Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2019

Όσο πιο βρώμικα, τόσο πιο παστρικά .

Ο αξιότιμος υπουργός μεταφορών υπήρξε απόλυτα ειλικρινής. Αυτό είναι ο νεοφιλελευθερισμός, αγαπητά μου παιδιά. Αχ υπουργέ μας, δεν χρειάζεται να ανασκευάζετε τις δηλώσεις σας. Έχομεν πλήρως κατανοήσει τη θέση σας.
Ξεύρετε τι σημαίνει απόβρασμα της κοινωνίας;
Αυτό που η κοινωνία ξερνάει από τους κόλπους της και το αφήνει να ζητιανεύει στα πεζοδρόμια ή να κοιμάται σε χαρτόκουτες μπροστά από τα πολυκαταστήματα της ευμάρειας και τα τυφλά μάτια των περαστικών.
Και ναι.
Στην κοινωνία του νεοφιλελευθερισμού το μήνυμα είναι απολύτως σαφές.
Κουμάντο κάνει το πορτοφόλι.
Το χρήμα.
Πώς αποκτήθηκε αυτό το χρήμα, ουδείς νοιάζεται.
Όσο πιο βρώμικα, τόσο πιο " παστρικά. "

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

cogito ergo sum


Σκέφτομαι πόσο παρεξηγημένη είναι η διάσημη φράση " cogito ergo sum " του Ντεκάρτ. Τι σημαίνει αυτό το " cogito" ;
Στις " σκέψεις " του ο Ντεκάρτ συγκαταριθμούσε και πράγματα όπως ο πόνος και η αίσθηση της ζεστασιάς.
Άρα
ο πόνος είναι σκέψη;
.........
Σκέφτομαι μια απορία του γιου μου, όταν ήταν τριών.
" Πώς πονάς, γιαγιά ;"
είχε ρωτήσει τη γιαγιά του
Κι αργότερα
" Η μελαγχολία είναι σαν ένας πόνος στο μυαλό".
( Ο Πικάσο είχε πει ότι τα παιδιά είναι οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες. Και οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι ίσως.. )

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

Η δική μου έκθεση


«Για να διατηρούν τις βασικές τους αρχές, οι σύγχρονες δημοκρατίες βασίζονται στη δράση των ενεργών πολιτών» είναι το θέμα αφιερώματος στην ηλεκτρονική εφημερίδα του σχολείου σου. Σε ένα άρθρο 500-600 λέξεων να παρουσιάσεις τεκμηριωμένα τις θέσεις σου για το θέμα, εστιάζοντας:

α. στις ενέργειες με τις οποίες ο πολίτης κάνει πράξη τη δημοκρατία στην καθημερινότητά του, και

β. στις δράσεις με τις οποίες το σχολείο μπορεί να συμβάλλει στη διαμόρφωση ενεργών πολιτών με δημοκρατικό ήθος.
Προσοχή: στο άρθρο να μην αναγράψετε το ονοματεπώνυμό σας.

.............

α. Οι ενέργειες με τις οποίες ο πολίτης κάνει πράξη τη δημοκρατία στην καθημερινότητά του είναι :

1. Κλείνει τις οθόνες

2. Κλείνει τα αυτιά του στις διδαχές των ευφυών ηλιθίων

3. Ανοίγει τα μάτια της ψυχής του στη σιωπή των άλλων, στο γερτό τους βάδισμα, στην κυρτωμένη ράχη των ματιών τους, στα χέρια που χαϊδεύουν το κενό

4. Ανοίγει όλους τους πόρους του δέρματός του να αγκαλιάσει τον Λόγο τους , ακόμη κι αν αυτός είναι μικρός και λίγος , ή μάλλον ακριβώς επειδή το νιώθει πως αυτός είναι μικρός και λίγος

5. Μαθαίνει να μη βιάζεται, να ακούει την ανάσα του και μαζί της και την ανάσα των άλλων , αυτό το Μαζί

