Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

Εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
γράφει ο Αντώνης Καρτσάκης
Μέσα σε δύσκολους καιρούς, εξαίσια ποιήματα. Όπως τα γοητευτικά άνθη ή τα χυμώδη φρούτα του Matisse, μέσα στη φρίκη του πολέμου, στα χρόνια του Μπούχενβαλδ και του Άουσβιτς, «λες και το θαύμα της ζωής βρήκε τον τρόπο να συσπειρωθεί μέσα τους για πάντα», όπως παρατηρεί ο Ελύτης.
Τέσσερις οι ποιητικές συλλογές: Με άλλο βλέμμα (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ), Η Σφίγγα έστειλε email (Δημήτρης Περοδασκαλάκης), Στη φλέβα της πέτρας (Ειρήνη Παραδεισανού), Επιτάφιος Ψίθυρος (Γιώργος Πλατανάκης). Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο. Τέσσερα βιβλία ευαισθησίας και ποιητικού στοχασμού, που μας βοηθούν να διαβάσουμε καλύτερα τον κόσμο μας. Τέσσερις ευσύνοπτες συνθέσεις με κέντρο τον άνθρωπο, την ελευθερία, τον έρωτα, τη χαρά, αλλά και τις αντίρροπες δυνάμεις τους, τη φθορά, το κακό, την τυφλότητα, την αγριότητα.
«Των ποιητών λοιπόν το βλέμμα είν’ οξύτερον» και η Ειρήνη Παραδεισανού, με την νέα αυτή συλλογή της (για τις άλλες ευελπιστώ να μιλήσω εν καιρώ), ψηλαφεί με εξαιρετική παρρησία και βαθιά ποιητική νοημοσύνη τις φλέβες των πέτρινων χρόνων μας, καταθέτει χωρίς ονειροπολήσεις και συναισθηματισμούς («Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ», μας είπε ο Ελύτης), καταθέτει λοιπόν τη γνώση που κατακτά στην ποιητική της κατάδυση, συλλέγει «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους».
Στην ευσύνοπτη ποιητική συλλογή της Παραδεισανού, με τον τίτλο Στη φλέβα της πέτρας, διαβάζουμε:
• Την αγωνία της ποιήτριας να παραδώσει το μέταλλο που της δόθηκε, προτού σκουριάσει («Βαστάξτε τα καυτά πετράδια που μου καίνε τη γλώσσα»).
• Την έφεση να μεταδώσει την αλήθεια που της αποκαλύφθηκε («κάποτε θα καταφέρω να μιλήσω / για το κομμάτι σίδερο / πού ’χω καρφωμένο στα σπλάχνα»)
• Τη βαθιά επιθυμία της να μιλήσει («ας μιλήσουμε επιτέλους, όπως νά ’ναι», επέμενε ο Θανάσης Κωσταβάρας σε παρόμοιους δύσκολους καιρούς), «να σπάσει την πέτρα που της βαραίνει το στήθος, για να πάρει ανάσα».
Η ποιήτρια αγωνιά για το μέλλον του ανθρώπου. Βλέπει «βρέφη γερμένα στην πηγή / λίγο πριν πέσουν λίπασμα / στη λάσπη των ανθρώπων» και αποστρέφεται, μέσα στην καταδρομή αυτή του καιρού, τους «αξιότιμους» ποιητές «της ευτυχίας»:
«Κι εσείς εδώ αξιότιμε ποιητά;
Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω»
θα λένε οι κυρίες στα σαλόνια
και θα καγχάζουν την ανημπόρια τους να νιώσουν […].
Άοκνοί μου εσείς
υμνητές της ευτυχίας
εσείς που δεν υποψιάζεστε
το τίμημα
που καλούμαι καθημερινά να πληρώνω
για τις στιγμές αυτές
που σχίζεται το πέπλο μες στα ολόφωτα μάτια μου […].
Η Ειρήνη Παραδεισανού, όπως κάθε πραγματικός ποιητής, συναισθάνεται ως χρέος της να ρίχνει σταγόνες φως μες στο σκοτάδι. Να αποκαλύψει την πραγματική πραγματικότητα, τη δεύτερη ζωή που παίζεται μέσα στην πρώτη, ή αλλιώς να βοηθήσει τους ανθρώπους να δουν καθαρότερα την πραγματικότητα, «να σχίσει το βαμβάκι / που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων». Υλοποιώντας η ποιήτρια το πρόσταγμα του Προυστ («κοίτα, μάθε να βλέπεις»), με πόνο ανείπωτο («Δεν έχω πια φωνή να μιλώ») διαβάζει την εποχή μας:
Δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη […]
(Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κραδαίνει εμπρός μου
ο Άμλετ.)
Η Ειρήνη Παραδεισανού είναι μια εξόριστη του καιρού μας ποιήτρια. Στο απερίστροφο ερώτημα του Ελύτη (Εξόριστη Ποιήτρια, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;) την φαντάζομαι να απαντά:
Βλέπω τον άνθρωπο αδύναμο, «βρέφος πρόωρα βγαλμένο από τη μήτρα», να στέκεται «στο χείλος του πνιγμού», εγκλωβισμένο στο βυθισμένο μες στη σκόνη κλουβί του, μες στη σχισμένη πέτρα. Βλέπω έναν κόσμο να νοσεί. Και να μου μεταδίδει την ανεπώνυμη νόσο του («η αρρώστια μου όνομα δεν έχει / αρνείται την κατάταξη στων γιατρών τη χορεία»).
Βλέπω μια κοινωνία όπου τα δέντρα άκαρπα, «γυμνά από χυμούς / ριζώνουν ισχνά / μες στη φλέβα της πέτρας» κι όπου η βορβορώδης θάλασσα «ντύθηκε τη σκουριά του αίματος».
Βλέπω πλάσματα ανάπηρα που λαχταρούν «να ξαναβρούνε την αφή / ν’ αγγίξουνε το χώμα».
Ένας φεγγίτης γκρίζου πια ο νους μου, μια φυλακή «πλεγμένη στα ορυκτά γρανάζια του γκρεμού» η ζωή μου, ένα καρφί στα μάτια μου, στη γλώσσα μου καυτά πετράδια.
«Γι’ αυτό το ποίημά μου «αρνείται να τελειώσει»…
(Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρhttp://frear.gr/?p=24385)

