Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

ακτή

Αυτή η ακτή στέκει αντίκρυ πεισμωμένη
σιωπηλή από φόβο κι έρωτα.
Κοιτά τη θάλασσα να πάλλεται στης μοναξιάς της το χορό.
Κροντήρια ξέχειλα χυμούς ατίθασους
σε μέθεξη διονυσιακή την προκαλούν
Ήχοι παράταιροι
σε τραγούδι του ανέμου
ήχοι απροστάτευτοι
μοναχοί στη χροιά τους.

Μ’ αυτή δεν είναι άλλο
παρά μι’ ασάλευτη ακτή
ζεμένη στης υπομονής το άρμα
αιώνες τώρα
ακίνητη προσμένει
την αρμύρα των κυμάτων
μι’ ανασαιμιά να της χαρίσει

και μοιάζει να’ ναι
αυτή η θάλασσα
η μακρινή
που όλο αλαργεύει
ένα ταξίδι μυστικό δίχως πυξίδα
με προσμονή
να χρίζει
τις ασάλευτες στιγμές
που’ ναι να’ ρθούν
να μη φαντάζουν τόσο έρημες
τόσο μονάχες
τόσο γεμάτες με θυμό
που αργόσυρτα κεντά
έναν καμβά κενού
σ’ έρημη χώρα.

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

νεκρές χελώνες

Ήταν χειμώνας ξέσκεπος
δίχως ρυτίδες μεταμέλειας για το φθινόπωρο
που απόμεινε γράμμα κενό.
Κι ένα χαμίνι πεταμένο σε μιαν άκρη του μυαλού σου
σ’ έφτυνε με περίσσεια σιχασιά
κι απίθωνες με βία τις παλάμες μπρος στα μάτια σου
να μη σε βρουν κατάματα οι ριπές του.
Ύστερα είπες πως κρύωνες πολύ.

Οι άνθρωποι- έλεγες- μοιάζαν χελώνες χαζές
που κείτονταν στη μέση του δρόμου
μ’ ανεστραμμένο το καβούκι.
Χελώνες που νιώθαν το καβούκι τους σκληρό
σα φυλακή
και κοίταζαν με μάτια πανικού ολόγυρα,
προσμέναν τους διαβάτες να τις σώσουν
μακάριες στην παχυλή τους άγνοια.

Κι ύστερα άξαφνα σταμάτησες
και κοίταξες με τρόμο τα χέρια σου.
Μοιάζαν ερπετά σερνάμενα στην έρημο.
Η φωνή σου τότε σου φάνηκε αλλότρια
μύριζε στόμφο και φλυαρία αφόρητη.
Κλείδωσες τη ματιά σου σε μια τόση δα κουκκίδα στον ορίζοντα
κλείδωσες μέσα σου τα λόγια που σε πνίγαν.

Ποιο πέταγμα τώρα πια να σε σώσει
απ’ την επίγνωση του μάταιου
έρημος μέσα σου
έρημος γύρω σου
καμένα λόγια .

Μονάχα ο άνεμος μοιάζει μετέωρος
κείνες τις ώρες που ανταμώνεις τη ματιά σου
σε τρύπια οράματα
σου τριβελίζει το μυαλό

όχι δεν πέθανες
όσο αντικρίζεις το χαμίνι στον καθρέπτη
υπάρχει ελπίδα
κι ας σε φτύνει.
Λίπασμα το σάλιο του
να φυτρώσουν οι μέρες που θα’ ρθουν.

το χειροκρότημά του να φοβάσαι..

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

άτιτλο

Ήταν μακριά κείνα τα κύματα.
Μαγνήτες σέρναν τη φωνή σου
τη διπλώναν μυστικά
μέσα σε μεταξιού υφή
κι έλιωνε γλυκά μέσα σου ο πόνος
κι έλεγες :

«Δεν είναι άλλη η εποχή μας
δεν ήταν άλλοι οι καιροί `
εμείς πλατύναμε πολύ
και πώς να χωρέσουμε στην τόση απλωσιά τους`
μικρός ο άνθρωπος
πώς να βαστάξει τόσο πόνο`
μικρός κι ο λόγος του
πώς το γιατί να το χωρέσει»

Πέτρινες μνήμες σ’ αγκυλώνουν
πέτρινα λόγια σε κυκλώσαν αθόρυβα πολύ
πώς να βαστάξεις;

Κάποτε σ’ άρεσε κείνη η κόρη του βυθού
που σου μιλούσε με όνειρα γιομάτα αρμύρα.
Σ’ έσερνε πίσω της κι ας ζαλιζόσουν.
Ήταν γλυκιά η ανάσα της.
Κάποτε.

