Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

προσευχή

Δεν ξέρω τι ν’ ακουμπήσω εντός σου
Μαρμαρωμένη στο τέμπλο σου
Κοιτώ τα μικροσκοπικά σου μάτια
Κι είν’ η ματιά σου αμάλγαμα φωτιάς
Που με αλώνει

Χριστέ μου

Κύματα εισβάλλουν
Απρόσκλητα εντός μου
Με κατοικούν
Και με ελαύνουν

Μυρμήγκια ηλεκτρικά
Τη σπασμένη ραχοκοκαλιά μου
Ψηλαφούν

Τρυπώνουν
Στους ανοιχτούς της πόρους
Με ακκίσματα
Και μειδιάματα ειρωνικά

Ο πόνος
Γιγάντιο
Σαδιστικό ερπετό
Στη ραχοκοκαλιά μου
Σφηνωμένος.

Αν η κραυγή μου έβγαινε απ’ τα σπλάχνα
Πέτρα να εκτοξεύσω το θυμό μου
Πελταστής να γείρει του πόνου..

Κι Εσύ Χριστέ μου
Να κοιτάς
Τόσο αγέρωχα μονάχος.

Μονάχα λίγο απ’ το φως σου ζήτησα
Ν’ αλείψω την ταλαίπωρη όψη μου
Την εκ γενετής αλλοπαρμένη μου ψυχή
Να γαληνέψω..

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

πένθους εραστής

Θα’ ρθούν
Τρικυμισμένα θα μιλούν
Λόγια στυφά θ’ αγρεύουν
Φύλλα
Σ’ ένα Φθινόπωρο κραυγής.

Θα τα σωριάζουν μυστικά
Στο βυθό τους
Τακτικά προπαντός
Ένα ένα
Σαν να φυλλομετρούν ένα σκοτάδι σύννεφο.

Θα’ ναι το δέρμα τους πετσί σκληρό
Τα πόδια τους λιγνά
Το βλέμμα αιματόχτιστο.

Κι εσύ
Μια ακίδα στη φτέρνα τους
Με τα χαζόγελά σου
Και με τις εθελούσιες τσιριμόνιες.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009

μοναχικός σκατζόχοιρος

Ένας αϊτός ο χρόνος
Τα αιμοβόρα νύχια
Στο συκώτι μου κάρφωσε.

Τα μάτια του στάζουν φωτιά
Γιγάντιες φτερούγες σκοτεινές
Φυλλομετρούν
Τις μέρες.

Μα γω
Δεν είμαι Προμηθέας
Να βαστάξω
Αγέρωχα τα μάτια να στυλώσω
Στο Δία
Μ’ απειλές.

Ένας μοναχικός σκαντζόχοιρος είμαι
Μονάχα που
Τ’ αγκάθια μου
Ανάποδα φυτρώνουν
Και
Σπαράσσουν τις σάρκες μου.

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

Νικολάι Σταβρόγκιν

Μια αληθινή αποκάλυψη για μένα στάθηκε ένα μυθιστόρημα που έγραψε ο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι το 1871, ένα έργο ξεκάθαρα πολιτικό, ιδιαίτερα προφητικό για την εποχή του και τόσο επίκαιρο σήμερα.
Οι δαιμονισμένοι ο τίτλος του ή αλλιώς οι δαίμονες όπως το είχε τιτλοφορήσει ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι.

Και σε μια εποχή όπως αυτή ,που μας έχουν κατακλύσει κάθε λογής δαίμονες, οι εκδόσεις Ίνδικτος επιλέγουν να το φέρουν και πάλι στο προσκήνιο με μια έκδοση-κόσμημα.

Έχω διαβάσει κάποια έργα του Ντοστογιέφσκι. Ο ωμός ρεαλισμός του με ελκύει τόσο ,που οι χαρακτήρες του συντροφεύουν τις σκέψεις μου σαν να πρόκειται για πρόσωπα υπαρκτά στη ζωή μου. Ίσως όμως να πρόκειται και για μια παραξενιά που μου κόλλησε από παιδί, τότε που πραγματικές φίλες είχα ελάχιστες και με συντρόφευαν οι ήρωες των βιβλίων. Ευτυχώς για μένα στην πορεία άλλαξα..

