Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

ο φύλακας στη σίκαλη

«…Κατέβηκα από άλλη σκάλα κι είδα κι άλλο « γ…» στον τοίχο. Προσπάθησα να το σβήσω με το χέρι μου , αλλά ετούτο ήτανε χαραγμένο με σουγιαδάκι ή κάτι τέτοιο. Δεν έβγαινε. Έτσι κι αλλιώς, τι νόημα είχε. Κι εκατό εκατομμύρια χρόνια να σου δίνανε, πάλι δε θα’ σβηνες ούτε τα μισά « γ…» στον κόσμο. Είναι αδύνατο.»

ο φύλακας στη σίκαλη, J. D. Salinger(μετάφραση Τζένη Μαστοράκη)

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

στους μαθητές μου

Ο μικρός Τζουνέτ έκθαμβος στέκει
Μπρος στου Απόλλωνα τα πικροφόρα ακόντια
Που δέσαν τους Αργίτες
Στο άρμα του χαμού.

Ξωπίσω του κεφάλια παιδικά
Θάλασσες από μάτια
Ψυχές ορθάνοιχτες
Στου Ομήρου τη στρυφνή μαγεία.

Τα μάτια τους
Φωλιές για χελιδόνια που ερημώσαν.
Κρόταλα ηχηρά
Τα σκιάζουνε ολούθε
Κι αυτά αλλόφρονα πετάν
Με μάτια σκοτεινά
Και φτερακίσματα λυγμού.

Εγώ στέκω αντίκρυ τους
Και κάνω τη φωνή και τη ματιά μου
Φλογέρα λιγυρή
Τα σκιαγμένα πουλιά να μαγέψει
Να προσπεράσουν τις σειρήνες του χαμού
Αγέρωχα να’ ρθουν και να κουρνιάσουν
Στις φωλιές τους.

Ο μικρός Τζουνέτ με κοιτά.
Τα χελιδόνια μες στα μάτια του
Μαγνήτες
Έλκουν ευχάριστα την κουρασμένη μου ψυχή
Λίγη απ’ τη λάμψη τους
Της δίνουν.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

στιγμή από σύννεφο

Κάθε στροφή ανοίγει εμπρός της κι ένα θαύμα
κι είν’ η ανάσα της στραφτάλισμα φωτιάς.
Στης λησμονιάς το ξέθωρο άτι ανεβασμένη
καλπάζει με τον ήλιο στα μαλλιά
για την κοιλάδα που’ χει στα έγκατα της νιότης της .

Μια γοργοφτέρουγη αχτίδα η σκιά της
σαν ξαποσταίνει σε μιαν άκρη τ’ ουρανού
προτού κινήσει πάλι για τον ανέκκλητο – θαρρείς – προορισμό της.

Διάλειμμα κάλπικο
Το ξέρουν όλοι
Μα
Ποιος θα τολμήσει να το πει.
Να θρυμματίσει τον ήλιο που –έστω- κρυφά
αχνοφέγγει στα ξανθά της μαλλιά.

Κι έτσι ξανά θ’ αποδυθεί στο πουθενά
Ξανά γερμένη σε κροντήρια ξέχειλα χυμούς αόρατους
θ’ απομυζεί τη νιότη
και θα γελά τον εαυτό της πως υπάρχει αθανασία.

Μια φυσαρμόνικα γερμένη στο κενό η ομορφιά της
με ήχους –λες- φερμένους απ’ αλλού.

Μην την ξυπνάτε.

Κρατήστε την αθώα.

Ρωτήστε την μονάχα τ’ όνομά της
κι αν να τ’ αποκαλύψει δεν καταδεχτεί

μη σκιάζεστε.

Φυλάξτε την μονάχα στοργικά μες στη ματιά σας
κι αφήστε την να κοιμηθεί.

Στιγμή από σύννεφο
Στιγμή από ατόφιο χρυσό στάρι
Στιγμή μονάκριβη.

Δεν είναι άλλο η ζωή από στιγμές
και απ’ ανάσες ξοδεμένες- τάχα- ανώφελα.

Κι αν η στιγμή σας γέλασε
κι αν δεν τη βρήκατε να σας μιλά κατάστηθα,
μη λησμονάτε το κορίτσι
που γέλαγε ανέφελα
κι έκανε τις στιγμές να μοιάζουν ουρανοί
έτοιμοι να χωρέσουν το αιώνιο.

26-9-2007