Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

άτιτλο

Ο πόνος σου
Μικρή μου αθώα
Μοιάζει λουλούδι ακόμη ανέγγιχτο απ’ τον καιρό
Μοιάζει φεγγάρι πελαγίσιο
Που βούλιαξε στην κορυφογραμμή της Ίδης
Κείνο το δειλινό του Αυγούστου
Και το τρέμουλο στη φωνή σου
Όταν μιλάς
Τη φύση σου κραυγάζει
Που μάταια προσπαθείς να κρύψεις
Πίσω απ’ τα τατουάζ και τις τρύπες στα χείλια σου.

Μπορεί οι άλλοι να γελάστηκαν
Και να σε είπαν
Μιαν ακόμη περίπτωση χαμένη
Απ’ αυτές που μετά βίας το σχολειό θα βγάλουν.

Μα ’ γω σε είδα να σωπαίνεις από θυμό
Και ν’ αντιδράς
Είδα τη σπίθα στο βλέμμα σου
Κι αυτό μου φτάνει
Για να σε κατατάξω αλλού.

Μα
Είπαμε
Καθείς και τα όπλα του

Κι όταν τα όπλα δεν είναι παρά μια ματιά ραμμένη από φόβο
Κι εμμονές
Ή το πολύ πολύ
Μια ενσυνείδητη επιμονή στο άθλιο καθήκον

Ποιος να σε δει κατάματα μικρή μου;

Το βλέμμα σου κρύβει φωτιές και κεραυνούς
Κι αυτοί έχουνε μάθει να κρυώνουν.

ρητορική ένδεια

Μοιάζουν οι λέξεις μου παιδιά ορφανά
Η μάνα τους σκοτώθηκε ευθύς μετά τη γέννα
Αυτόχειρας σε μια στιγμή γνήσιας ηδονής.

Δεν καταδέχτηκε
Από το χέρι να τα πάρει
Με προστυχιά τον κόσμο να γνωρίσουν.

Φευγάτε μόνα σας
Κραυγάζει
Ξυπόλητα λιγνά και τρομαγμένα
Γυρέψετε να σας ανοίξουν πόρτες.

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

ανάσα

Ίσως και ν’ άξιζε τον κόπο
Τα μάτια μου να ξεφλουδίσω ίσαμε κει που δεν παίρνει
Τα δέρμα μου να ψήσω
Μυρουδιά θανατίλας να σας αρπάξει όλους στις δαγκάνες της
Μόνο και μόνο για ν’ ακούσω τη φωνή σας
Όταν θα στριφογυρνάτε στις κρύπτες σας
Και μ’ ουρλιαχτά θα δοκιμάζετε τον ύπνο.

Πόση ντροπή πια να σηκώσει το βλέμμα μου
Πόση ντροπή

Τα νύχια μου μεγαλώσαν παράταιρα
Μέσα σε μια νυχτιά

Ανθρωπίλα μυρίζει ,μου έλεγες
κι ήσουν κι εσύ μέχρι το τέλος σκυφτή
κρατούσαν τα μάτια σου από μια ρίζα πόθου χωμάτινη
μάτια χώμα σπαρμένα
Πώς να τα ξεφλουδίσω; ρωτούσες
πόσο ασάλευτη πια να στέκω
δεν ξέρω
δεν ξέρω τίποτε
τίποτε πια δεν έχω να γυρέψω
πέρα απ’ ανάσα.

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Θέτις

Σαν έγειρε η Θέτιδα το υγρό της βλέμμα
στου παιδιού της το άψυχο δέμας
ήταν βροχή που ξέσπαγε απ’ τον Όλυμπο
το μοιρολόι
κύματα πέτρινα
και σπάγαν στ’ ουρανού το θόλο.


Δία, στάζει φωτιά ο Όλυμπος
Είναι τα μάτια σου που τρυπάν το κορμί μου
Έτσι ως ακούμπησα εδώ
Στην άκρη της γης
Να καμωθώ την θνητή
Έτσι για να θρηνήσω το παιδί μου
Αυτό που εσείς φυτέψατε στα σπλάχνα μου

για να’ χω τώρα ένα καρφί στα μάτια μου
να βλέπω το αίμα του γιου μου
να βάφει το χώμα της Τροίας
και να’ μαι αθάνατη
αίμα να μην κυλά στις φλέβες μου
και το βλέμμα του
να μου είναι ξένο
γιατί ζυμώθηκε με δάκρυα
κι εγώ τα δάκρυα δεν τα γνωρίζω
παρά σαν λέξη
λέξη των ανθρώπων
και το μαύρο που μέσα του σαλεύει
κι αυτό μια λέξη
μακριά πολύ απ’ το δικό μου βλέμμα
το άφθιτο
γι’ αυτό κι άμοιρο πόνου.

Κι όταν αντίκρισα το σώμα του νεκρό
-κι ήταν το σώμα του παιδιού μου-
πόνεσα πιο πολύ
όχι για το χαμό του
μα για το βλέμμα το δικό μου
που’ ριξα πάνω του

βλέμμα πάγου
βλέμμα κενού
ανάξιο να χαϊδέψει τις πληγές
αυτού του ξένου
που κείτονταν στο χώμα
εμπρός στα θεϊκά σανδάλια μου.

Δία ακούς;
Τουλάχιστον πλάσε με θνητή
Δωσ’ μου τη μοίρα του θανάτου
Να μ’ αγγίξει
Μήπως το δυνηθώ να κλάψω αληθινά
Το σπλάχνο μου
Τον Αχιλλέα.