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Στη φλέβα της ποίησης, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Γλείφει πληγές τούτη η γραφή. Πρώτα δείχνει τα τραύματά της κι ύστερα σκύβει μονάχη της και τα περιθάλπει. Σαν το παρατημένο σκυλί στην άκρη του δρόμου. Γιατί εδώ η ποίηση κατεβαίνει στην άκρη του δρόμου. Σέρνεται τραυματισμένη, φέροντας στις πλάτες της το υποκείμενό της, κουβαλώντας τον κόσμο της. Και αν στις προηγούμενες συλλογές («Ρητορική ένδεια», Βακχικόν, 2013, «Τα Γυάλινα μάτια των ψαριών», Βακχικόν, 2016) τυλιγόταν συχνά με τον επίδεσμο του αρχαίου μύθου, τώρα προτιμά την ευθύβολη αποκάλυψη.
Πιο σίγουρη η Παραδεισανού για τον εαυτό της, πιο έμπειρη στη χρήση των εκφραστικών της μέσων, μπορεί πλέον να μιλάει για το παρόν χωρίς να προσφεύγει στις αλληγορίες του παρελθόντος. Οπότε ο ήδη γνωστός ποιητικός της χώρος, αποκαλύπτεται ακόμη καθαρότερα, κατοικημένος από τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας, την οδύνη, την απόγνωση και το πείσμα. Το ποιητικό υποκείμενο νιώθει να συντρίβεται μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που το κυκλώνει απειλητικά και το υποβάλλει σταθερά στη διαδικασία της αλλοτρίωσης. Οι αισθήσεις υποχωρούν, η εξωτερική εικόνα παραμορφώνεται, τα ανθρώπινα γνωρίσματα αποκτούν τερατώδη όψη, το εγώ κινδυνεύει να γίνει αυτό. Δεν είναι τυχαίο το σταθερά επανερχόμενο θέμα του πνιγμού, ο εφιάλτης του βυθίσματος, η αίσθηση της αιώρησης και το βίωμα της απουσίας.
Ο ποιητικός κόσμος της Παραδεισανού κείται στο μεταίχμιο της διαπάλης του έξω με το μέσα, είναι το στραπατσαρισμένο δέρμα, η άηχη φωνή, τα βγαλμένα μάτια. Η άρθρωσή του, το ξεδίπλωμά του, η εκφορά του είναι η άμυνα του ποιητικού υποκειμένου, η δήλωση της πρόθεσής του να μην εγκαταλείψει τη μάχη. Δια της γραφής γεμίζει την απουσία, μιλάει τη σιωπή, καλύπτει τον μέσα κόσμο και με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως νεύμα αντίστασης, ως πειστήριο ύπαρξης, ως εσώτερη, τελικά, ανάγκη. Αλλά την ίδια στιγμή δεν διστάζει να παραδεχτεί την αδυναμία του και να απεκδυθεί κάθε ελπίδα, επιτελώντας την καρυωτακική λειτουργία της απομάγευσης, δηλαδή της αποποίησης των βολικών ψευδαισθήσεων και της ευγενούς αυτοπαραπλάνησης. Για παράδειγμα, ακόμη και όταν εκφέρεται σε β΄ πρόσωπο νιώθεις ότι ο ακροατής στον οποίο απευθύνεται απουσιάζει από τη θέση του και ότι η καρέκλα του είναι άδεια.
 Θέλω με αυτό να πω ότι η Παραδεισανού δεν χαρίζεται στην ευκολία κάποιων ψηγμάτων αισιοδοξίας, δεν προβαίνει σε εκπτώσεις για να αρέσει, δεν προδίδει τίποτα απ’ όσα κομίζει. Εδώ ακριβώς είναι, νομίζω, η μεγαλύτερη αρετή τούτης της συλλογής: λέω, για το ήθος και την εντιμότητά της από άποψη και θεματική και υφολογική, εν ολίγοις από άποψη αισθητική. 

