Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

προσμονή

Πόσα ποτάμια μας κυκλώσαν λάβα κόκκινη
Ηλεκτρισμένα νήματα ο φόβος μας κρατά
Σκιές τριγύρω από την όχθη
Να εκλιπαρούν με μάτια γλάρου
Να σέρνονται

Οσμή του φόβου
Τανάλια θα συνθλίψει τους κροτάφους
Μάτια κόκκινα
Απ’ την άχαρη αγρυπνία.

Κι εσύ βουβά να γέρνεις το κεφάλι
σβησμένο κύμα
και μονάχος να μιλάς:

“Αν το δυνόμουνα ν’ αλώσω το φαράγγι της σιωπής
να ξεκοιλιάσω τη βουβή ματιά
αυτή τη χάντρα που γυάλινη σαλεύει
μέσ’ απ’ τον καθρέπτη `

κάποτε οι θεοί ενοικούσαν σε θνητούς
γάργαρο αστείο η ματιά τους
κι ο Προμηθέας καταριότανε
τον ίδιο τον πατέρα των θεών

τώρα μοιάζει η φωνή μου αστείο αταίριαστο
μανδύας γελωτοποιού
άσμα νεκρίκιο ντύνει
σ’ ένα γράμμα που απόμεινε κενό
και μια ηχώ που όλο μέσα μου επιστρέφει:

μας ξεχάσαν οι λέξεις
μας αλώσαν τα χρόνια
πια μονάχα εικόνες μας μένουν
και μια γερμένη εμμονή
μας ψιχαλίζει τη σιωπή με κεντρί υπόγειο.”

Όλη μας η ζωή κουλουριασμένη σε μιαν όχθη
Κι ο ποταμός ολόγυρα μας κλείνει
Κόκκινη λάβα ο φόβος αλυχτά.

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

άστοχα

Πετράδι καρφώθηκε βαθύσκιο
Στων ματιών σου το χάραμα

Κι εγώ
Με μια βελόνα
Τρυπώ τα μάτια σου

Η κυανή τους λάμψη
Θαμπό γυαλί
Βουβό
Πάχνη τυλίγει με

Τα μάτια σου τρυπώ

Μήπως τα νιώσεις

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

οι απόψεις ενός κλόουν

Οι απόψεις ενός κλόουν, Χάινριχ Μπελ, μετάφραση : Τζένη Μαστοράκη

Από την Πρώτη Δημοτικού ,που κατέκτησα την τέχνη της ανάγνωσης και βυθίστηκα στον κόσμο των βιβλίων , μέχρι σήμερα,τριάντα χρόνια μετά, έχω διαβάσει κάμποσα βιβλία.

Με τον ήρωα όμως του Χ. Μπελ έχω ταυτιστεί τόσο πολύ που ειλικρινά ζηλεύω τον εμπνευστή του .

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

« Ο Χανς Σνηρ, γόνος πλούσιας και ισχυρής οικογένειας , εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, αηδιασμένος από την ψευτιά και την υποκρισία των δικών του και των «ισχυρών» που τους περιστοιχίζουν, και διαλέγει το μόνο επάγγελμα που τον αντιπροσωπεύει : γίνεται κλόουν , δίνει παραστάσεις από πόλη σε πόλη κι έχει μαζί του τη Μαρί, την πρώτη και μοναδική του αγάπη. Έπειτα από έξι χρόνια δύσκολης συμβίωσης, η Μαρί τον εγκαταλείπει για να παντρευτεί έναν σπουδαίο παράγοντα του γερμανικού καθολικισμού κι ο Χανς , που δεν καταφέρνει να την ξεπεράσει, κατρακυλάει σταθερά. Ζητιάνος πια, θα καταλήξει στα σκαλιά του σιδηροδρομικού σταθμού της Βόννης , περιμένοντας τη Μαρί να επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της.»

Αφηγητής ο ίδιος ο Χανς, σ’ έναν σπαρακτικό εσωτερικό μονόλογο .