Στους δαιμονισμένους όμως δεν είδα μόνο έναν συγγραφέα ικανό να πλάσει αληθινούς ήρωες αλλά και έναν διανοητή που στέκει πιο πάνω από την εποχή του και με προφητική οξυδέρκεια προβλέπει όχι μόνο όσα ακολούθησαν στη δική του Ρωσία, αλλά και όσα ζούμε εμείς σήμερα στη δική μας Ελλάδα.

Έχω επίγνωση ότι αδικώ τους δαιμονισμένους, αν σταθώ μόνο στην πολιτική τους διάσταση. Πρόκειται για ένα έργο που ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή φτάνοντας σε βάθη δυσθεώρητα.

Ο Νικολάι Σταβρόγκιν, κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ένα πρόσωπο τραγικό , που βιώνει μέσα του το απόλυτο κενό της πλήξης και του συναισθηματικού μαρασμού. Ένας άνθρωπος ικανός για το απόλυτο καλό, αλλά και για το απόλυτο κακό. Ταυτόχρονα όμως κι ένας άνθρωπος διχασμένος. Η ψυχή του έχει ανάγκη να πιστέψει με όλη της τη δύναμη στο θεό, σ’ ένα καλύτερο μέλλον , στην αθωότητα του ανθρώπου. Το μυαλό του όμως – είναι δαιμονικά έξυπνος από παιδί- δεν του επιτρέπει να ζει με αυταπάτες. Κι αυτή είναι η αιτία της δυστυχίας του. Μένει ανέστιος, δίχως ηθικά ερείσματα. Και πού να στηριχτεί, όταν δεν μπορεί να πιστέψει στον άνθρωπο;

Βρίσκει καταφύγιο σ’ έναν κυνισμό αυτοκαταστροφικό. Βυθίζεται ολοένα και πιο πολύ – με ηδονισμό όπως ο ίδιος παραδέχεται- σε μια ζωή εσκεμμένα ανήθικη, προκαλώντας τον εαυτό του σ’ έναν αγώνα ολέθρου, με τραγική κατάληξη την αυτοκτονία του. Μα μέσα του υπάρχει η φλόγα που τον καίει και τον σιγοτρώει, η φλόγα που εγώ τη λέω « ανθρώπινη ουσία» και άλλοι μπορεί να την πουν «συνείδηση».

Κι εδώ κρύβεται όλη του η τραγικότητα.

Και σε κάτι ακόμη: στην αδήριτη ειλικρίνειά του. Μια ειλικρίνεια ανελέητη.
Τον βλέπουμε να μαστιγώνει τον εαυτό του και τους γύρω του με το γυμνό του βλέμμα, με λόγια και πράξεις ολότελα απογυμνωμένες από προσποίηση. Δεν καταδέχεται να κρυφτεί πίσω από οποιοδήποτε ψέμα, με τίμημα την απόλυτη δυστυχία.
Μοιάζει να είναι ο μόνος που κατάλαβε. Και στέκει πάνω απ’ όλους τους άλλους ήρωες του έργου, τη μητέρα του, το δάσκαλό του, τις τρεις γυναίκες που θανάσιμα τον ερωτεύτηκαν και τέλος τον αμοραλιστή Πιότρ Βερχοβένσκι. Τους κοιτά με υπεροψία και πόνο , ίσως και γνήσια λύπηση.
Και είναι μόνος.

Στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα , ο ομώνυμος σοφιστής υποστηρίζει:

« Αν κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι άδικος μπροστά σε άλλους ανθρώπους , τον θεωρούν τρελό και προσπαθούν να τον συνετίσουν.»

Και πιο κάτω:

« Το να πεις την αλήθεια για τον εαυτό σου όταν είσαι άδικος , θεωρείται ξεκάθαρη τρέλα.»

