Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008

άστοχα

Δεν έχουν άλλη γητειά οι λέξεις μου

Εξαερώθηκαν εν μία νυκτί


Tις κράταγα ώρα πολλή


Κροτάλισμα φιδιού

Απόπειρα το δέρμα του ν’ απεκδυθεί

Μέσα στα τρύπια μου δάχτυλα


Τις άκουγα

Να κροταλίζουν απόηχους μιας γλώσσας

Τυλιγμένης σε κελύφη σκληρά

Απολιθώματα μιας μελωδίας

Που κάποτε μ’ είχε κρατήσει αιχμάλωτη

Μα τώρα μ’ άφησε

Μονάχα την ανάμνησή της

Πασχίζω να κρατήσω

Μέσ’ στα ταλαίπωρα χέρια μου

Μονάχα την αύρα της

Πως δήθεν πέρασε

Κι ας αμφιβάλλω ώρες ώρες και γι’ αυτό

Κι ας καμώνομαι την αφελή και την ανάλαφρα σκεπτόμενη


-πόσο γελιέμαι-


Χαρακωμένη πάντα θα στέκω

Γελοία παρανόματα θα βρίσκω

Να καλύψω αυτά τα χνάρια του φιδιού

Και θα τρυπώ τα μάτια μου

Να νιώσω πως υπάρχουν

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2008

ποιητής

Σκυφτή χρωμάτιζε τις μνήμες της με χρώμα απ’ τη γη.


Tο’ σκαβε με τα οστεώδη δάχτυλά της

κι οι χαρακιές που αφήναν πίσω τους

μοιάζαν βαθιά ορύγματα εφιάλτη ξεχασμένου

που κυκλικά

χάραζε γύρω της τείχη γυάλινα`


Όταν τα μάτια στύλωνε στο φως

κατάλευκες δεσμίδες στο κενό εξακοντίζονταν

οι ελπίδες της

λιώναν ακρωτηριασμένες

σ’ έναν ουρανό ανεξιχνίαστο

με χρώματα φτιαχτά από κραυγές και συνοχή καμία

ψιχάλες κίτρινες κηλίδωναν την όψη της

απλώνονταν σε ουρανού σιωπές

σπάγαν τεράστιες φτερούγες

μες στη δίνη της

κανείς δεν τόλμαγε μέσα της να κοιτάξει.


Αντίκρυ της στεκόταν αυτός

που όλο μιλούσε για ουρανό`

τα λόγια του μαστίχα μύριζαν κι αέρα γιασεμιού.


Τον αποπαίρναν και τον έβριζαν

του’ δειχναν τις πληγές

τα τείχη τα γυάλινα

τις ανάσες που ξοδευτήκαν έτσι ανώφελα

του δείχναν τη βροχή που πέτρωσε σε μια

του μηδενός κρυμμένη κόχη

κι έγινε ο κόσμος όλος

μια έρημος στεγνή

με χώμα χέρσο τόσο που πηγή καμιά

δε δύναται να υγράνει πια.


Του λέγαν

« ξύπνα` κοίτα την κόρη πως απόκαμε

κοίτα

γυάλινα τείχη γύρω της την κλείσαν

κοίτα

τις στάχτες που τα μάτια της κλειδώνουν»


Μ’ αυτός κάθε που έστρεφε το βλέμμα στο κορίτσι

έβλεπε πάλι γιασεμιά τριγύρω στη ματιά της

και ουρανούς που στεφανώναν τις πληγές της

και τότε γέλαγε

με γέλιο ουρανού

απίθωνε το βλέμμα του παιγνιδισμούς γεμάτο

στη σιωπή της

κι αγκιστρωνόταν πάνω της

πασχίζοντας τα γυάλινα τα τείχη να γκρεμίσει.


Τον είπαν αφελή κι ανόητα σκεφτόμενο

άλλοι αλλάξαν βιαστικά ματιές από οίκτο.


Ήταν και κάποιοι που τον είπαν ποιητή.

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2008

σκόρπιες σταγόνες ουρανού

Να τολμούσες να μιλήσεις την ανάγκη σου
με γλώσσα αρχέγονη
όσο η κραυγή της αγωνίας
τη στιγμή της ένωσης
δίχως στολίδια
δίχως μάταιους ελιγμούς
να στείλεις μαχαίρια από φως
να σφάξουν τη μοίρα σου
τη μοίρα του ανθρώπου
που νιώθει τη γύμνια του
την ακριβή του ορφάνια .

«Πάει καιρός που υπήρχα μέσα μου ολάνθιστη
Σώριαζα βότσαλα στιλπνά καθάριες μέρες
στρογγυλεμένες από ήλιο αρραγή
μιαν αθωότητα ανέγγιχτη ακόμη απ’ τον καιρό.»