« Είμαι κλόουν, επίσημα δηλώνω «κωμικός» , δεν καταβάλλω τον οβολό μου σε καμιά εκκλησία, έχω κλείσει τα είκοσι επτά κι ένα απ’ τα νούμερά μου λέγεται
« Αφιξαναχωρήσεις» ,μια παντομίμα ( ίσως υπερβολικά) μακράς διαρκείας, που κάνει τον θεατή να μπερδεύει την άφιξη με την αναχώρηση.»


Η δράση παραμένει εσωτερική σε όλη τη διάρκεια του έργου. Μοναδική σκηνή που εκτυλίσσεται ζωντανά είναι η επίσκεψη που δέχεται ο Χανς από τον πατέρα του, που όμως κι αυτή διακόπτεται από σκέψεις του ήρωα .

Γιατί με άγγιξε τόσο αυτός ο ήρωας;

Γιατί είναι ένας γνήσιος θνητός, χωρίς αυταπάτες, αυτοσαρκαζόμενος μονίμως , με χιούμορ ιδιαίτερα ευφυές, ένας κλόουν που σαρκάζει τη μοίρα του, που δεκανίκια δεν καταδέχεται ..

Και ταυτόχρονα κρύβει στα λόγια του μιαν απύθμενη τρυφερότητα για τον άνθρωπο γενικά, μιαν επιείκεια γεμάτη μεγαλοψυχία ..

Στηλιτεύει την υποκρισία ,τη ρηχότητα σκέψης και την αυταρέσκεια και ταυτόχρονα στέκεται απέναντι στους ανθρώπους που την εκπροσωπούν μ’ ένα χαμόγελο μισάνοιχτο ,το χαμόγελο του κλόουν που το νιώθει πόσο δύσκολο είναι να είσαι άνθρωπος, μόνιμα στριμωγμένος στις συμβάσεις σου και στα δεσμά σου και στην τύφλα σου..

Στις σκέψεις του μα και στον τρόπο που ενεργεί ,διακρίνεις μιαν αυθεντικότητα ολότελα απροσποίητη, μια στάση ζωής που συνεχώς βγάζει τη γλώσσα αυθαδιάζοντας στους κάθε λογής ηθικολόγους που η σκέψη τους ζέχνει αμοραλισμό, στους κάθε λογής ημιμαθείς που πουλάνε τη « μόρφωση» και« καλλιέργειά» τους στα σαλόνια, στους κάθε λογής αλλοτριωμένους που έχουν χάσει το βλέμμα τους.

Στο τέλος καταλήγει ζητιάνος στα σκαλιά του σιδηροδρομικού σταθμού της Βόννης, ένας κλόουν με το πρόσωπό του κρυμμένο πίσω από άπειρα στρώματα λευκής μπογιάς , να τραγουδά ένα αυτοσχέδιο σατιρικό τραγούδι και να βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα σε όλους τους εκπροσώπους του καθωσπρεπισμού και της τάξης. Ένας αυθεντικός επαναστάτης , ένας γνήσιος αντικομφορμιστής , ένας αληθινά λεύτερος άνθρωπος.


δημοσιεύτηκε στο Βακχικόν

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

γυμνές πατούσες

Γυμνές πατούσες
Περπατούν πάνω στο άδειο κι άγριο πλακόστρωτο
Μέσα στα τόσα άλλα πόδια
Φαντάζουν όμορφες
Προκλητική η γύμνια τους
Φωνάζει
Γι' αυτού του κόσμου
Την αφόρητη αηδία
Κι αποφορά
Μαρτυρίες γυμνές της αλήθειας
Τα μαύρα αυτά χνάρια στο χώμα που αφήνουν
Μου φωνάζουν , μου κλείνουν το μάτι ειρωνικά
Μου γελούν
Περπατούν με μιαν αυτάρκεια
Που θα 'λεγες αγγίζει την ευτυχία
Δυο γυμνές πατούσες μόνες σ' έναν κόσμο γεμάτο άχρηστα παπούτσια
Δυο γυμνά ποδάρια μόνα σ' έναν κόσμο γεμάτο οσμές από πεταμένα πλούτη
Δυο άγρια μάτια μόνα
Δυο ορθάνοιχτα, λεύτερα μάτια
Με προσπερνούν
Καλά το ξέρουν
Μάτια δεν έχω τριγύρω μου να δω

Από καιρό
Μάτια κανείς δεν έχει για τίποτ' άλλο
Παρά για το τομάρι του.