Σ’ αυτήν ακριβώς την τρέλα υποπίπτει ο Σταβρόγκιν.
Αρνείται να μιλήσει οποιαδήποτε άλλη γλώσσα πέρα απ’ αυτήν της αλήθειας.
Και ταυτόχρονα βγάζει τη γλώσσα στα κατά συνθήκην ψεύδη που επιβάλλει η κοινωνική συναναστροφή.


Βλέπουμε τρία τέτοια δείγματα ωμής ειλικρίνειας:

1. Στη λέσχη, σε μια παρέα σεβάσμιων προσώπων , δε διστάζει να σύρει απ’ τη μύτη –κυριολεκτικά- τον Γκαγκάνοφ « άνθρωπο ηλικιωμένο και με μεγάλη προσφορά στην πατρίδα, που όμως είχε την άκακη συνήθεια να λέει κάθε δεύτερη λέξη : «όχι, δε θα με σύρουν εμένα από τη μύτη.»

2. Ο Λιπούτιν, που στέκει στον αντίποδα του Γκαγκάνοφ- άνθρωπος που δεν ανήκει στην υψηλή κοινωνία, αντίθετα θα τον δούμε αργότερα να πρωταγωνιστεί στην προσπάθεια ανατροπής του κατεστημένου ως μέλος επαναστατικής οργάνωσης- τον καλεί στο σπίτι του, εκλαμβάνοντας την προσβολή του αξιοσέβαστου Γαγκάνοφ ως επαναστατική πράξη.

Τι κάνει εκεί ο Σταβρόγκιν;
Μπροστά σε όλους τους παρισταμένους αγκαλιάζει και φιλάει παθιασμένα τη γυναίκα του οικοδεσπότη.

3. Ο ίδιος ο νομάρχης επιχειρεί να τον συνετίσει.

« Πείτε μου, τι είναι εκείνο που σας ωθεί σε τέτοιες ασύδοτες ενέργειες, έξω από κάθε αποδεκτό όριο; Τι μπορεί να υποδηλώνουν τόσο ανάρμοστες , παραληρηματικές θα έλεγα πράξεις;» Τον ικετεύει ν’ απαντήσει.

« Ε, λοιπόν, θα σας πω τι με ωθεί.» Σκύβει στο αφτί του νομάρχη, αρπάζει με τα δόντια του το πάνω τμήμα του αφτιού του και το δαγκώνει με όλη του τη δύναμη.

Εκείνο που κάνει εντύπωση στην περιγραφή του Ντοστογιέφσκι είναι ο παιγνιώδης και ανάλαφρος τόνος της αφήγησης. Σαν να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, αποστασιοποιημένος πλήρως απ’ το γεγονός που περιγράφει.

Μας παρουσιάζει έναν χαρακτήρα πλήρως απαθή μπροστά στη γνώμη των άλλων. Ο Σταβρόγκιν δεν παραβιάζει τους κοινωνικούς κανόνες για να προκαλέσει. Δεν τον ενδιαφέρει να διαμαρτυρηθεί για τίποτα ..Ή μήπως διαμαρτύρεται υποσυνείδητα ενάντια σ’ αυτήν ακριβώς την έλλειψη αντίδρασης; Και λέω υποσυνείδητα γιατί μοιάζει να αφήνει το ένστικτό του να τον κατευθύνει , καθώς δεν πιστεύει σε τίποτα άλλο.

Και μένει μόνος.

Μόνο ένας άνθρωπος καταφέρνει να κοιτάξει μέσα στην ψυχή του, ο Τύχων ο μοναχός. Σ’ αυτόν εξομολογείται το φριχτό έγκλημα που τον βασανίζει, την αποπλάνηση ενός νεαρού κοριτσιού που το οδήγησε στην αυτοκτονία.

