Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

για τους μετανάστες απεργούς πείνας

Τους έβλεπε να πλησιάζουν με τα αλεπουδίσια μάτια τους, σάλια να πασαλείφουν το ποντικίσιο στόμα τους και τα χέρια τους να μοιάζουν νύχια αρπαχτικού. Κάρφωνε τα πόδια του στη γη κι ευχόταν να μπορούσε να πάρει η όψη του χωμάτινο χρώμα, να ζαρώσει ολόκληρος μέσα στη σκόνη και να φυτευτεί στη γη , τη γη που τον έθρεφε χρόνια τώρα με την καρτερία της.
Αυτοί δεν έβλεπαν τίποτα . Μονάχα τα λόγια τους άκουγαν μεγεθυμένα μέσα τους κι επαίρονταν πως ήταν –λέει- φιλάνθρωποι και ξέρανε ωραία να μιλούν με όρους περισπούδαστους κι αμφίσημους που ξεχειλίζανε σοφία.
Αυτός τίποτα απ’ αυτά δεν ένιωθε. Μονάχα ένα τρέμουλο στην καρδιά του απ’ τα μάτια τους που τον μετράγαν και τον έκριναν και του ζητούσαν να υψωθεί εκεί που τον ήθελαν. Μα πού να ξέρει κι αυτός πού τον ήθελαν να σταθεί.. Άλλοι τον φαντάζονταν με το στεφάνι του μαρτυρίου στο μέτωπο κι άλλοι – οι ποιητάδες- με ψυχή λιονταριού που δίνει στη γραφίδα τους λίγο απ’ το αίμα που τόσο ποθούν.
Κι άλλοι τον θέλαν ταπεινό να παρακαλάει εμάς τους ψυχοπονιάρηδες Έλληνες να τον χρίσουμε Έλληνα να ευφρανθεί η καρδιά του..
Υπήρχαν βέβαια και οι ρατσιστές, που τον βλέπαν σα μια μύγα που καρφωμένη στη κόχη του βρωμισμένου τζαμιού περιμένει το θάνατο..

Μα τίποτα απ’ αυτά δεν έβλεπε αυτός. Μονάχα μια μικρή αράχνη στην τέντα της σκηνής του, που ύφαινε τριγύρω του τον ιστό της με τη σοφή του χρόνου υπομονή.

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

πέταγμα

Όσο κι αν ούρλιαζε κομμάτια ο σφυγμός μου
Όσο κι αν θόλωνε το τζάμι του μυαλού
Προχωρούσα

Με μια σφυρίχτρα στα μάτια
Τριζοβολητό αιώνιο οι σπίθες τους
Σπαθιά τρεμάμενα
Σπαθίζαν τη σιγή
Και την κόβαν στα δυο
Κι εκεί ανάμεσα στο άσπρο σεντόνι του βυθού
Έκλαιγε μια κόρη τα μάτια της
Που της τα πήραν
Αυτά τα μάτια της τα παιδικά
Και πού να τα’ βρει τώρα
Έτσι σκυφτή που έμαθε μονάχα να υφαίνει
Πίκρα και λόγια περιττά
Σ’ ανέμους πεταμένα
Βλέμματα
βήματα τυφλά σε ίσκιους χαρισμένα.

Όσο κι αν χάραζε η ανάσα μου τριγμούς
Όσο κι αν λιώναν τα υγρά στοιχειά του νου μου
Σε γωνιές αχόρταγες
Προχωρούσα.

Στο χέρι κράταγα βολβούς λιωμένους τα μάτια μου
Και τα στριφογύριζα στα χωμάτινα χέρια μου
Έτσι που γίναν βυσσινιές οι χαρακιές της μοίρας
Βυσσινιές και στάζαν χρώμα
Και για μια στιγμή
Θάρρεψα πως είδα στα υγρά μου χέρια
Μια πνοή
Μια αχλύ απ’ όνειρο
Φεγγάρι και ουρανό

Και ξέχασα το χώμα.