Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

για τους μετανάστες

           το κείμενο  είχε γραφτεί σχεδόν δύο χρόνια πριν.. το ξαναθυμήθηκα με αφορμή το ρατσιστικό έγκλημα στα Πετράλωνα..



Τους έβλεπε να πλησιάζουν με τα αλεπουδίσια μάτια τους, σάλια να πασαλείφουν το ποντικίσιο στόμα τους και τα χέρια τους να μοιάζουν νύχια αρπαχτικού. Κάρφωνε τα πόδια του στη γη κι ευχόταν να μπορούσε να πάρει η όψη του χωμάτινο χρώμα, να ζαρώσει ολόκληρος μέσα στη σκόνη και να φυτευτεί στη γη , τη γη που τον έθρεφε χρόνια τώρα με την καρτερία της.
Αυτοί δεν έβλεπαν τίποτα . Μονάχα τα λόγια τους άκουγαν μεγεθυμένα μέσα τους κι επαίρονταν πως ήταν –λέει- φιλάνθρωποι και ξέρανε ωραία να μιλούν με όρους περισπούδαστους κι αμφίσημους που ξεχειλίζανε σοφία.
Αυτός τίποτα απ’ αυτά δεν ένιωθε. Μονάχα ένα τρέμουλο στην καρδιά του απ’ τα μάτια τους που τον μετράγαν και τον έκριναν και του ζητούσαν να υψωθεί εκεί που τον ήθελαν. Μα πού να ξέρει κι αυτός πού τον ήθελαν να σταθεί.. Άλλοι τον φαντάζονταν με το στεφάνι του μαρτυρίου στο μέτωπο κι άλλοι – οι ποιητάδες- με ψυχή λιονταριού που δίνει στη γραφίδα τους λίγο απ’ το αίμα που τόσο ποθούν.
Κι άλλοι τον θέλαν ταπεινό να παρακαλάει εμάς τους ψυχοπονιάρηδες Έλληνες να τον χρίσουμε Έλληνα να ευφρανθεί η καρδιά του..
Υπήρχαν βέβαια και οι ρατσιστές, που τον βλέπαν σα μια μύγα που καρφωμένη στη κόχη του βρωμισμένου τζαμιού περιμένει το θάνατο..

Μα τίποτα απ’ αυτά δεν έβλεπε αυτός. Μονάχα μια μικρή αράχνη στην τέντα της σκηνής του, που ύφαινε τριγύρω του τον ιστό της με τη σοφή του χρόνου υπομονή.


28-2-2011

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

πλάνη



Λέγαν πως γράφανε τη μοίρα τους
Πως πιάναν τη ζωή από τα κέρατα
Τη σέρναν σε γραμμή που τρέκλιζε ολοένα
Και ζαλιζότανε –λέει- ο Δημιουργός
Να παρακολουθήσει τι κάναν αδυνατούσε
Κι έπειτα
Τους παράταγε μονάχους
Δίχως την αμείλικτη αύρα του όμματος που
Τα πάνθ’ ορά

Κι αυτοί
Πετούσαν σε γραμμή τεθλασμένη ολοένα
Οι ποιητές της ζήσης τους

Λέγαν

Οι λέξεις πέταγαν απ’ τα μισάνοιχτά τους στόματα
Γράφανε κύκλους στον ουράνιο θόλο
Λίγο λίγο ανέβαιναν και πιο ψηλά

Και τους αφήναν

Ανυπεράσπιστους πλάνητες


Κι ένα μικρό παιδί
Κατάχαμα ριγμένο
Με τα μούτρα στην άμμο αλειμμένα
Με τα μάτια αστέρια γεμάτα
Ένωνε τα διαμαντάκια του γέλιου του
Σκάλα ανάερη
Να τους τραβήξει
Στη θάλασσα
Να βαπτιστούν στα νερά της
Κι ως θα ανέρχονται
Γαλήνιοι και μικροί
Ν’ αναφωνήσουν

Θεέ μου
Πάλι ψέματα έλεγα