Και στην απορία του για την ψυχραιμία με την οποία ο μοναχός αντιμετωπίζει το έγκλημα , αυτός απαντά:

«Δεν σας κρύβω τίποτα. Με τρομοκράτησε η μεγάλη κούφια δύναμη που μεταβάλλεται εσκεμμένα σε προστυχιά. Όσον αφορά αυτό καθαυτό το έγκλημα ,ε, πολλοί υποπίπτουν στο ίδιο αμάρτημα , αλλά ζουν εν ειρήνη με τη συνείδησή τους και εν ηρεμία γενικώς , θεωρώντας τα μάλιστα όλα αυτά αναπόφευκτα παραπτώματα της νιότης. Υπάρχουν και γέροντες που αμαρτάνουν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και μάλιστα με ανακούφιση και ευθυμία. Ο κόσμος είναι γεμάτος από τέτοια φρικτά πράγματα. Εσείς απλώς νιώσατε όλο το βάθος, πράγμα που συμβαίνει πολύ σπάνια σε παρόμοιο βαθμό.»


«Εσείς απλώς νιώσατε όλο το βάθος»

Να πού έγκειται η τραγικότητα του Σταβρόγκιν: στην ατελέσφορη προσπάθειά του να αποτινάξει από πάνω του την
« ανθρώπινη ουσία» του, στην «κατάρα» αυτήν που τον στοίχειωνε από μικρό παιδί και τον έκανε να νιώθει το βάθος των πραγμάτων , επομένως και τη ματαιότητα τους. Πολύ νωρίς κατάλαβε ότι όλα όσα τον πλήγωναν ήταν μάταια , όπως μάταιος ήταν και ο πόνος του γι’ αυτά.


Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι σημειώνει:

« Πρόκειται για έναν κοινωνικό τύπο, έναν δικό μας τύπο , ρώσικο, του αργόσχολου ανθρώπου , που είναι αργόσχολος, αν και δεν το θέλει , που έχει χάσει κάθε δεσμό με καθετί οικείο και προπάντων την πίστη του, που είναι ακόλαστος από πλήξη, αλλά που ενσυνείδητα καταβάλλει μαρτυρικές προσπάθειες να αναγεννηθεί και να ξαναπιστέψει…Ο άνθρωπος αυτός δεν πιστεύει στην πίστη των απλών πιστών και απαιτεί μια πίστη ολοκληρωτική, απόλυτη, διαφορετική..»

Ας ακούσουμε τον ίδιο τον ήρωα σε μια εξομολόγησή του λίγο πριν το τέλος:

«Δεν ελπίζω τίποτα στο Ούρι. Απλώς πηγαίνω. Δεν επέλεξα επίτηδες έναν σκυθρωπό τόπο. Με τη Ρωσία δε με δένει τίποτα, εδώ όλα μου είναι ξένα, όπως και παντού. Στ’ αλήθεια εδώ μου άρεσε να μένω λιγότερο από οπουδήποτε αλλού. Αλλά ακόμα κι εδώ, δεν μπόρεσα να μισήσω τίποτα..»

« Ξέρετε άραγε ότι ακόμα και τους δικούς μας μηδενιστές τους κοίταγα με κακία, από ζήλεια για τις ελπίδες τους; Όμως αδίκως φοβόσασταν :δεν μπορούσα να είμαι σύντροφός τους , διότι δε συμμεριζόμουνα τίποτα.»

« Ακόμη και η άρνηση δεν ξεχείλισε. Όλα πάντα ήταν ρηχά και νωθρά..»

« Ξέρω ότι πρέπει να σκοτώσω τον εαυτό μου, να με σβήσω από προσώπου γης σαν ενοχλητικό έντομο. Αλλά φοβάμαι την αυτοκτονία , γιατί φοβάμαι να επιδείξω γενναιοψυχία. Ξέρω ότι αυτό θα είναι μια ακόμα εξαπάτηση , η τελευταία εξαπάτηση σε μια ατέλειωτη σειρά από εξαπατήσεις. Ποιο το όφελος να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, μόνο και μόνο για να το παίξεις μεγαλόψυχος; Για μένα δεν μπορούν να υπάρξουν αγανάκτηση και καταισχύνη. Ως εκ τούτου και απόγνωση.»

Ο Σταβρόγκιν είναι ένας αλλοτριωμένος άνθρωπος και αυτή του η αλλοτρίωση τον συνθλίβει. Απ’ αυτήν την άποψη είναι ένας απόλυτα σημερινός άνθρωπος.


δημοσιεύτηκε στο Βακχικόν