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης είναι  συγγραφέας

πρώτη δημοσίευση στο fractal http://fractalart.gr/sti-fleva-tis-petras/



Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

χειρόγραφα ορνιθοσκαλίσματα μιας βυθισμένης Κυριακής


Ο Αριστοτέλης μισούσε το άπειρο και αρνούνταν την ύπαρξη του μάταιου.
Ο Πλάτωνας έκαψε τα ποιήματά του και μίσησε τον Όμηρο. Τον έδιωξε από την Πολιτεία του.
Πού να' ξεραν κι οι δυο τους, που πάσχισαν να κατατάξουν κάπου το παράλογο, να ταξινομήσουν το χάος, να δώσουν όνομα στο άμορφο σκοτάδι, πως ο Όμηρος βρήκε ανάπαυση στην επίγνωση του μάταιου.
Ο Όμηρος είδε κατάματα αυτό που οι δυο φιλόσοφοι δε θέλαν να δουν.
Ο ποιητής νικά το φόβο
με το μόνο όπλο που του δόθηκε
την απόλυτη παράδοσή του σ' αυτόν
ρίχνεται ανίσχυρος στα πόδια του φόβου του
γυμνός από κάθε αυταπάτη
ακόμη και την πιο βολική,
ότι μπορεί να υπάρξει άνθρωπος χωρίς αυταπάτες
Αγαπητοί μου συνταξιδευτές στην πλάνη
Δεν υπάρχει ποιητής
που να μη μίσησε
τα φτωχά και πλανημένα
ποιήματά του
....

