Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

λυτρωτικό


Έφταναν –λέει- να δρασκελούν
Συθέμελα τα σπίτια αυτές οι σπίθες.
Τις γέννησε ο ουρανός πριν απ΄ το χάραμα
Και τώρα στέκει
Απάνθρωπα μακάριος .

Οι ωδίνες τέλειωσαν
Και το πρόσωπο γαληνεύει
Με μιαν αταραξία καρτερική.

Απλώναμε τα χέρια σε ικεσία άηχη
Στο γαλανό του ήλιου βλέμμα
Και ταιριάζαμε τις φωνές.

Κρατούσαμε στα χέρια πυρσούς αναμμένους
Τα μάτια των παιδιών μας
Λίγο πριν γίνουν άνδρες και ξεχάσουν.

Τι’ ταν αυτό που αντέχαμε χρόνια αχάραγα;
Προσμέναμε ίσως τις ωδίνες
Αφέλεια μας κάρφωνε τις φτέρνες στην έρημο
Και το νεκρό έμβρυο όργωνε με συσπάσεις το ξερό χώμα
Θαρρούσαμε τα σημάδια απ’ τα νύχια του πως ήτανε ζωής σημάδια

Οι πλανημένοι

Και πώς ν΄ ακουμπήσουμε κάπου τα χέρια μας;
Πώς ν’ ανατείλουμε κάπου τη θλίψη μας;
Πού να ουρλιάξουμε την εμμονή μας;

Πεισιθανάτια εμμονή θα την πουν οι προφέσορες της ποίησης
Με το δάχτυλο το υψωμένο σε επίπληξη

για μας

που το μόνο που ποθήσαμε
είναι να κοιτάξουμε τα χέρια μας
και να τα δούμε για λίγο δίχως αίματα

για μας

που το μόνο που μας άγγιξε κάποτε
ήταν
η δίψα για ομορφιά
ανέγγιχτη απ’ τα σκάγια των γνωστικών.

πένθους εραστής

Θα’ ρθούν
Τρικυμισμένα θα μιλούν
Λόγια στυφά θ’ αγρεύουν
Φύλλα
Σ’ ένα Φθινόπωρο κραυγής.

Θα τα σωριάζουν μυστικά
Στο βυθό τους
Τακτικά προπαντός
Ένα ένα
Σαν να φυλλομετρούν ένα σκοτάδι σύννεφο.

Θα’ ναι το δέρμα τους πετσί σκληρό
Τα πόδια τους λιγνά
Το βλέμμα αιματόχτιστο.

Κι εσύ
Μια ακίδα στη φτέρνα τους
Με τα χαζόγελά σου
Και με τις εθελούσιες τσιριμόνιες. 



έψαχνα κάτι να ταιριάζει στις περιστάσεις που ζούμε και το θυμήθηκα..

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

ο φόβος


Μας λύσαν τα σκοινιά
Πλέαμε ανάσκελα
Πετράδια του βυθού
Χτυπιούνταν μες στη χούφτα μας

Στο λαιμό μας η υποψία του σκοινιού
Λεπτή σα νήμα οδοντικό
Πιο πάνω απ’ της μιλιάς τη δίοδο
Πιο μέσα απ’ της φωνής τον κόμπο
Πιο βαθιά απ’ του δέρματος τα λέπια

Μια ηχώ αλαβάστρινη
Ένα νήμα πιο πάνω απ’ την κοίτη
Ο φόβος