και
το πιο σημαντικό

7. Κάθε φορά που του έρχεται να ουρλιάξει από θυμό και απόγνωση για όσα βλέπει γύρω του
να στριμώχνονται δίχως τάξη ,χωρίς ειρμό, για την απάθεια που διαβάζει στα νεκρά βλέμματα ,
για την ηχηρή απουσία των πραγμάτων , κάθε φορά που το βλέμμα του πέφτει στις αλυσίδες ,
κάθε φορά που τον κλείνουν οι τοίχοι , κάθε φορά που τον ζαλίζει το βουητό αυτής της δίχως νόημα ζάλης που βαφτίσανε ζωή

αυτός

κάνει

μια

παύση

και

βυθίζει

το κορμί του

στη

θάλασσα


β. Η δράση με την οποία το σχολείο μπορεί να βοηθήσει είναι ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ.

Σας παρακαλώ όμως, καλοί μου βαθμολογητές, μην παρεξηγήσετε την πρότασή μου. Δεχτείτε την ειλικρίνεια των προθέσεών μου .

Η πρότασή μου ,λοιπόν, είναι η ακόλουθη .

Όλοι ανεξαιρέτως όσοι εμπλέκονται στη μαθησιακή διαδικασία ( δάσκαλοι, μαθητές, γονείς ), αλλά και όλοι όσοι σχεδιάζουν στα γραφεία την εκπαιδευτική διαδικασία ( αυτοί νομίζω το χρειάζονται επειγόντως ) οφείλουν για μία ολόκληρη εβδομάδα να μαθητεύσουν κοντά σε έναν σαλό.

Όσοι δε γνωρίζουν τι εστί σαλός , ας ανοίξουν και ένα λεξικό.

Δε βλάπτει λίγη έρευνα πού και πού.

.............



Παρασκευή, 24 Μαΐου 2019

Η αστυνομία της σκέψης

Μια φράση επανέρχεται εμμονικά στον τρύπιο νου μου αυτές τις μέρες. Η αστυνομία της σκέψης. Με τις ενοχές το καμτσίκι της.
Ευτυχώς, μέσα στο κεφάλι μας κανείς δεν κάνει κουμάντο. Ούτε καν εμείς οι ίδιοι.
Να ο πιο ελεύθερος χώρος του ανθρώπου.
Το περίκλειστον κρανίον του.
Οι κρόταφοι με το υπόγειο βουητό του αίματος .
Εκεί μέσα χορεύουν όλα αγκαλιασμένα.
Ευτυχώς 🙃

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

το ποίημα και το όνειρο


Δεν είχα ακόμη ξυπνήσει, όταν με βρήκε ο πρώτος στίχος. Μα δε σηκώθηκα να τον γράψω. Προτίμησα το χουζούρι. Με βρήκε και δεύτερος και τρίτος. Ήρθε ολόκληρο ποίημα και κόχλαζε στη γλώσσα μου κι εγώ τεμπέλα εκ γενετής .Το σώμα δοσμένο στην ακινησία του πόνου .Ή μήπως στον πόνο της ακινησίας;


Στη θέση του ξύπνιου
μέρες μετά
θα θυμηθώ την αίσθηση του χορού που σάλευε στη γλώσσα μου
υπό την ηδονή της νάρκης
τις λέξεις που αέρινες φτύναν το καθηλωμένο κορμί
το πύρινο μάτι της φλόγας .

Ίσως δεν άξιζε να γραφτεί.
Θα παρηγορήσω την τύφλα μου.

Αδέσποτο
το άγραφο ποίημα
ίσως να έχει μια ελπίδα να υπάρξει.

( Θυμάμαι και τον Σωκράτη που μισούσε τη γραφή και αναθαρρεύω )

....

16/5/2019

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019

Είμαστε αλλού..φευγάτοι..