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

ο ρατσισμός του "αλλά"



Χθες βράδυ, οδηγούσα και νόμιζα πως άκουγα Δεύτερο πρόγραμμα και ακούω έναν τύπο να ξερνάει ρατσισμό και νόμιζα πως άκουγα Δεύτερο και ανεβάζω την ένταση του ήχου γιατί είμαι και λίγο μάλλον πολύ βαρήκοη και ακούω τον τύπο να επαναλαμβάνει " δεν έχω τίποτα με τους ανθρώπους, εγώ ακραίος δεν είμαι αλλά.. " και να ακολουθεί ο οχετός μετά από το αλλά .. και να νομίζω πως ακούω Δεύτερο και μετά να συνειδητοποιώ πως μπλέχτηκαν τα ερτζιανά και ακούω έναν ακροατή που ξερνούσε ρατσιστικά στερεότυπα σε εκπομπή που έδινε το λόγο στους ακροατές και συνειδητοποιώ τότε ότι δεν άκουγα δεύτερο και συντονίζομαι στο Δεύτερο και ακούω την παρήγορη φωνή του Νίκου Αϊβαλή να διαβάζει ποίηση μα και πάλι παρηγοριά δεν μπορούσα να βρω γιατί το ξέρω πια πως το θηρίο ξύπνησε κι εγώ μοιάζω στρουθοκάμηλος που χώνει το κεφάλι στην άμμο και βαυκαλίζεται πως όλα βαίνουν καλώς και αυτοί είναι οι ρατσιστές κι εγώ είμαι η άλλη και αυτοί είναι οι φασίστες εγώ είμαι η άλλη και αυτό μέχρι το τέλος του κόσμου ,του δικού μου κόσμου θα είναι η μόνη μου ασπίδα, ότι εγώ είμαι η άλλη, μα η ασπίδα γίνεται καθρέπτης και το τέρας με λούζει με βρισιές και ιαχές μίσους κι ο καθρέπτης σπάει και ο κόσμος μια άλαλη δίνη ( συγχωρήστε με, μέρες που' ναι )

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

δυσανεξία στις ευχές


Είναι κάποιοι άνθρωποι που στις ευχές στέκουν σιωπηλά αμήχανοι και δεν ξέρουν τι ν' απαντήσουν. Δεν είναι που δεν πιστεύουν στα θαύματα. Είναι που ζουν δυο ζωές. Μία εδώ και την άλλη την αληθινή, μέσα τους. Και δε θέλουν αυτήν την άλλη, την αληθινή, να τη δείξουν. Την είχαν αυτήν την ιδιοτροπία από παιδιά. Είναι αυτά τα παιδιά που τα βλέπεις στις φωτογραφίες να σκυθρωπιάζουν. Ειδικά όταν αυτές είναι τραβηγμένες σε τραπέζι γιορτινό. Μην τους ξεσυνερίζεστε 🙃

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Τρέμισμα

Αγαπήστε το κόκκαλο που εξέχει στο λαιμό της κόρης
και τα μάτια της με το νερό που τρεμίζει
και το βυθισμένο κορμί της
και τον ασάλευτο μέσα στα σπλάχνα της γκρεμό
που σας κοιτά και χάσκει.
Κι αν φεύγουν στη στροφή σας τα μισάνοιχτα θεριά
κι αν σας βυθά και σας στριφώνει τρόμος
ελάτε
αγαθά μου στοιχειά
εσείς που σας τυλίξαν στο βαμβάκι της Βιρτζίνιας
κι ανάπηρους σας βάλανε για ύπνο
ελάτε
κι ας ήταν βάλσαμο τα πιο στυφά σας βέλη
ελάτε να χορέψουμε ξανά
στο λίκνισμα της στάχτης
........
( Δεκέμβρης 2018 )