Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Παραδεισανού Ειρήνη, Ρητορική ένδεια, Vakxikon.gr 2013, 
γράφει ο Γιώργος Λίλλης
Θα σας προσφέρω τη δίψα μου

Θα τη στραγγίξω σε κανάτι διάφανο

Και θα προσμένω τα χορτάτα λαρύγγια σας

Να’  ρθουν να καμωθούν πως τα’ γγιξε η δίψα


Θα σας προσφέρω τη λύπη μου

Θα τη στερνιάσω σε χωμάτινο σινί

Και θα προσμένω τα δάκρυα του πόνου σας

Έτσι ως θα καμώνεστε τους πένητες


Θα σας προσφέρω τους στίχους μου

Εγώ ο μόνος

Ο στερημένος από νότες ουρανού

Εγώ που μ’ άγγιξε  η λάβα του κενού

Μου τσουρούφλισε το νου

Κι από τότε σέρνω τα βήματά μου και τρεκλίζω

Σε τούτη τη γη που με διώχνει


Παραθέτοντας το παραπάνω απόσπασμα από την πρώτη ποιητική συλλογή της Ειρήνης Παραδεισανού, θέλω να δείξω με τον πιο έμπρακτο τρόπο, δηλαδή αφήνοντας την ίδια την ποίηση να μιλήσει, πώς η ποιήτρια εισχωρεί στον χώρο των γραμμάτων  με τον πιο ελπιδοφόρο τρόπο. Διαβάζοντας την Ρητορική ένδεια, διέκρινα ένα πηγαίο ταλέντο, μια φωνή που ξέρει να μεταφράζει σε λέξεις τα αισθήματα. Η ποίηση δεν χρειάζεται ρητορικά σχήματα. Χρειάζεται ελεύθερο βλέμμα, τόλμη και σαφήνεια σε σχέση με τα αισθήματα που καλλιεργούνται μέσα μας, αλλά σπάνια έχουμε το θάρρος να φέρνουμε στο φως. Θα έλεγα πως σε όλο το βιβλίο υπάρχει ένας έντονος πόθος για αναζήτηση της αλήθειας πέρα από τα καθιερωμένα πρότυπα. Η Παραδεισάνου ξεδιπλώνει τον εσωτερικό της κόσμο, μοιράζεται τις ανησυχίες, τους φόβους και τα αδιέξοδα, όσο και επώδυνο να είναι αυτό. Πότε γίνεται όμως αυτό ποίηση; Μα φυσικά όταν υπάρχει ως βάση μια ευαίσθητη ψυχή που έχει την τόλμη να μιλήσει αληθινά, μια ψυχή που βίωσε την ποίηση όχι ως τρόπο γραφής, η καλλιτεχνικής ταυτότητας, αλλά σαν ένα βαθύτερο αίσθημα δύναμης που βοηθά να φτάσουμε στα όρια και να τα ξεπεράσουμε, ανακαλύπτοντας τις μέσα μας δυνάμεις:

Κι λούφαζε στο χάρτινο βασίλειο

Και γίνανε τα λόγια των τριγύρω του θηλιά

Κι οι άνεμοι του πλέξανε στεφάνι αδιαπέραστο

Στων άλλων τη βοή

Στων άλλων την ολότελα άγνωστη

Μα τόσο αγαπημένη –αλήθεια- γλώσσα. 

Η αυτογνωσία οδηγεί στην συνειδητοποίηση του κενού, το μάταιο των πράξεων. Εδώ ακριβώς όμως η ποιήτρια μεταμορφώνεται σε δραματουργό που επιδιώκει παρά το σθεναρό βάρος των καιρών να επενδύσει στο σταθερό χώρο του ρεαλισμού παίζοντας με τις λέξεις το παιχνίδι της ειρωνείας. Ο αυτοσαρκασμός προδίδει την συναίσθηση της πτώσης, της ρήξης του ανθρώπινου στην ευτέλεια.   Η Ειρήνη Παραδεισανού δείχνει να κατέχει το υλικό της, δοκιμάζει τον ήχο των λέξεων με ένα μορφικά ιδιαίτερο τρόπο που δημιουργεί μια ρυθμική τονικότητα απαραίτητη στο ποιητικό της τέχνασμα, όπου συντελείται έτσι η κορύφωση στιγμών και σκέψεων τις οποίες επιθυμεί να ξεχωρίσουν και άλλοτε με πιο ήπιο τόνο ενσωματώνει στο στίχο το δραματικό στοιχείο που μας προωθεί να συλλογιστούμε την παρούσα στιγμή ως δική μας. Βιωματική ποιήτρια, οριοθετεί το γλωσσικό της χώρο και εντάσσεται υπερασπίστρια της ουσίας της τέχνης της χωρίς την επιδίωξη εντυπωσιασμών και επιφανειακών μεθόδων προβολής. Ποίηση ουσιαστική, αντανάκλαση της αγωνίας της να μεταφέρει ακέραια το αίσθημα ότι μπορούμε να συνυπάρξουμε στον ιδιαίτερο κόσμο που στεγάζεται η ποιητική της ιδιοσυγκρασία:

Θα’ ρθει καιρός που όλα θα φαντάζουν ίσια

Μια τέλεια ευθεία

Δίχως καμιά καμπή, χάσμα ή καμπύλη.

