Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

ανθρωπιά

Θα σας εξομολογηθώ το πρόβλημά μου. Τώρα τελευταία έχω μια αδυναμία να μιλήσω και να πω όλα όσα πυρπολούν το κεφάλι μου . Και αν δεν αισθανόμουν το μυαλό μου μια ωρολογιακή βόμβα έτοιμη για έκρηξη, ειλικρινά δε θα με ένοιαζε καθόλου αυτή μου η αδυναμία. Μα έχω τέτοια τρομακτική εσωτερική ένταση και τέτοιο θυμό , που αρχίσω να πιστεύω πως θα τρελαθώ αν δεν πω κάτι. Γι’ αυτό με μεγάλο πόνο κάθομαι τώρα μπροστά στην οθόνη. Θα’ θελα να μην πω τίποτα. ΜΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΏ.

Σιχασιά ..αυτό νιώθω. Οι άλλοι φτύνουν πάνω μου τη μικρότητά τους κι εγώ χαμογελώ ..μα ως πότε;

Μπα ..δεν έχει νόημα… δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθείς να συγκρουστείς με την ανοησία που σε περιβάλλει από παντού ..να κλείνεις τη μύτη σου να μη σε φτάσει η μυρωδιά αυτού του οχετού ..μα πώς; είσαι μέσα του και κολυμπάς ..

Κι όχι αυταπάτες προπαντός ..που λέει κι ο ποιητής..

Πώς λέτε να αισθάνεται ένας άνθρωπος που προσπαθεί σ’ ένα απάνθρωπο σχολείο- φυλακή να διαφυλάξει την αθωότητά του, το γέλιο του, την αγάπη του για αυτό που καθημερινά βλέπει να υφαρπάζεται, να γελοιοποιείται, να ακυρώνεται..

Για ποια αγάπη σας μιλώ;
Την αγάπη για την περιέργεια, για το ψάξιμο, τη δίψα για απαντήσεις..

Φτάξανε σχολεία –φυλακές, απάνθρωπα σχολειά με μαθητές που αισθάνονται φυλακισμένοι και δασκάλους στο ρόλο του δεσμοφύλακα.. . όχι.. αρνούμαι να μπω σ’ αυτόν το ρόλο… αρνούμαι να σκοτώσω τη ματιά μου.. αρνούμαι να σκοτώσω το γέλιο μου…αρνούμαι να γίνω ακόμη ένα φοβισμένο ανθρωπάκι που με σκυφτούς ώμους και κλειδωμένο μυαλό θα ζητήσει απ’ τους μαθητές του να κλίνουν το «ειμί»

Στο διάβολο να πάει αυτή η γνώση που γίνεται μαρτύριο, βασανιστήριο, μπαμπούλας…στο διάβολο να πάνε κι όλοι αυτοί που νεκρώσανε τα μυαλά των παιδιών μας, τα βάλαν σε κλουβιά, τους κόψαν τα φτερά κι ύστερα κοιτούν –λέει- να τα γιατροπορέψουν όπως- όπως με τις νεκρές γνώσεις τους..

Στο διάβολο όλοι τους..

Σιχαίνομαι..

Πριν μια βδομάδα είχα πάθει αφωνία . Σε ένα τμήμα Γ΄ Γυμνασίου στο μάθημα της λογοτεχνίας , καθώς δεν μπορούσα να μιλήσω, τους έβαλα να ακούσουν Καββαδία .

«χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία» λέει ο ποιητής

γέλια ειρωνικά , ψίθυροι, διάθεση να ακούσουν καμία, εκτός ίσως από δυο τρεις μαθητές που πραγματικά έδειχναν –τουλάχιστον- μια περιέργεια.. Να πω βέβαια ότι αυτό οι μαθητές δεν το θεωρούν μάθημα…έχουν μάθει ότι μάθημα σημαίνει « ο καθηγητής παραδίδει, εμείς κοιμόμαστε» Φτύνω αίμα κάθε φορά που επιχειρώ κάτι διαφορετικό στην τάξη μέχρι να το αποδεχτούν..
Σταματάω το CD, τους γράφω στον πίνακα « σχίστε μια κόλλα χαρτί» και γράφω στον πίνακα το θέμα :

« Αυτό που θέλανε το πέτυχαν . Φτιάξανε ανθρώπους που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν ή να διαβάσουν αυτά που σε περίοδο Δικτατορίας θα ήταν απαγορευμένα».

Τέλος πάντων ..πάλι στην φλυαρία το έριξα..
Αυτό που θέλω να πω είναι πως εμένα δε θα με νικήσουν τα καθάρματα ..το στόμα μου δε θα το κλείσουν …όσο και να προσπαθούν να με εξαθλιώσουν με το μισθό μου να έχει φτάσει μετά βίας τα 900 ευρώ, με το κλίμα τρομοκρατίας παντού, μέσα και έξω απ’ τα σχολεία, με την τηλεόραση να υπνωτίζει μικρούς και μεγάλους .

