Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

ξόδεμα

Πώς να μιλήσω μέσα μου τη δίψα;

Χώμα ο ουρανός μου ραγισμένο.
Να μην το θέλω
Κι όμως εκεί να μ’ ακουμπάει
Με μάτια κάρβουνο πυρρό
Με νύχια πρόωρα αιχμηρά.

Να σχίζει το πρόσωπό μου τη νύχτα
Και το πρωί
Ξανά μεσ’ απ’ τη μάσκα της θωριάς μου
ν’ αναθρώσκουν
Λόγια καπνού
Με πρόσωπο ακέραιο
Λες
Και λείο.

Πώς να φιμώσω μέσα μου το χρόνο;

Θεριό που κράτησε στα μάτια του το φόβο
Τον σάπισε κουφάρι τρύπιο από παντού
Κρεμασμένο νωθρά στα γερτά μου ματόκλαδα.

Χαράδρες σκοτεινές οι φθόγγοι μου
Αντιλαλούν αλαλαγμένα σκόρπια λόγια
Κι είναι ο αέρας γύρω μου σεντόνι
Κρατημένο σφιχτά στο λαιμό μου.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

σιωπή

Πώς γίνανε τα σ’ αγαπώ
άγονα σχήματα φυγής για καληνύχτα
που ξεπουλιούνται στο σωρό
αβάσταχτης σιωπής ηχώ σ’ άγονη πίκρα.

Πώς χάθηκαν εδώ κι εκεί
τα ανυπόκριτα γιατί άχαρης νιότης
κι αυτό που απόμεινε συρμός
άμορφη μάζα από καπνό
μισές αλήθειες
που ακροβατούν σκοινί λεπτό
καθώς ορμούν σαν αερικό
στου νου τις σφαίρες

κι ανάερα , απόγεια, μυστικά
μου λένε τ’ άστρο αλυχτά
ψάχνει να φύγει
απ’ της νυχτιάς το μυστικό
το αναίτια ακόμα το κλειστό
το φιμωμένο..

Σαν ανυπόταχτα παιδιά
οι αλήθειες τρίζουν
που λίγο- λίγο αδημονούν
για να ξεφύγουν
από τα χάδια της ποδιάς
που όμως τα ζύγωσε κρυφά
αιχμάλωτα τα πήρε..


5-1-2007

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

άτιτλο

Στη φωνή του
Ολάκερη που χώρεσε
Σ’ ένα κανάτι ραγισμένο από σμάλτο
Σιωπήσαν οι καιροί.

Ρικνό το πετσί που τον κάλυψε
Και λέγαν οι άνθρωποι ολοτρόγυρα
Ρυθμικά πως τον ακούσαν ν’ ανασαίνει
Με μάτια ορθάνοιχτα
Και στόμα με σύρμα ραμμένο.

Κι ένα καράβι
Στα σπλάχνα του τον σήκωνε
Κατάρτι καρφώθηκε μεσίστιο
Στα φτερωτά του λόγια
Που φεύγανε κυνηγημένα
Απ’ τα μάτια του
Και λάμπαν φλογερά
Στα πέρατα
Του μαυροσύγνεφου ορίζοντα

Σαν πουλιά
Που τα’ διωξε η μπόρα.

παρερμηνεία

Αυτό το σύρμα που χαράκωσε τον οισοφάγο μου
Κι έφτασε ίσαμε τα σωθικά μου
Και τ’ ανακάτεψε ευχάριστα
Έτσι που
Τα μάτια μου γινήκανε δυο λίμνες από αίμα
Με μικρές εντός τους κηλίδες μαύρου καπνού
Ποιος το κινούσε ;

Εγώ δεν το’ θελα.
Κι ας ορκιζόμουν πως ξέπνοη μ’ άφηνε η απώλειά του
Κι ας στριφογύριζα τα χέρια μου υστερικά.

-πόσο να μοιάζω πια τρελή
για να το δουν οι γύρω μου
πως μίλησα;-