγματος στην επικοινωνία λόγω της «ρητορικής (της) ένδειας» και την καταφυγή στην ετερότητα του ποιητικού της λόγου, στον μαγικό τρόπο «να μιλήσει την πέτρα μέσα της».
Το πλήγμα της αλαλίας, της ψυχικής αποδυνάμωσης μπροστά στον συγκλονισμό της είδησης "δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη"
Δεν έχω πια φωνή να μιλώ. / Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα / Σαλεύει ορθάνοικτο στο μαύρο / και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα. / (...) Ξερό το χώμα που μασώ / κι έγινε πέτρα / βυθισμένη στην άμμο του κρανίου / που κραδαίνει εμπρός μου ο Άμλετ.
Ή αλλού
"Κείτομαι πάνω στους λιωμένους ανθρώπους / καρφωμένος με πασσάλους στη γη τους / και φωνή δεν έχω να μιλήσω / τη γλώσσα μου κλέψαν τα χέρια τους"
Η ποίηση ως ετερότητα, η διαφορετική φωνή που κυριεύει και καθιστά ένθεη έμπνευσης την ποιήτρια - τη λυτρώνει. "Η παρείσακτη" έτσι ονομάζεται το ιστολόγιο της Παραδεισανού, τίτλος που σηματοδοτεί τη διαφορά, το "αταίριαστο" με τον τρόπο του Παπαδιαμάντη. Πώς γίνεται και τα σχήματα που διαθέτουν οι άνθρωποι για να χειριστούν τις δυσκολίες διαπραγμάτευσης με τον ψυχισμό των άλλων έχουν τέτοιες ομοιότητες, τόσο κοινό υπόστρωμα. "Βλέπω πόσο μακριά στέκω από τους άλλους / που ξέρουν να πυκνώνουν το λόγο τους / να γράφουν χαμηλόφωνα (...) Θέλω να ουρλιάξω τότε (...) Γιατί θα το θελα να υπηρετήσω την ποίηση. / Μα / το βρίσκω πιο επείγον / να σπάσω την πέτρα που μου βαραίνει το στήθος. / Δε βρίσκω τρόπο άλλο να πάρω ανάσα".
Υπερρεαλιστικές εικόνες από τον βυθό των ακατάληπτων πραγμάτων, εικόνες βιβλικής συντέλειας - μα πόσο λεπτό το πέπλο που τις χωρίζει από τον έξω κόσμο, τη φρίκη του παρόντος, το δράμα των προσφύγων, τις μικρές προδοσίες της ζωής, το πένθος, τη συντριβή του ανθρώπου από άνθρωπο, εικόνες από τοπία ερήμωσης γεμάτα ορυκτό αλάτι της Νεκρής Θάλασσας, εκεί όπου η προβιά στα χέρια του Ιώβ της Βίβλου γίνεται ορατή από τα ολόφωτα μάτια του τυφλού ραψωδού - φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Αλλά και ποιήματα ποιητικής, αυτοαναφορικά, πνευματικές οφειλές και συνομιλίες με ομοτέχνους, ο Καρυωτάκης, η Σύλβια Πλαθ και φυσικά η Βιρτζίνια Γουλφ.
«Στη φλέβα της πέτρας» συνάντησα σπουδαία ποιητικά κοιτάσματα, υπάρχει μια άλλη αφωνία με την οποία η ποιήτρια αναμετριέται από καιρό μεταμορφωμένη σε Δράκο με φολίδες στο δέρμα.
Γίνεται το έργο να στέκει πιο πάνω από το χέρι του πλάστη; / Γίνεται γράφει στο ποίημα "Γιαννούλης Χαλεπάς" - έναν εσωτερικό διάλογο με τον Εκλεκτό, αυτόν που έδωσε στην πέτρα ζωή.
Έτσι γράφει και πασχίζει και η Ειρήνη Παραδεισανού, στοχεύοντας με τον λόγο «στην αντίπερα όχθη».