Τώρα απόμεινες να σέρνεσαι πίσω από κραυγές
ήχους παράταιρους.

Τη θαλασσοκόρη – σου είπαν- την πνίξαν τα κύματα.
Κι εσύ ούρλιαζες.
Δεν ήθελες να το πιστέψεις
« Τα κύματα ήταν μέσα της» φώναζες
« Αυτά της δίναν τα μάτια από όνειρο.
Δεν ήταν αυτά που την πνίξαν.
Μονάχα η στεριά την απειλούσε.»

Σε κοιτούσαν με συμπόνια οι άνθρωποι ένα γύρω
Όλοι λογικοί
Όλοι με τάξη μέσα στο νου τους
Σε κοιτούσαν ίσια ολόισια στα μάτια και σε δείχναν.

Λες και μπορούσανε να νιώσουν την αρμύρα.
Λες και αντέχανε να νιώσουν στο πετσί τους
το βουητό της θάλασσας`

και σου το κρύβανε φτωχέ
πως ούτε ένας τους την κόρη αυτή δεν είχε αντικρίσει
τα μάτια τους τυφλά
κι ας καμωνόντουσαν τους σοφούς

όλοι γραμματισμένοι στη εντέλεια
όλοι αυτάρεσκα κλειδωμένοι στα κουτιά της γνώσης τους.

Μα αυτοί δε φταίνε

Μονάχα εσύ φταις
που τους πίστεψες..

κοχύλι αρμύρα

- Καρφωμένα στο κύμα
σφυριά αιωρούμενα σ’ άλλης αυγής το βυθό
κι ένα κοχύλι αρμύρα να γελά
εωθινή υπόσχεση μιας άλλης νιότης.
Άνοιξε τα μάτια στην αλήθεια τους.

- Μια μικρή φωτιά είν’ ό,τι αγάπησα
Μια μικρή φωτιά νοτισμένη από βρώμικα χνώτα
Θαλπωρή σε δυο χέρια από πάγο.

- Ίσως οι μέρες που σ’ οργώσανε να’ ταν δοσμένες εξαρχής
σε μι’ άλλη ακτή
αγκυροβόλι νοίκιασαν αλλότριο
και κραυγάζαν

« Πού είν’ η νιότη που μας τάξανε;
Τα σφυριά μας σμιλεύουν απ’ έξω.
Πού είν’ η θάλασσα;
Και το κοχύλι του γιαλού;»

Ίσως οι νύχτες που σαρώσανε την όψη σου
ήρθαν απρόσκλητες από μια γη αλλοτινή
κι όσο τις διώχνεις αυτές έρχονται
κι όσο τρομάζεις
βγάζουνε ρίζες πιο βαθιές
σε σκάφτουν πιο ανελέητα
οίκτο δεν έχουν.

- Μα η φωτιά, αυτή που αγάπησα
ακόμη με ζεσταίνει κάποιες στιγμές`
είναι φορές που ελπίζω πως ο πάγος θα λιώσει.
Μη μου ζητάς να την αφήσω.
Η φωτιά είναι το μόνο που μου απόμεινε
κι η θαλπωρή της η μόνη μου αλήθεια.
Όταν τη νιώθω να σαλεύει μες στα παγωμένα χέρια μου
ξεχνώ για λίγο – το πιστεύεις;-
ακόμη και τον ήχο των σφυριών
που ανήλεα σκάβουν την όψη μου
μέρα τη μέρα
ακόμη και την αύρα της σιωπής
που αράχνη σιωπηλή υφαίνει τις νύχτες μου.

Μια μικρή φωτιά μου απόμεινε
και μια πλάνη από κύμα και αρμύρα.

Κάποιες φορές είναι το πιο καλό
να μη γνωρίζεις.

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

βλέμμα αιματόχτιστο

Το βλέμμα σου αιματόχτιστο

Και με τρυπά με βία ηθελημένη

Το νιώθω

Καρφώνεται σε στρόβιλους υγρούς

αταραξίας

Και συ προτάσσεις τη σιωπή σου

Τη ντύνεις χρώμ’ αναιμικό

Βίαια καρφώνεις στο στήθος σου

αυτήν την αργυρώνητη οφειλή

Όνομα να της δώσεις .


