Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

. . .

«Στα σπλάχνα σου μανιάζαν φίδια
Θάλασσα το δέρμα σου
Μ’ αλάτι γουβιασμένο στους πόρους»

Πια δε νυχτώνει
Σούρουπο παντού


Πια δε νυχτώνει
Φώτα ν΄ ανάψουν στο πελαγίσιο σώμα

Να’ ρθουν τ’ ουρανού τα ντύματα
Να ράψουν στη γη παρηγόρια

Να ζωγραφίσουν τα πουλιά
Γλαυκούς ηλιάτορες
Την πέτρα να σηκώσουν απ’ τους κροτάφους μου
Ν’ ανοίξω τα πανιά των ματιών μου
Πάλι στη μέρα

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

...................

Αυτός ο άνθρωπος έγινε δέντρο νύχτα
Τη μέρα έβγαζε κλαδιά
Κορφές και βάτα
Και υψωνόταν στο κενό
Και αγκάλιαζε τα σύγνεφα
Μάτια δεν είχε
Κι έψαχνε χώμα να καρφώσει τις ρίζες του
Μα ήτανε παντού νερά
Και λασπωμένα χνάρια
Παντού νύστα κι έρημος
και βατράχια κοάζαν πνιχτά
Μ’ αυτιά δεν είχε να τ’ ακούσει
Μονάχα ένιωθε ένα σούρσιμο εκεί που άλλοτε ήταν τα πόδια του

Και τώρα θάρρειε πως αντίκριζε ρίζες
Μα ήταν μονάχα στο νου του αυτά όλα

Δέντρο πώς να γενεί ο άνεμος
Δέντρο πώς να φανεί η αύρα
Δέντρο πώς ν’ ανατείλει από καπνό
Και μέλη σπαραγμένα
Και νοτιάδες και κνώδαλα

Και το χώμα πού να το’ βρει να ριζώσει;

Όλοτρόγυρα τον κυκλώσαν τα έλη
Και μύτη δεν έχει την οσμή του σάπιου να μυρίσει

--------------

Ο πόνος σκάφτει μέσα μου λαγούμια μέλισσες
Ορμούν στις τρύπες του κορμιού μου
Το σπαράσσουν
Δεν ξέρω αν είναι βάλσαμο το κεντρί τους ή φαρμάκι
Κι ούτε ποτέ μου είδα μέσα στην υπόγεια βοή τους
Κάτι παρήγορο
Μα
Φταίει νομίζω κείνη η παραξενιά που με καρφώνει
Να βλέπω κύματα κει που οι άλλοι βλέπουν κάλμα
Ν’ ακούω λέξεις πανικού
Τριγύρω απ’ τις σιωπές
Και πώς γαληνεύει ο καλπασμός βημάτων μέσα μας
Μου λες;

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

...

Αυτή η θάλασσα έγερνε μέσα μου ολάνθιστη
Με κατάπινε και με ξερνούσε
Κι έστελνα τη ματιά μου στον ουρανό
Που’ χασκε διάστερος στου ματιού μου την κόχη
Και σάλευαν όλα του βυθού τα πουλιά
Και με σηκώναν στα φτερά τους
Με ταξιδεύαν σε στυφά άλμης σοκάκια
Κι είχα στο στόμα μου
Γεύση ακριβή
Τη δίψα
Κι είχα στα χέρια μου
Ντύμα κρυφό το φόβο
Κι είχα στο νου μου
Κρατήρα βουβό
Τη λαχτάρα

δέηση

Έτσι κρυφά να σου μιλώ ψυχή μου
Έτσι καθάρια να μοχλεύω τις πληγές σου
Κι εσύ να γέρνεις το υγρό σου βλέμμα
Ίσια κατάβαθα στην κοίτη του δικού μου ποταμιού
Και να κρατάς στα μάτια σου λουλούδια του αγρού
Και θάλασσας ριπές και ουρανού ανεμώνες
να τις φυτεύεις μέσα μου
καρδιά μου
τα μάγια να μου λύσουν
και να το δυνηθώ να σε κοιτάξω

κι αυτή η χαράδρα που τώρα ασάλευτη φεγγίζει στο στεγνό σου μέτωπο
να γίνει μονοπάτι να βαδίσω τη σιωπή μου
και να γεμίσει ήχους γάργαρους
πουλιών κελαηδισμούς
αγέρα υπερήφανου στρωσίδι.