Πόλυ Χατζημανωλάκη 
πρώτη δημοσίευση στη στήλη Ημερολόγια αναγνώσεων της εφημερίδας Αυγή


Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2018

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Ποιος το θυμάται εκείνο το καρφί;

Στην Υεμένη πεθαίνουν καθημερινά πάνω από 130 παιδιά από υποσιτισμό.
Πού βρίσκεται η Υεμένη;
Ποιος το θυμάται εκείνο το καρφί;
....
Η θάλασσα της Μεσογείου ένας υγρός τάφος για χιλιάδες πρόσφυγες.
Πού βρίσκεται η θάλασσα της Μεσογείου;
Ποιος το θυμάται εκείνο το καρφί;
...
10000 προσφυγόπουλα αγνοούνται στην Ευρώπη.
Πού βρίσκεται η Ευρώπη;
Ποιος το θυμάται εκείνο το καρφί;
...
Χέρια λιγνά σε δείχνουν μέσα από τρύπιες οθόνες.
Εσένα που τώρα καμώνεσαι τον ξέγνοιαστο
και ράβεις το στόμα.
..
( κι ας μην ξεχνάμε αγαπητοί συνταξιδιώτες
να πατήσουμε το κουμπάκι μας
και να βγάλουμε τον σκασμό )

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2018

Κράχτες

στη Γαλλία οι άνθρωποι φυλακίζουν τις πάπιες σε σιδερένια κλουβιά
κράχτες
να παρασύρουν στο θάνατο τ’ αδέρφια τους
στην Ελλάδα οι άνθρωποι φυλακίζουν τα παιδιά τους σε ηλεκτρικά κλουβιά
κράχτες
να παρασύρουν στη συρμάτινη ζωή τ’ αδέρφια τους
και το σύννεφο με του νερού το ξάφνισμα
κι η ασημένια θάλασσα με του κήτους τον πόνο
και τα πουλιά με τον χωνεμένο ύπνο τους
κι εμείς με τα πλοκάμια της δίψας στο στέρνο
κι οι λέξεις
που γελάνε μαζί μου
δίχως ήχο
κι αυτό το ποίημα
που με χλευάζει
πίσω από την ορθάνοιχτη πόρτα του ονείρου
....
( 4/11/2018 )

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Γκιούλιβερ


Έχω μια τρύπα στη θέση του στόματος.
Μπαινοβγαίνουν μυρμήγκια με κεραίες από σκόνη.
Με κοιτούν με μάτια κόκκινα
μισόκλειστα γερτά στην ειρωνεία.

Εγώ ο Γκιούλιβερ στη χώρα των μικρών τεράτων

καρφωμένος με πασσάλους
στη λάσπη των λιωμένων ανθρώπων
που σάλεψαν κάποτε στη γλώσσα μου
περήφανοι περπάτησαν σε βήματα αητού
χορέψαν τη σιωπή τους στη ριπή του κύματος
ισιώσαν το αλάτι
κι εκεί που ολόρθοι στέκονταν
τους βρήκε η σφαίρα στο μεδούλι των οστών
κι άρχισαν να ζαρώνουν από μέσα
η ψίχα της σάρκας τους έγινε δέρμα
το μαύρο του ματιού τους πήρε να λιώνει
και κύματα τους σκέπασαν.

Κείτομαι πάνω στους λιωμένους ανθρώπους
καρφωμένος με πασσάλους στη γη τους
και φωνή δεν έχω να μιλήσω
τη γλώσσα μου κλέψαν τα χέρια τους
την πήραν μαζί τους στο χώμα
λίπασμα για τα μικρά τέρατα

τα βλέπω
σκαρφαλώνουν πάνω μου με λύσσα
και μου τρυπούν με ιαχές τα μάτια

“ Ξύπνα,
βαρύ θανατικό την πόρτα σου χειμάζει
κι εσύ τη λάσπη προσκυνάς
αερικά της τάζεις.

Ξύπνα,
τα χέρια σου βαριά στενάξαν στους τριγμούς της
μια γη που δεν παντρεύεται
της Άρτας το γιοφύρι
που καρτερά να ' ρθει το φως
να πιει κρασί το αίμα
και να φιλιώσει
τον φονιά με του θανάτου τ' άστρο.”

...

( Στη φλέβα της πέτρας, εκδόσεις Βακχικόν ..το Φθινόπωρο )