Και να’ σαι γυμνός από λέξεις.

Και να’ σαι γυμνός απ’ ανάσα.

Και να’ σαι γυμνός από σάλιο.


Ποιος να μου το’ λεγε μαύρε

Τότε που ανέμιζα στον όχθο της έφηβης πίκρας μου

ματιές που στάζαν κεραυνούς

Πως θα’ ρχονταν αυτή η πίκρα σου

να με αλώσει

να μου καρφώσει πόδια και νου

σε μια γη ολοένα υποχωρούσα

σ’ ένα έλος κοχλάζον σιωπές

και εικόνες μαχαίρια.


Τώρα στέκομ’ εδώ.

Κι είν’ το στήθος μου τρύπιο.

Μα τα μάτια μου στρέφουν στις κόχες τους

το δικό σου αιματόχτιστο βλέμμα.

Πια να τα κλείσω δεν μπορώ

Ένα νήμα αιμάτινο πια τα κρατά στυλωμένα

Κι είναι η τυράγνια μου αφόρητη.


Μα

Το ποτάμι το πέρασα.


Πίσω δεν έχει…

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2008

αμετάκλητα

Στεγνή η στερνή γη
χώματα στραγγισμένα ολότελα
δίχως μια στάλα υγρή ζωή
μονάχα κάψα
μονάχα στρώματα καπνού
φριχτά που στριμωχτήκαν.

Κι οι άνθρωποι λιγνοί
αφιονισμένοι
λίγο το νιώθουν
πόσο αμετάκλητα
βυθίζουν
στην προσμονή
τα εντός τους πεδία`
λίγο το νιώθουν το αμετάκλητο.

Μα πότε το’ νιωσαν ;

Πάντα μετά καλούνται
μιας ζωής τη μάταιη γύμνια
να ιστορήσουν`
πάντα μετά.

Τα πόδια τους γυμνά
γυμνός κι ο νους τους.

Κι ο ποιητής;

Πάντα πιο πίσω απ’ τη στιγμή
εντός του τσαλακώνει βίαια
-μήπως λειάνει απ’ αρχής-
την ήττα πoυ ζυγώνει.

Το πρόσωπό του
πάλι δεν αντίκρισε`
ίσως μονάχα
το είδωλο της γύμνιας του
φριχτά ανεστραμμένο.

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

ανοίκεια θεάματα

"τοξικομανής νεκρός σε προαύλιο σχολείου": μια ακόμη είδηση που προβλήθηκε με το γνωστό άθλιο τρόπο απ' τα δελτία ειδήσεων. Ο θάνατος ενός νέου ανθρώπου δεν αποτέλεσε την είδηση, όχι. Η είδηση ήταν ο χώρος που πέθανε. Ένας χώρος ιερός, αποστειρωμένος, ένας χώρος που δεν πρέπει να μολύνεται από τέτοια θεάματα. Η είδηση ήταν ότι ένας άνθρωπος απ' την αντίπερα όχθη τόλμησε να εμφανίσει το πρόβλημά του σε κοινή θέα. Τόλμησε να περάσει τα τείχη. Και η μόνη λύση που προτάθηκε ήταν η φύλαξη, η αστυνόμευση, να χτίσουμε τείχη ακόμη πιο ψηλά, να μην αγγίζουν τα παιδιά μας αυτά τα θεάματα. Κάποτε ήταν κι αυτός παιδί. Κι ίσως φοιτούσε στο ίδιο αυτό το σχολείο όπου έσβησε..




Κείτεσαι ξέπνοος
Κάγκελα σε κυκλώνουν
Αιχμηρά τρυπούν τη σιγή που σου έταξ’ η μοίρα.

Κείτεσαι μόνος.
Τριαντάφυλλα χλωμά τα δυο σου μάτια
Σφραγισμένα.

Άμμος κινούμενη να
μοιάζει η εικόνα
γεμάτη κόκκους αχνούς
ανατέλλει
Κείτεσαι αλάργα.

