Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Ανίδεοι και χορτάτοι

                                                                                           
                                                              
                     

Πεινούσαμε στης γης την πλάτη,
 σα φάγαμε καλά 
πέσαμε εδώ στα χαμηλά 
ανίδεοι και χορτάτοι.
                                                                                     Γ. Σεφέρης 






Εδώ που φτάσαμε
πίσω δεν έχει.
Ήρθε η ώρα να διαλέξουμε τη ζήση μας
σε ποιον σταυρό θα την καρφώσουμε.

Να την περιφέρουμε  μήπως μας λυπηθούν
πια δε φελάει.

Το πολύ πολύ
να μας λυπηθεί ο εαυτός μας.
Αυτός ο κακομοίρης που στριμώξαμε σε κείνη τη γωνιά
εκεί γύρω στα δώδεκα.

Το πολύ πολύ
να μας στείλει ένα κορίτσι
με μάτια αιγυπτιακά
να μας κοιτάξει με συμπόνια
ή με πόνο
ή με κατανόηση
και ν’ ακουμπήσει πάνω μας το χέρι του.

Μα άφεση
κανείς δε δίνει.

Το ξέρουμε καλά
αυτός θα είναι πάντα εκεί
να μας κρατά πισθάγκωνα δεμένους
με τα μάτια στο στέρνο αναίτια δοσμένα στο χώμα

Τρώγαμε χώμα όταν ήμασταν μικροί
μας λέγαν «πλύσου» μας μιλούσαν για μικρόβια
και μόλυναν τη σκέψη μας
όλο εγώ κι εγώ

Τι να σου κάνουμε κι εμείς

πέρα απ’ τον ήλιο που μας τύφλωνε τα πρωινά
δε βλέπαμε τίποτα
τα μάτια μας ήταν σφιχτά δεμένα με ήλιο και θάλασσα κι ουρανό
και έρωτα και ξέγνοιαστες στιγμές

Ανάθεμα
ήμασταν νήπιοι
τα βόδια του ήλιου λαχταριστά ήταν εκεί και μας προσμέναν

μη μας δικάζεις που για λίγο απλώσαμε τα χέρια

τι να σου κάνουμε κι εμείς
μας τα’ ταξαν αλλιώς
αλλιώς μας βγήκαν

και τώρα
που μας φτύνουνε κατάμουτρα τα χρόνια που περάσαμε έτσι
ανίδεοι και χορτάτοι
αχ Οδυσσέα
τώρα
πώς να ξυπνήσουμε μεμιάς
και ποιον να βρούμε φταίχτη;


μυρμηγκάκι



εδώ σε τούτη την κόχη του κόσμου
σε τούτο το χείλος του σύμπαντος
μυρμηγκάκι περπατώ
σέρνω στη ράχη μου έγνοιες μικρές
στενάζω

μα έρχεται στιγμή
που το βλέμμα μου πέφτει τ' αψήλου

κι είναι αβάσταχτη η ποίηση
εισβάλλει στα μικρά μου μάτια
τα σπρώχνει να ξαστερώσουνε να δουν

και τότε γίνεται το διάλειμμα
σταματώ

τα πόδια μου στεριώνουνε στο χώμα
και φεύγει απ' τη ράχη μου το βάρος
ήλιοι αστράφτουν στο φτενό μου σώμα

κι ανασαίνω