Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

το τέλος των ημερών

Να’ γερναν αυτοί που σου τρυπούσαν με συμπόνια το μυαλό
Και να τους χώνευε η γη
Στέρνες αλλόφρονα ψάρια τα μάτια τους
Φέγγαν σκοτάδι μ’ ουρλιαχτά
Σε κοίτη ποταμού που απέβαλε στη θάλασσα

Να μίλαγες
Να μίλαγες

Θεοί αναίτιοι κρατιόντουσαν με ορμή πάνω απ΄ τη δίψα σου
Και σε κεντούσαν
Κι ήσουν μικρός και άνθρωπος και μόνος
Και στέναζες όπως ο πρωτόπλαστος
Σαν είδε του παράδεισου την πλήξη
Κι έστρεψε τα νώτα στον πατέρα.
Το πύρινο βλέμμα καρφί στο στέρνο του
Μα δεν απόστρεφε το βλέμμα από την πτώση.

Με την ανάγκη να σπάσει τα δεσμά καρφώθηκε η τύψη στη ματιά του
Με τη δίψα για γνώση γεννήθηκε η επίγνωση του μάταιου
Κι όταν μάθαινε πως ήτανε μοίρα του ο θάνατος
Ανέτειλε μέσα του ο πόνος
Που τον έκανε
Άνθρωπο.