Θίασος βουβός σε κυκλώνει.
Πρόσωπα –λες-στοιχειωμένα από φόβο
μ’ οργή κι αηδία σε δείχνουν.
Λιθοβολούν την ωραία σου όψη
και σου καρφώνουν στο στήθος τη μόνη δική τους αλήθεια

Διάλεξες λάθος πλευρά για να σβήσεις.

Λες και δεν το’ βλεπες μαύρε
Πως η αλήθεια σου πια ήταν μόνο για σένα.
Κανέναν πια δεν αφορούσε.
Λες και δεν το’ βλεπες μαύρε
Πως μες σε τείχη βουβά σ’ είχαν κλείσει.

Διάλεξες λάθος πλευρά για να σβήσεις.

Πώς τόλμησες την ωραία σκηνή φριχτά ν’ αμαυρώσεις
με του θανάτου την άθλια εικόνα;

Θα’ πρεπε πια να το’ χες εννοήσει
πόσο αυστηρά προσωπική υπόθεση ο θάνατος είναι
ειδικά όταν επέρχεται τόσο βίαια

Τι το’ θελες σε κοινή θέα να τον βγάλεις;
Μπροστά σ’ ανθρώπους τόσο ευαίσθητους;

Είπαμε
Μια προβάλλει η μόνη λύσις:
Να χτίσουμε τα τείχη πιο ψηλά
Να βάλουμε και φύλακες απ’ έξω
Την άκρατη ευαισθησία μας να προφυλάξουν
Από ανοίκεια θεάματα.

μέσα μου κλείστηκα

Κρατιέμαι από την κουπαστή ενός πλοίου
που ταξιδεύει με ρυθμούς ιλίγγου.
Τα δάχτυλα παραμορφώθηκαν ,λες ,απ’ την ένταση
σφίγγουν το κρύο σίδερο να μην το χάσουν.
Γαλάζιες κορδέλες αφρισμένες
σφιχτά δεμένες με το άσπρο της νιότης
που χάθηκε
είναι το μόνο που επιλέγω να δω.
Γελώ τον εαυτό μου πως είναι λέει η θάλασσα
που σχίζεται στα δυο απ’ το μοναχικό σκαρί
που με ταξιδεύει.
Χρώματα αλλόκοτα πλέκουν φωνές
καρφωμένες σε τόξα μιας νόησης ξένης
ολότελα ξένης στη φύση μου.
Δεν έχω λοιπόν επιλογή
παρά να προσποιηθώ μια επιμέρους τύφλωση.
Το βλέμμα μου μονότονα καρφώθηκε εκεί
στις γαλάζιες κορδέλες
κι από την ένταση πήρε ένα χρώμα πύρινο`
φοβάμαι
αν αντικρίσω το βλέμμα σου
θα το κάψω
γι’ αυτό προτιμώ να τ’ αφήνω εκεί
ν’ αναπαύεται στις γαλάζιες κορδέλες
χωρίς να νοιάζομαι για το σκαρί
που το βάρος μου σηκώνει
αν το ταξίδι του
έχει στ’ αλήθεια κάποιο προορισμό.
Μέσα μου μάλιστα το νιώθω
- κι ας το ποθώ κάποιες στιγμές
να σφάλλω αλήθεια-
πως δεν πηγαίνει πουθενά.
Κύκλους κάνει αέναους γύρω από τα ίδια σημεία.
Ή ίσως πάλι και να μην υπάρχει πλοίο.
Μονάχα η κουπαστή και το κρύο της σίδερο.
Μονάχα οι γαλάζιες κορδέλες
για ν’ αναπαύεται το βλέμμα μου.

Κι έτσι
- ανεπαισθήτως , όπως λέει κι ο ποιητής-
μέσα μου κλείστηκα..

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

μάταιη φύτρα

Σ’ αυτήν την άνοιξη σταθήκαμε γυμνοί
δίχως μια σπίθα πια να καίει στα έρμα μας μάτια.
Μια φυσαρμόνικα μας μάγεψε νωρίς
δίχως ιμάντες να κρατιόμαστε από τ’ άστρα
και να χορεύουμε αλλόκοτους σκοπούς
νύχτα να στάζει απ’ των κορμιών μας τις ικμάδες
και στους κροτάφους μας να ρέει υγρό καυτό.

Ποιος το τραγούδι θ’ αρχινήσει;

Μια αγωνία μας καρφώνει σ’ άγριο φως.

