Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Νικολάι Σταβρόγκιν


Ως εδώ ήταν λοιπόν
Κοπιάστε να δείτε το στραβό μου χαμόγελο

Επιμελώς κρυμμένο
Πέθαινε πίσω απ’ τις ζάρες της εθελούσιας στρυφνότητας
-         θαρρούσα πως έτσι δείχνω σοφότερος
           κι επέμενα να ζαρώνω τις σάρκες μου

…ώρες προσποίησης μπροστά στον καθρέπτη-

Mα τώρα τέλειωσε

Ήρθε ο καιρός να με δείτε γυμνό

Και να

Στέκομαι μπροστά σας
κι έχω στα μάτια μου μόνο ριπές απ’ αγέρα

Πού τον βρήκα τον αγέρα
εδώ στη μονότονη ακτή που με ρίξατε
δεν το γνωρίζω.

Είναι κι αυτό μια κατάκτηση όμως.

Εσείς
στα μικροσκοπικά ματάκια σας έχετε μόνο κάρβουνα νεκρά
μα δε θωρείτε τίποτα πέρα απ’ αυτά
νομίζετε πως είναι φλόγες λέει
ικανές ν’ ανάψουν τις φωτιές ολάκερου του κόσμου
και γελάτε
μα το γέλιο σας φτάνει στα μάτια μου
και γίνεται πιο χλιαρό κι απ’ τη σκιαγμένη  σας μιλιά

θαρρείτε πως ακούω..

τίποτα δε φτάνει σε μένα τώρα πια
κι όταν το βλέμμα μου στυλώνω στον καθρέπτη
δε βλέπω τίποτα
τ’ ακούτε;

Με σκότωσα.
Και χαίρομαι γι’ αυτό
Και γελώ δίχως ήχο
Μα ούτε το γέλιο μου δεν είναι πια ικανό
Να ζαρώσει το μούτρο μου
Αρυτίδωτο στέκει
Γυμνό
Μοναχά το στραβό του αυτό χαμογέλιο
Λάμπει ήλιος –φωτιά
Στο κέντρο του
Φωτιά και σας σπαράσσει.




Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

μικρό μου

                                                για το μικρό μου γιο που γιορτάζει σήμερα..

Το γέλιο σου
διαμαντάκια διάφανα
θραύσματα μυστικά
αβάσταχτης μαγείας`
Μυριάδες αστράφτουν αέρηδες
σαν ανασαίνεις..
Μια λίμνη απ’ αστέρια η ματιά σου
που παιχνιδίζουν ουρανούς
που λάμνουν παραμύθια.
Ένα κρυμμένο μυστικό
η ίδια η ύπαρξή σου
που υπόσχεται ατέλειωτα μαγευτικά ταξίδια
κάθε φορά που αχνά κι αγνά
την ακριβή μιλιά σου ξεδιπλώνεις.
Και το άγγιγμά σου, η μικρή σου αγκαλιά
η θαλπωρή της
είναι η δική μου θάλασσα
το πιο ακριβό ταξίδι
η πιο ζεστή αμμουδιά`
και ο ουρανός μοιάζει γεμάτος θαύματα
και αρώματα και δώρα
σαν σε κοιτώ
και με κοιτάς
μικρό μου..


24-8-2006

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

συνήχηση

για τον πατέρα μου



Κύμα ταξίδευε στα περιστέρια της μιλιάς σου.

Μουρμούριζε τη δίψα του ένοχο
Πάφλαζε την οργή του σε τοίχους άξαφνους
Σε μάτια ξέφτια.

Θάλασσα ταξίδευε στην πλάτη σου.
Αρμύρα έπλεκε χάντρες στα μάτια σου
Κι ήσουν σκυμμένος στην έγνοια σου
Και μουρμούραγες λέξεις .
Σ’ άκουγα κι έλεγα που ήσουν ολότελα ξένος στην όρασή μου
Μα μέσα μου χύνονταν οι λέξεις σου
Σα θάλασσα
Πεφιλημένη απ’ το στόμα του δέους.

Να σπούσαν – λέει- μέσα μου τα βότσαλα
Κι όχι όλα στα μάτια σου
Που με κοιτάζουν ηχερά και νοτισμένα.

Με κρίματα ξένα δεν σου’ πρεπε να γεμίσεις τη ζήση σου.
Και το πόδι σου που βούλιαξε σε κουβά απ' ασβέστη
Κείνη τη μέρα που βούιζαν οι άνεμοι στ’ αυτιά μου
Και τα τρύπαγαν οχληρά.

Όχι δε σου’ πρεπε
Κείνο το βλέμμα
Πέτρα που πλάκωνε το σύθαμπο δείλι
Κι ομίχλη κάταχνη να ψιχαλίζει μέσα μου

Βουβό το κλάμα σου.