Μέγιστη πλάνη

Βάδιζα σ' ένα καλντερίμι στενό
καμωμένο από πέτρα και σύγνεφο.
Κι ήταν φροντίδα μου στην πέτρα πάνω
μοναχά το βάρος μου να ρίχνω.
Γύρω μου σύγνεφα φυγής μ' εκλιπαρούσαν
να τ' αγγίξω.
Μου τάζαν ταξίδια κι όνειρα και λυτρωμό.
Μα μέσα μου το 'νιωθα πως και πάλι
ψέματα λέγαν.
Το' ξερα πάντα πως τα λόγια τα παχιά
δεν είναι να τα εμπιστεύεσαι.

Κι ήτανε δύσκολο πολύ στην πέτρα πάνω μοναχά
τη μοίρα μου να δένω`
μα ο φόβος που μ' αγκίστρωνε
με κράταγε εκεί
δέσμια στη μαύρη γρανιτένια υφή της.

Σχεδόν έκανα πως δεν έβλεπα
τα σύννεφα που ξεπετάγονταν σιμά στην πέτρα.
Μα τα 'βλεπα.
Πώς όχι;
Μέσα μου, ωστόσο, μ' έτρωγε ο φόβος
πως αν το βάρος μου τ' ακούμπαγε
θα λιώνανε σα χίμαιρες του νου.
Κι έτσι δεν πάτησα ποτέ
πάνω στο σύννεφο.
Κι ας το ποθούσα τόσο.

Μ' αυτό που πιο πολύ με θλίβει
είναι που νιώθω πως
και η πέτρα δεν είναι από γρανίτη.
Ποτέ δεν ήταν.
Η σιγουριά μου ήταν που στα μάτια μου
της έδωσε τη στέρεα όψη.

Κι αν στο σύννεφο ποτέ δεν πάτησα
είναι που νόμισα πως το στήριγμα
το βρίσκεις στις πέτρες
ή σε ό,τι αγγίζεις με πόδια , χέρια ή νου`

Μέγιστη πλάνη.

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

τις είπε ποίηση

Μουρμουρητά φυγής αχνίζανε αλλόκοτα
νοσταλγικά, κρυφά, ζωσμένα ολούθε
από την ένταση ενός παράδοξου πυρετού.
Είχε η σιγή μιαν αγωνία που τον κάρφωνε
με ανάσες ασθματικές.
Τις άκουγε μέσα του να ηχούν
στο ρυθμό μιας αέναης φρίκης
που’ σερνε πίσω της σωρό τις προσωπίδες της
χρυσές, με χρώματα κραυγαλέα
όσο και η απελπισία που πότιζε το πετσί του
ηδονικά `
σε μιαν αιώνια εναλλαγή
η ανθρώπινη ουσία του άλλαζε πρόσωπα και προσωπεία
πότε του γέλαγε χλευαστικά
πότε με οπτασίες ουτοπίας τον εκοίμιζε
πότε τον έλουζε με ασίγαστους πόθους`
και βούλιαζε ανήμπορος
στην πιο μύχια κόχη της σκέψης του,
τη στάχτη πάσχιζε να διυλίσει με δυο τρύπιες χούφτες,
ανάσαινε καπνό και λήθαργο
οι εμμονές του μείναν μόνες και φτωχές`

τις είπε ποίηση

κι έθαβε τους τριγμούς της ουσίας του στους στίχους του
ευλαβικά
με σύστημα κι επιμονή
κι ας κραύγαζαν σιγανά σιγανά
σαν ανυπεράσπιστα γυμνά ποδάρια
που βουλιάζουν στην καυτή άμμο
και φλέγονται