Εγώ έχω ως ύστατο καταφύγιο το παιδί που κρύβω μέσα μου…και πολλές φορές ,που είμαι μέσα την τάξη και νιώθω πως τρελαίνομαι απ’ την άγνοια, την παθητικότητα, την αδιαφορία, τα νεκρά βλέμματα, τότε που λέω «παράτα τα» « κάνε το μάθημά σου και φύγε» « μη φθείρεσαι» τότε κοιτάω στα μάτια αυτό το παιδί που έχω απέναντί μου και βλέπω πως πίσω απ’ το βλέμμα του αυτό κρύβεται πόνος και φόβος και αγωνία πως και πάλι θα το απορρίψουν και θα του κολλήσουν την ταμπέλα του αποτυχημένου…τότε μαλακώνω και νιώθω πως κι αυτά τα παιδιά κουβαλούν το καθένα το δικό του μικρό Γολγοθά, που για άλλο μπορεί να είναι το εννιάρι που πήρε στο διαγώνισμα, για άλλο ο πατέρας του που πέθανε δυο μέρες πριν, για άλλο η μάνα του η καταθλιπτική…

Κι αν το σχολείο έχει καταντήσει ένα νεκροταφείο θαμμένων ταλέντων , κι αν το καταντήσανε ένα δεσμωτήριο όπου κυριαρχεί το χάος, η μαγκιά, οι συμμορίες, κι αν στους διαδρόμους σέρνονται ανθρωπάκια νεκρά από καιρό , όχι ..τα όπλα δεν τα καταθέτω…Θα επιμείνω σε ό,τι μου απέμεινε, είναι το μόνο πια…η ανθρωπιά ..

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

ίνες χωμάτινες

Μη με αρνείσαι θάλασσα
Κραυγάζει ο ποιητής
Στιγμές γονατιστός στην αρμύρα της
Σχίζει τα πουκάμισα του δέρματός του
Θυσία τα προσφέρει στη βοή της

Κι ύστερα βγαίνει μουσκεμένος απ’ τη δίνη της
Γράφει σε κύκλους τη σιωπή του
Σκάφτει χαντάκια και τη θάβει
Να’ ρθει κάποτε
Να δέσει τις φλέβες του
Να τις ισιώσει
Να μη φουσκώνουν ποτάμια αίμα τα μάτια του
Να ξαστερώσει η μιλιά του
Να μιλήσει.

Μάταιος κόπος.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

μονάχα οι άνθρωποι

Θέλω να κρατηθώ απ’ το ποίημα και να νιώσω και πάλι πως είμαι εκεί πίσω στην ασφάλεια της μήτρας, με μόνο ήχο το ρυθμικό παλμό της καρδιάς της μάνας μου.
Μα τι γίνεται, όταν όλες οι βεβαιότητες γκρεμίζονται και δεν απομένει πια καμιά μα καμιά ανάσα πέρα απ’ την στερνή εκείνη του πνιγμού..
Τι γίνεται όταν σωπαίνουν ένοχα οι λέξεις κι ό, τι κι αν γράψεις σου φαίνεται στιλέτο στην πλάτη σου;

Μονάχα οι άνθρωποι πια μου απομείναν..
Μονάχα οι άνθρωποι ..

Τι αστόχαστα το ξεστόμισα αυτό το «μονάχα..»

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

πώς να σε πλάσω από γρανίτη

για τον Γιώργο μου

Κρατήσου μάτια μου.
Θα’ ρθουν καιροί ζαλισμένοι
Το ξέρω
Θ’ αναρωτιέσαι ποιος άνεμος σου χαϊδεύει την όψη
Και ποια κραυγή σου μαστιγώνει τη σιωπή
Θα ξύνεις τη μάσκα των άλλων με το βελούδινο βλέμμα σου
Ξανά και ξανά
Γιατί είσαι αθώος
Το βλέπω στην αγωνία σου να μάθεις
Και στη σιωπή σου σαν πικραίνεσαι.
Ο κόσμος μάτια μου γυρίζει αδιάκοπα
Πώς το πασχίζεις στα δυο μικρά σου χέρια να τον κλείσεις ;
Θα πληγωθείς και θα πονέσεις
Πώς τη σκληράδα μέσα σου να στάξω ;
Πες μου τον τρόπο να σε πλάσω από γρανίτη.
Γιατί τρομάζω μάτια μου
Αυτά τ’ αθώα σου τα μάτια
Πόσα γιατί να βαστάξουν δίχως να μαραθούν.
Μα πιο πολύ τρομάζω μην τύχει
τις δυο λίμνες που εντός τους κλείνουν
και τις στερέψει η αγριάδα των καιρών.
Μη δω τα μάτια σου σαν πέτρα να παγώνουν
Όταν ο φόβος τα στοιχειώσει.
Μην τον αφήσεις μάτια μου το φόβο να σ’ αγγίξει.
Μην τον αφήσεις στη ματιά σου να λιμνάσει.

Πώς να σε πλάσω από γρανίτη μάτια μου..


11-10-2006