" Κυρία , έχετε μεθύσει ποτέ;"
" Δεν χρειάζεται η κυρία να μεθύσει. Είναι χάι έτσι κι αλλιώς."
...
Συζήτηση επιπέδου από μαθητές της Α' Λυκείου 🙃🙃
Δεν έχασα την ευκαιρία βέβαια να σταματήσω το μάθημα και να τους μιλήσω για το ποίημα του Μπωντλέρ " Μεθύστε ! "
Σκέφτομαι σήμερα που κάθομαι έτσι άπραγη από το πρωί και κοιτώ το ταβάνι, ενώ οι δουλειές του σπιτιού περιμένουν, πως ο μόνος τρόπος να ζεις τη ζωή σου είναι το μεθύσι. Όχι όμως από κρασί, αλλά από το μέσα σου βουητό , αυτό που άλλοτε σε ρίχνει στα σκοτάδια κι άλλοτε σε σηκώνει στα κύματα.
Μια χαρά τα έλεγε ο Μπωντλέρ 🙂
Ας μεθύσουμε, λοιπόν.
Ας αφουγκραστούμε το αίμα που ρέει στις φλέβες μας, το υπόγειο ποτάμι που σφυροκοπά στους κροτάφους κι ας σφυρίξουμε αδιάφορα τον μόνο σκοπό που μας πρέπει.
Είμαστε αλλού, φευγάτοι..
.. κι αν είναι αυτή η μόνη μας αληθινή εξέγερση, ας είναι..

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

«Όλοι εσείς που φλυαρείτε ασύδοτα στα κουρασμένα αφτιά μου»

