Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

συνενοχή

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό..


Εκείνη τη νυχτιά
που ο ήλιος σκιάχτηκε
και βάφτηκε σταχτής
Έγερνα ολοένα προς το χώμα
Με χέρια νερουλά
το υγρό μυαλό μου αναμόχλευα
Οργής κουβέντες εξαρχής
Κανοναρχούσα

Μήπως κεντήσω
τη νωθρή μου φύση
Αιώνες τώρα
που διδάχτηκε να λέει
« μακριά από με
κι ας γίνουν όλα στάχτη.»

Κι ήταν εκεί
ένας πέτρινος κήπος
ένοχος
που κυλίστηκε
μες σε ποτάμια λάσπης

Κι ήμουν εκεί
μια πεταλούδα από χώμα
τα φτερά της που καψάλισε
μες σε ποτάμια λάβας
και κούρνιασε στη χούφτα του εχθρού της
ευγνωμονούσα.

δημοσιεύτηκε στο poema

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

κι ύστερα ήρθε η σιωπή

Κι ύστερα ήρθε η σιωπή
σφηνώθηκε στη νοτισμένη μνήμη σου
πότισε τις σκιές με σύγνεφα θρυμματισμένα
σε θραύσματα νιφάδες κάτασπρες.
Είχαν οι σκιές ζαρώσει στις γωνιές μιας θλίψης
που’ χε ντυθεί το άχρωμο.
Μα σαν τις τάισε το σύννεφο
αρχίσαν –λες- πνοή να παίρνουν
ζωή ν’ ανασαίνουν
ξεκολλήσαν απ’ τις άραχλες γωνιές
κι άρχισαν να τραγουδούν
με φρίκη κι αναγάλλια – λες- μαζί
το τραγούδι τους
το τραγούδι της σιωπής
το τραγούδι της θάλασσας.

Μυστικά προαιώνια αρχίσαν
ν’ ανασαίνουν μουσικές
χωράφια ατέλειωτα οργώνονταν
στο νου του ανθρώπου
κι ένα μικρό παιδί
που’ χε για πάντα κοιμηθεί
στις κόχες του μυαλού σου
άρχισε πάλι να γελά
με γέλιο μουσικό
κελαρυστό
ατόφιο.

« Μου μίλησε η θάλασσα .»
είπες και σώπασες.
Μα έχουν να λεν
αυτοί που σ’ είδαν καταπρόσωπο
πως η ματιά σου είχε πια μια λάμψη απόκοσμη
και τα δυο χείλη σου σφίγγονταν
σαν να’ σουνα στο χείλος της αβύσσου
και – προπαντός – σαν να το γνώριζες καλά
μες το πετσί σου.


25-7-2006

για σένα μοντεκρίστο