δημοσιεύτηκε στο poema

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

ποτάμι

Ήτανε κάποτε ένα ποτάμι.
Πρωτόγνωρες οι δίνες που στις όχθες του ηχούσαν`
Θεοί ανασταίνονταν στην κοίτη του
κι αποσταμένοι στρατηλάτες στα νερά του λούζονταν.
Ταξίδευε αιώνες πίσω ακάματο, με πείσμα κοφτερό
σαν τη λεπίδα που αστράφτει στον ήλιο
πριν χωθεί στο σκληρό θηκάρι.

Έλεγε πως ζητά τη θάλασσα.

Κι όλο ταξίδευε
αλλάζοντας όψεις συνεχώς με μιαν αστείρευτη ορμή
που’ μοιαζε με θυμό
μα ήταν ζωή κι επιμονή και αγώνας και ελπίδα.

Κι όταν του μήνυσαν πως στέρεψαν οι θάλασσες
με βλέμμα επιτιμητικό το εγκαταλείψαν οι θεοί
και οι στρατηλάτες σιωπηλά στρέψαν τα νώτα.

Μα το ποτάμι συνέχισε μονάχο να κυλά.

Η μοίρα κάποιων ποταμιών τους επιτάσσει
να μην πτοούνται από το θεϊκό φευγιό
και να επιμένουν να κυλούν
τη θάλασσα μυστικά αναζητώντας
όσοι μαντατοφόροι κι αν στο διάβα τους περάσουν
για να τους πουν
πως θάλασσα ποτέ δε θα βρεθεί.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

βυθός

Σ’ αυτόν το βυθό δεν έχει σύρμα νοτισμένο
Να περπατήσεις μεθυσμένος από προσμονή
Δεν έχει νότο να σκορπίσει
Τη ρημαγμένη ψυχή σου
Στα τέσσερα στοιχειά τ’ ορίζοντα

Μονάχα μια μονότονη ψιχάλα
Κι ένα κουρασμένο κλαυσίγελο
Κρατημένο σφιχτά
Στη ματιά σου

Σ’ αυτόν το βυθό
Φτάνουν- στιγμές-ψιχάλες φως
Και τις γραπώνεις με νύχια κόκκινα απ’ την ένταση
Και τις γεύεσαι με πύρινη γλώσσα

Κι ένα κοχύλι αρμύρα
Ακουμπά στην πλάτη σου
Χαραγματιά απ’ αλάτι που σε σφάζει

Σ’ αυτόν το βυθό
Άκρη δεν έχει`
Μονάχα ανεστραμμένα είδωλα
Μονάχα στρόφιγγες από σκουριά μαγκωμένες
Κι εσύ παλεύεις
Έστω λίγο
Την πέτρινη υφή τους
Να κινήσεις
Με δάχτυλα - φωτιά.

βέβηλοι

Βγήκανε πάλι ανατόμοι με νυστέρια
Και σκύψαν βέβηλοι στης Ποίησης το σώμα
Να το σκυλέψουν

Βγήκανε πάλι τιμητές με τα τεφτέρια
Και σμίξαν άγριοι το βλέμμα σ’ ένα πτώμα
Να γνωματεύσουν

Κι ο ποιητής στέκει πιο πέρα
Κρατά στο χέρι την οργή του και την πένα
Κρατά στην όψη τη σιωπή και τον καημό

Και τραγουδά μονάχος

Θλιμμένος τροβαδούρος
Μονάχος Δον-Κιχώτης
Δίχως ούτε αυτούς τους ανεμόμυλους
Με τα κουρελιασμένα τους φτερά
Δίχως κοντάρι
Δίχως Σάντσο

Μονάχα μ’ ένα πικραμένο βλέμμα
Και τον Καβάφη να ουρλιάζει ρυθμικά
Την άθλια ειμαρμένη
Των ερινύων τα βήματα
Του Απόλλωνος την Απιστία.

για τον μοντεκρίστο