γράφει ο Κωνσταντίνος Κωστέας 

Δικαιολογώντας τον τίτλο Ρητορική ένδεια (εκδ. Βακχικόν) της πρώτης ποιητικής της συλλογής, η Ειρήνη Παραδεισανού εκμυστηρεύεται: «Με δυσκόλευε η τέχνη της επικοινωνίας. Ίσως γι’ αυτό στράφηκα στην ποίηση. Για να βρω λόγια να μιλήσω την πέτρα που είχα μέσα μου». Ταμένη στα κελεύσματα του Camus και του Orwell, πασχίζει να φέρει στο φως της δική της καλά κρυμμένη αλήθεια. Ξεφλουδίζοντας τις άπειρες στρώσεις από το βαθιά ριζωμένο κρεμμύδι, πορεύεται στη δίνη των κυμάτων ατενίζοντας την καταχνιά με τη συλλογή Τα γυάλινα μάτια των ψαριών (εκδ. Βακχικόν).
Δίνοντας φωνή στις υπαρξιακές, μεταφυσικές και κοινωνικές της ανησυχίες, δεν διστάζει να καταγγείλει. Έπεα πτερόεντα την κατακλύζουν μα δεν την συγκινούν: 
Όλοι εσείς που φλυαρείτε ασύδοτα στα κουρασμένα αφτιά μου
Σκεφτήκατε έστω για μια στιγμή
το μάταιο του πράγματος;
Έχοντας δοκιμαστεί στον ποιητικό λόγο, η Παραδεισανού επιστρέφει για να απευθυνθεί με 24 ποιήματα Στη φλέβα της πέτρας, τη σώψυχη, ανεξερεύνητη ρίζα, που δίνει ζωή «σε ισχνά, γυμνά από χυμούς δέντρα».
Η πρωτόλεια πέτρα, μετασχηματισμένη από τις μυθολογικές και θεολογικές της αναγωγές, της βαραίνει το στήθος. Δεδομένου ότι ασθμαίνει δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, πρέπει να βρει τη δύναμη για να τη σπάσει, καθώς ο χρόνος, ως κακότεχνος τεχνίτης, τη μεταπλάθει σε μάρμαρο. Έχοντας δοκιμαστεί στον ποιητικό λόγο, η Παραδεισανού επιστρέφει για να απευθυνθεί με 24 ποιήματα Στη φλέβα της πέτρας, τη σώψυχη, ανεξερεύνητη ρίζα, που δίνει ζωή «σε ισχνά, γυμνά από χυμούς δέντρα». Το ανεξιχνίαστο χρόνιο άχθος, που κατατρύχει την Παραδεισανού, παρομοιάζεται με μια αλλόκοτη και άγνωστη στους γιατρούς αρρώστια. Επαναλαμβάνοντας τη φράση: «η αρρώστιά μου όνομα δεν έχει» δίνει στο ομώνυμο ποίημα εξομολογητικό τόνο και εντείνει την αγωνία του αναγνώστη για το υπαρξιακό της τέλμα. Στο υπόστρωμα αυτών των στίχων μπορούμε να ανακαλύψουμε την κατάληξη του ελεγείου [Τί νέοι που φτάσαμεν εδώ…] του Κώστα Καρυωτάκη:
Κι είμαστε νέοι, πολύ
νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τί να ’χουμε, τί να ’χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά! 
Η αναφορά σε μια απροσδιόριστη πάθηση και από τους δύο ποιητές μάς πείθει να θίξουμε την ευρεία διακειμενικότητα της συλλογής. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο «Γράμμα στον Κώστα Καρυωτάκη». Εκεί, η Παραδεισανού παραδέχεται τις οφειλές της στον «ιδανικό αυτόχειρα», ζητεί συγγνώμη για τις «φιλολογικές θεωρίες που βαριεστημένοι φοιτητές σε αίθουσες πνιγμού αναμασούν» και απολογείται για την καπηλεία του αίματος του ποιητή από προσηλωμένους στο καθήκον φιλολόγους, οι οποίοι δεν θα πέθαιναν ποτέ από αηδία.
Στο ποιητικό της σύμπαν είναι παρούσες δύο σημαίνουσες εκπρόσωποι της διεθνούς λογοτεχνικής σκηνής (Βιρτζίνια Γουλφ, Σύλβια Πλαθ) αλλά και ο Τηνιακός Γιαννούλης Χαλεπάς, ο γλύπτης των έργων Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτακαι Η Κοιμωμένη, που ταλαιπωρήθηκε από μακροχρόνια ψυχική αστάθεια εξαιτίας της προσήλωσής του στη σμίλη. Αφορμώμενη από την προσήλωση της Γουλφ στις λέξεις αλλά και την αποστροφή της τελευταίας σε βραβεία και επαίνους, η Παραδεισανού τής αφιερώνει το ποίημα «Το βαμβάκι». Σ’ αυτό αντανακλάται η εγρήγορση που πρέπει να επιδεικνύει ο ποιητής απέναντι στη νωθρότητα του πλήθους:
Ο ποιητής απλώνει το χέρι
να σκίσει το βαμβάκι
που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων
καθώς υπνοβατούν μπρος στα μάτια μου
Όπως η Πλαθ ξεδίπλωσε τα πέπλα που την τύλιγαν κρύβοντάς της το φως, ευελπιστεί πως και η ίδια κάποτε θα μιλήσει για το σίδερο που έχει καρφωμένο μέσα της και το μέταλλο που της κρύβει την όραση.