Ποιος το τραγούδι αυτό θα απλώσει ;
Στα πόδια μας που έχουνε μάθει το σκοπό
την τραχηλιά της νύχτας με τ’ αστέρια να δωρίσει
Να τη στεριώσει στο ρυθμό μιας νοσταλγίας
που’ χει κρυφά λησμονηθεί
με πόνο υπόγειο βουβό.

Ποιος το τραγούδι της φωτιάς θα τραγουδήσει;
Ποιος στο πετσί μας θα τ’ αλείψει
να μας κάψει απ’ άκρη σ’ άκρη.

Ορφανή μονάχη λάβα το μυαλό μου
ξεχύθηκε από ηφαίστειο σβησμένο
Το τραγούδι της φωτιάς –λένε- γυρεύει.

Ορφανή μονάχη λάβα η ψυχή μας
λιώνει σαν αποκοιμιούνται συνειδήσεις
απ’ τους κροτάφους της γης σιγανά σιγανά στάζει πίκρα
ένας πέτρινος θόλος μας κλείνει
παγωμένα πουλιά αιωρούνται με ράμφη ραμμένα.
Ήτανε – λέει – οι χορευτές που μείναν κει
άγρυπνοι
να προσμένουν το σκοπό
με τάσι γυάλινο μαζεύανε την πίκρα των καιρών
και κράζανε πνιχτά πνιχτά βοήθεια.

Χάντρες τώρα τα μάτια τους
με χρώματα αλλόκοτα βαμμένες

Χάντρες τώρα τα μάτια μας
με χρώματα αλλότρια τυφλά

Πόσα ακόμη ποτάμια θα περάσουν
δίχως μια λέξη να μας πουν;

«Ρητορείες…»
Ξανά θα μου πεις.
« λέξεις μάταιες κούφιες σωρεύεις ολοένα
μπας και νιώσεις για λίγο το νοτισμένο χώμα
που το κάψανε
στα παγωμένα χέρια σου σιγανά να σαλεύει..»

«ναι,» θα σου πω
« αν είναι αυτός ο μόνος τρόπος,
ας το γευτώ το νοτισμένο χώμα στην παλάμη μου
κι ας είναι μια ψευδαίσθηση του νου,
κι ας μοιάζει να χαράζω γραμμές συνεχώς
σε μια αμμώδη θαλασσόφρακτη κρύπτη
κι ας τις παίρνει το κύμα στο διάβα του
στο ανάλαφρο ρυθμικό του τραγούδι.

μα αν θλίβομαι
είναι που νιώθω την αβάσταχτη ειρωνεία
που ολοένα με κυκλώνει
σαν αχός το ρυθμικό του νερού τραγούδι
με πνίγει

..μάταιη φύτρα..
..μάταιη φύτρα..

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

ρωτήματα

Χάζευε τα κοχύλια μες στη σκέψη της

Κλαδιά της φράζαν το δρόμο

Έκανε πως δεν τα’ βλεπε

Της τρυπούσαν το βλέμμα

Έτσι που θα’ λεγες πως έμοιαζε διάφανο

Όπως διάφανο μοιάζει το καύκαλο της σιωπής

Μετά τη βίαιη δίνη άγρια φλεγόμενων στιγμών

Που σε σέρνουν αργά στη φορά τους.


Μια οφειλή που ποτέ δεν αντάμωσε το δίκιο της

Μια θάλασσα που κανείς δε χτένισε με βλέμμα θαλπωρής

Κι ο ουρανός που’ μοιαζε ματωμένος

Σαν ένας θόλος από αναίτια δοσμένα ρωτήματα

Που μύριζαν καπνό

Ακόμη και σήμερα θαρρώ πως νιώθω την αιθάλη τους

Με τυλίγει σαν αργόσυρτο ταγκό

Που όμως ποτέ δεν έμαθα τα βήματα

Μοναχά στον ύπνο μου

Κάποια στιγμή θαρρώ πως ένιωσα πώς είναι να κοιτάς

Μέσα απ’ το δέρμα τους

Μέσα απ’ τις κόχες των ματιών

Να ξεκοιλιάζεις τα ρωτήματα

Να λες


Κοιτάτε με άμοιροι αλώβητοι

Καιρών μισών και μόνων και σκιαγμένων

Ήμουν εκεί απ’ τη αρχή

Και σας τσουρούφλιζα το βλέμμα

Σαν με κοιτούσατε ειρωνικά

Σαν μου κραδαίνατε την όποια αυταπάτη σας.


