Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ

ΤΡΩΕΣ

Είν’ οι προσπάθειές μας, των συφοριασμένων`
είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε` κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας` κι αρχίζουμε
να’ χουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.-


Είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κι έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται`
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει`
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

Κ. Π. Καβάφης


Πόσες φορές δε σιγοψιθύρισα μέσα μου τους τελευταίους στίχους..
«πικρά για μας…»

Ο Καβάφης είναι μεγάλος, για μένα ο πιο μεγάλος ποιητής που γέννησε η Ελλάδα. Και τον γέννησε η Ελλάδα . Έσκυψε στην ιστορία της και την έκανε ποίηση. Έσκυψε στον Ποιητή της και συνάντησε τη σκέψη του εκεί βαθιά ,στην πιο μύχια ρίζα της ,που είναι και η πιο μύχια ρίζα της σκέψης και της γλώσσας αυτού του γνήσια υπερήφανου πολιτισμού, του αρχαιοελληνικού. Είδε με την οξυδέρκεια του Ποιητή την ουσία του ομηρικού έπους ,που είναι η τραγική σύλληψη του κόσμου . Γι’ αυτό και το ποίημα αυτό το ξεχωρίζω ..Δίνει το υπαρξιακό αδιέξοδο του ανθρώπου, όπως η Ιλιάδα το αποτύπωσε καίρια στη μοίρα του Έκτορα, ή του Πάτροκλου .

Μα το ποίημα που δίνει με τρόπο συγκλονιστικό την τραγικότητα του ανθρώπου είναι του Απόλλωνος η Απιστία.




ΑΠΙΣΤΙΑ

Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκεν ο Απόλλων στο λαμπρό τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για τον βλαστό που θα’ βγαινε απ’ την ένωσί των.
Είπε` Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θ’ αγγίξει
και θα’ χει μακρυνή ζωή.- Αυτά σαν είπε,
η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Απόλλωνος που γνώριζε από προφητείες
την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.
Κι όταν μεγάλωνεν ο Αχιλλεύς, και ήταν
της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του,
η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.
Αλλά μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις,
κ’ είπαν τον σκοτωμό του Αχιλλέως στην Τροία.
Κ’ η Θέτις ξέσκιζε τα πορφυρά της ρούχα,
κ’ έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια.
Και μες στον οδυρμό της τα παληά θυμήθη`
και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Απόλλων,
πού γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια
έξοχα ομιλεί, πού γύριζε ο προφήτης
όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα.
Κ’ οι γέροι την απήντησαν πως ο Απόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,
και με τους Τρώες σκότωσε τον Αχιλλέα.

Δεν ξέρω γιατί θυμήθηκα τον Αλεξανδρινό ποιητή σήμερα ειδικά. Ένα χαμόγελο θα’ θελα να του χαρίσω μέσα απ΄ την καρδιά μου για όσα πικρά χαμόγελα μου χάρισε με τα μεγάλα του ποιήματα.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

παιδί μου

κάρφωσα τις λέξεις μου στο θυμό σου
να’ ρθεις να τις λυγίσεις μία μία
δίχως ψίχα να τις αφήσεις
όταν γυμνές από λυγμό και έγνοια θα αιωρούνται μες στην αίθουσα
κι εγώ θα σε κοιτώ
παιδί μου
με μάτια σκοτεινά γεμάτα φόβο

το φόβο πως σε μοίρανα
με σάλιο απ’ τη χολή μου
προτού σε φέρω σ’ αυτόν τον κόσμο
αθώο και γυμνό
παιδί μου

το φόβο πως σου κάρφωσα στα μάτια το λυγμό μου
την πρώτη κείνη τη στιγμή
που στύλωσα επάνω σου
περιδεές το βλέμμα
την πρώτη κείνη τη στιγμή
που τα ορφανά μου χέρια
απλώθηκαν στο άσπιλο και τρυφερό κορμί σου
να τ’ αγκαλιάσουν..

μα είμαι άνθρωπος παιδί μου
και σέρνομαι στης γης την κυρτωμένη πλάτη
δίχως μάτια να δω την πληγή μου
δίχως αφής το χάρισμα ν’ αγγίξω τη ματιά σου

και πώς να σου το δείξω
πως
σ’ όσες τροχιές κινδύνου κι αν ακροβατήσεις
όσο κι αν βίαια στεριώσεις τα πόδια στο χαμό
πάλι στη γη θα πέσεις
άνθρωπος κι εσύ
άχθος αρούρης..