Αξιοποιώντας δημιουργικά το Δώρο Γενεθλίων της Πλαθ, η Παραδεισανού γράφει το ποίημα «Τα πέπλα της Σύλβιας», όπου αναφέρεται στην αχειροποίητη ικανότητα των ποιητών να βλέπουν την αντίπερα όχθη. Όπως η Πλαθ ξεδίπλωσε τα πέπλα που την τύλιγαν κρύβοντάς της το φως, ευελπιστεί πως και η ίδια κάποτε θα μιλήσει για το σίδερο που έχει καρφωμένο μέσα της και το μέταλλο που της κρύβει την όραση. Μέσω αυτής της τραχιάς εικονοποιίας αισθητοποιούνται στον αναγνώστη οι δυσκολίες της ποιητικής. Κατά την ίδια, το να είσαι ποιήτρια «Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή. / Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο».
Μέχρι τότε
ας αρκούμαι σε ασκήσεις ύφους
που μύωπες οι ειδήμονες
θα βαφτίζουν ποιήματα.
Στην ποίησή της ανιχνεύονται ξανά και οι αιχμές προς την κοινωνία. Ταράζοντας τους όποιους εφησυχασμούς μας, προσπαθεί πεντάκις να μας υπενθυμίσει ότι «δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη», ύστερα σιωπά. Η ματαιότητα και η απελπισία δεν χρειάζονται περίτεχνα φτιασίδια για να αποτυπωθούν στο χαρτί. Αρκεί το κρανίο που κραδαίνει ο Άμλετ, ο αναποφάσιστος πρίγκιπας της Δανιμαρκίας, που η τέχνη του Σαίξπηρ και του Μπωντλαίρ ανήγαγε σε αρχετυπικό σύμβολο της ανίας. H ποιήτρια απογοητευμένη από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, δεν έχει εγκαρτέρηση καμιά. Η κατάσταση της αισθητοποιείται μ’ ένα αξιοπρόσεκτο τρίστιχο:
Λες και τα χέρια βουτήξαν στο κρανίο του ποιητή
τη βοερή αχλύ τους
και μάργωσαν το νου του.
Μάχιμη εκπαιδευτικός η Ειρήνη Παραδεισανού στο ποίημα «Τρύπια μάτια» στρέφει το βλέμμα της στους μαθητές που φωνασκούν πασχίζοντας να γεμίσουν το σχολικό κενό, σημειώνοντας πως η λέξη κενό είναι παράταιρη για την ήβη αλλά ταιριάζει αριστοτεχνικά στο δικό της αιώρημα. 
Η διάχυτη αυτή αίσθηση κενότητας αντανακλάται στο γεγονός ότι το ποίημα με το οποίο καταγίνεται, αρνείται να τελειώσει. Έτσι κλείνει τα μάτια, τις «Διάφανες αυλαίες», σύμφωνα με τη συνεκφορά που δανείζεται από τον Ανδρέα Εμπειρικό, για να ατενίσει πρόσωπα που έχουν χαθεί. Μονάχη σωσίβια λέμβος γι’ αυτήν στον κόσμο της πεζότητας είναι τα παιδιά. Έτσι περιφέρεται ανάμεσά τους δανειζόμενη το προσωπείο του πολυταξιδεμένου Γκιούλιβερ από το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα φαντασίας του Τζόναθαν Σουίφτ και απευθύνεται στα παιδικά της παιχνίδια. Μάχιμη εκπαιδευτικός η Ειρήνη Παραδεισανού στο ποίημα «Τρύπια μάτια» στρέφει το βλέμμα της στους μαθητές που φωνασκούν πασχίζοντας να γεμίσουν το σχολικό κενό, σημειώνοντας πως η λέξη κενό είναι παράταιρη για την ήβη αλλά ταιριάζει αριστοτεχνικά στο δικό της αιώρημα. Κλείνοντας, αξίζει να επισημάνουμε ότι το τραχύ ανάγλυφο των ιζημάτων, η παρουσία των νεκρών στις λακκούβες των δρόμων που μοιάζουν με κρατήρες ηφαιστείων, το πελιδνό βουητό της μέραςτο χείλος του πνιγμού, πλάθουν ένα σκοτεινό, μάλλον εφιαλτικό σκηνικό, βγαλμένο από τις τρομακτικές ιστορίες του Πόε, ή του Λάβκραφτ. Ο ερμητικός, δυστοπικός και αποτρόπαιος χρωματισμός των ποιημάτων της Παραδεισανού όμως εύκολα αίρεται. Η ποιήτρια ξεμακραίνοντας από τον φόβο και τη χρεία οξυγόνου –υποστασιοποίηση των ανθρώπινων συμβάσεων–, επιλέγει την καταβύθιση, αποβλέποντας στην κάθαρση. Για να ξορκίσει τις απαισιόδοξες σκέψεις του αναγνώστη της, συνοψίζει τη φιλοσοφία της σ’ ένα δίστιχο.
Εμένα με γέννησε η ακάμπτη στροφή
που σκάπτει λαγούμια φως μες στο μαύρο.
* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΩΣΤΕΑΣ είναι φιλόλογος.
 Στην κεντρική εικόνα σχέδιο του © Giuseppe Alletto.