Κι ύστερα ήρθε το καμίνι
αχόρταγο έχασκε από κάτω
το είπαν χρόνο
τους πίστεψες όταν σου λέγαν πως
ο χρόνος δε σμιλεύεται από μέσα
μάρμαρο που φλέγεται
μόνο για τους μυημένους
σμιλεύεται απ’ έξω μοναχά.
Μα συ είσαι μέσα του
παλεύεις να αναδυθείς μέσα από
στρόβιλους σιωπηλούς
μέσα από αχρείαστα σωσίβια
και μια καρίνα τρύπια από παντού

καμίνι που φλεγόμενο
κυοφορεί στιγμές μονάχες
βγαίνουν σαν μπάλες απαστράπτουσες
σ’ έναν ανέφελο ουρανό
μα συ είσαι έγκλειστος
χαλκεύεις τις στιγμές σου
σμιλεύεις την εφήμερή σου ζήση
σ’ ένα καμίνι πετρωμένο
σε μια κόχη τ’ ουρανού

κι ο ουρανός κρυμμένος από σένα
ίσως κάποιες σταγόνες του
σ’ αγγίζουν
σαν ερωτεύεσαι
ή σαν κοιτάς τα μάτια του παιδιού σου
κείνες τις σκόρπιες ώρες
που σου’ ταξαν
αθανασία να μυρίζεις έστω λίγο
κείνες τις σκόρπιες ώρες
που αγνάντεψες –έστω κρυφά-
λιγάκι απ’ τον έξω ουρανό.

γενναίον ψεύδος

Εικόνα φλεγόμενη πάλλεται αντίκρυ σου
καμωμένη από χρώματα μύρια
σε μιαν εναλλαγή ατελεύτητη.
Το βλέμμα σου τρελό
χοροπηδά μανιασμένα
στων χρωμάτων την αέναη δίνη
και ανέμου σκοινιά
σου στεριώνουν μπροστά το κεφάλι
σφηνωμένο σε ώμους νωθρούς
καρφωμένο σε πλάτες βουβές
σ' ένα σώμα νικημένο εξαρχής.

Tο γενναίο ψεύδος
η μόνη σου ελπίδα
να ποτίσει με πνεύμα τις χωμάτινες ρίζες σου
καρφωμένο να γείρει το βλέμμα
σε μια μόνη κουκκίδα από χρώμα
και να πάρει ευθύς η ψυχή σου φωτιά
ν' ανατείλει η εικόνα καθάρια
αστραφτερή σα μάρμαρο
στην πρώτη του ήλιου αχτίδα.


Πόσο πιο εύκολο θα ήταν ν’ αφεθείς..


Κι όμως
αυτό το κεφάλι δε δέχεται εύκολα σκοινιά
κι είν’ απ’ τη φύση του τρελό το βλέμμα
εχθρικό προς οποιαδήποτε προσήλωση.

Πόσο πιο εύκολο θα ήταν
να πιστέψεις
πως άλλη αλήθεια δεν υπάρχει πιο καθάρια
πέρα απ’ την ομορφιά της ουτοπίας
έτσι ως ανάτειλε
στα χείλη ενός ακόμη
κραταιού μαντατοφόρου
που φέρει εντός του
αναλλοίωτο
του ψεύδους το χυμό
τα παγωμένα μάτια σου να χρίσει
να αφεθούν
-για μια μονάχα τόση δα στιγμή-
να γαληνέψουν.

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

παρείσακτη

Κάθε που γέρνω μέσα μου

νιώθω χελώνα γέρικη

που απόμεινε χωρίς καβούκι

στη μέση δρόμου πολυσύχναστου.


Διαβάτες ριγμένοι στον τρόμο

με καρφώνουν με λέξεις – τρόπαια

μιας νίκης εύθραυστης κι αμφίσημης.

Σαν τέχνασμα σιβυλλικό μοιάζει η σιωπή μου

και το σκιαγμένο βλέμμα τους

σαν προσπερνούν την άθλια όψη μου

καρφώνεται στη γύμνια μου επιτακτικά


«Δεν είσαι εδώ.»

μοιάζει να λέει

« Ποτέ δεν ήσουν.

Πάντα παρείσακτη θα στέκεις»


Κι εγώ μια χαραμάδα ψάχνω

από φως

για να στριμώξω την παράξενή μου όψη

και μια ρωγμή σε σύννεφο θαμπό

την εμμονή μου να φυλάξω.


Δημοσιεύτηκε στο ποιείν