Ήμουν εκεί


Κι αν δε σας μίλαγα

Είναι γιατί

Λυπόμουν

Ο πόνος μου’ λιωνε τα μάτια

Δεν τα’ νιωθα πια

Πολτός λιωμένα τα ρωτήματα

Με σφάζαν.


Ας ήταν να μπορούσα - για λίγο μόνο- να ησυχάσω

Να φιλιώσω με το ντύμα

αυτό του μάταιου που διαπερνά τη ζήση.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

λέξεις ξεφτίδια

Άλλο δεν έχω πέρα από εικόνες αστραπής και λέξεις τρύπιες

Σε φόντο μαύρο με αχνές πιτσίλες από στάχτη

Πασχίζουν να υπάρξουν οι σιωπές μου

Να νικήσουν τις λέξεις

Τις φαύλες

Τις ξένες

Τις μόνες


Πόσο πλανώνται.


Καμιά σιωπή δεν πλάστηκε για να υπάρξει

Μόνο ίσως για να καλύπτει τις κραυγές

Αυτές που χαράσσουν στις λέξεις δακρυόεντα κύματα

Μήπως ντύσουν τη γύμνια τους

Μήπως –για λίγο- σκεδάσουν τη μοίρα τους

Σε ουρανούς από φωτιά.


Ίσως αν έβρισκα έναν μονάχα ξάστερο ουρανό

Το βλέμμα μου να ξεκουράσω

Ίσως αν έβρισκα λίγη άμμο καυτή

Τα χέρια μου να βυθίσω στις ανταύγειες της


Μάταια

Αυτές οι τρύπες μονάχα μπαλώνονται

Ίσα για να φαίνονται περίτεχνα οι όποιες αμυχές τους.


Με λέξεις ξεφτίδια

Πόσες σιωπές να ζωγραφίσεις;

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

ευθεία

Θα’ ρθει καιρός που όλα θα φαντάζουν ίσια
Μια τέλεια ευθεία
Δίχως καμιά καμπή, χάσμα ή καμπύλη.
Η σκόνη θα σωρεύεται αθόρυβα πολύ στις εσοχές
Κι εσύ θα είσαι εκτός
Μόνιμα εκτός
Με τη λύπη
Πνιγμένη απ’ το βρόχο της σιωπής της
Να καθρεπτίζει στα θολά τα μάτια σου
Την αρυτίδωτη όψη της.
Κοπέλα νωρίς που γέρασε εντός της
Με μαλάματα ποικίλα
Το πορσελάνινο δέρμα της χρίζει
Κι είναι νωρίς για να το δει
Κι είναι αργά για να το νιώσει.

Γι’ αυτούς που αλώθηκαν
ο χρόνος αξία δεν έχει.
Το νωρίς το αργά
Ποιος το ορίζει;

Μια αργόσυρτη ευθεία ο καιρός
Μια μονότονη ολάσπρη ευθεία
Κι ο ήλιος ανήλεος σκάφτει εσοχές
Μοναχά για να χώνει τις μνήμες
Να ζαρώνουν μονάχες , να γίνονται στάχτη.

Γι’ αυτούς που αλώθηκαν
οι μνήμες αξία δεν έχουν
Παρελθόν και παρόν όλα ίσια
Μια μονότονη, αργόσυρτη ευθεία

Κι εσύ
Καημένε
Πώς το νόμισες πως ήσουνα εκτός;

Με χέρια τρύπια σκάφτεις τη θολή ματιά σου
Και με μια τρύπια πια κρησάρα
Κοσκινίζεις τους καιρούς τους χαλεπούς
Που πια περάσαν

Πώς την ευθεία να λυγίσεις;
Και το ίσιωμα πώς να χαλάσεις;

Πύλες ορθάνοιχτες χλευαστικά σε προκαλούν να τις ανοίξεις
Καημένε
Μην τα ψάχνεις πια τα αντικλείδια
Αλίμονο
Αφήσαν πάνω τα κλειδιά

Πόρτες κλειστές πια δεν υπάρχουν
Όλα μια ευθεία
Κι οι πόρτες ορθάνοιχτες.

Δημοσιεύτηκε στο ποιείν