Η σκόνη θα σωρεύεται αθόρυβα πολύ στις εσοχές

Κι εσύ θα είσαι εκτός

Μόνιμα εκτός

Με τη λύπη

πνιγμένη απ’ το βρόχο της σιωπής της

να καθρεπτίζει στα θολά τα μάτια σου

την αρυτίδωτη όψη της.

Κοπέλα νωρίς που γέρασε  εντός της

με μαλάματα ποικίλα

το πορσελάνινο δέρμα της χρίζει

κι είναι νωρίς για να το δει

κι είναι αργά για να το νιώσει.


Γι’ αυτούς που αλώθηκαν

ο χρόνος αξία δεν έχει.
πρώτη δημοσίευση στην Θράκα.

γιαγιά Σοφία

Χθες αποχαιρετήσαμε τη γιαγιά Σοφία.

Ήταν η γιαγιά του συντρόφου μου στη ζωή. Μα ένιωθα ,στον τρόπο που με κοιτούσε, στον τρόπο που με αγκάλιαζε, στα λόγια της ,πως δε με ξεχώριζε από τα εγγόνια της, σαν να μοιραζόμασταν το ίδιο αίμα.

Έζησε πάνω από εκατό χρόνια. Δεν ήξερε και η ίδια πόσα. Δεν έχει σημασία τώρα πια.

Σημασία έχει πως ακτινοβολούσε ολόκληρη το πιο σπάνιο φως. Το φως της αγάπης.
Μιας αγάπης όμως που έκρυβε μέσα της απίστευτη δύναμη.

Το έβλεπες στον τρόπο που στεκόταν - λαμπάδα το κορμί της μέχρι το τέλος. Στον τρόπο που σε κοίταζε. Το βλέμμα της έμεινε καθαρό απ' όλη τη βρωμιά μιας ζωής που επέμενε να την ραπίζει .

'Εζησε στο πετσί της όλη τη σκληρότητα ιστορικών στιγμών που περνούν και παίρνουν στο διάβα τους τις ζωές των ανθρώπων, αδιαφορώντας για τον πόνο τους .

Έζησε δυο πολέμους- ο ένας της στέρησε τον άντρα της - τη βασανιστική φτώχεια, τη στέρηση, την αδικία που τα θηλυκά ως αδύναμα μέρη υπέμεναν σε μια ασφυκτικά κλειστή κοινωνία ,όπως ήταν αυτή στα ορεινά χωριά της Κρήτης.

Η γιαγιά Σοφία όμως ήταν φτιαγμένη από στέρεα υλικά.

Τη διεισδυτική ματιά της ευφυίας, ακάματη ενεργητικότητα, ανθεκτικότητα στις δυσκολίες , δυναμισμό, αστείρευτο πείσμα, εντιμότητα κι ευθύτητα. Μα πάνω απ' όλα ,αυτήν τη μαγική ικανότητά της να σε κοιτάει με μάτια γεμάτα πίστη και να σου λέει την αλήθεια όσο ζόρικη κι αν ήταν αυτή.

Αυτή της η ανάγκη να στέκεται αγέρωχη ,ως γνήσια Κρητικιά ,απέναντι σε όποιον προσπαθούσε να την εκμεταλλευτεί , την έκανε να περάσει δύσκολα, να αναγκαστεί να δουλεύει σαν άντρας στα χωράφια για ένα πιάτο φαγητό για τα παιδιά της. Μα δεν καταδέχτηκε ούτε να κλάψει ,ούτε να δείξει την αδυναμία της μπροστά σε ένα ολόκληρο χωριό που την έβλεπε με δέος αλλά και με φθόνο. Με φθόνο γιατί ξεχώριζε. Αρνούνταν να παίξει τον ρόλο του αδύναμου θηλυκού που αναζητούσε προστάτη. Σε όλη της της ζωή ορθώθηκε πεισματάρα και περήφανη απέναντι στην κουτοπονηριά ,τις απάτες , το φθόνο, με μόνο όπλο αυτό που η ίδια είχε άφθονο μέσα της. Τον έρωτα για τη ζωή και το μεράκι που έβαζε σε ό, τι κι αν έκανε, είτε ήταν τα βιβλία που διάβαζε, είτε οι δουλειές του σπιτιού που μέχρι τα εκατό της χρόνια έκανε μόνη της , είτε τα υφαντά, τα πλεχτά , τα έργα των χεριών της.

Τελευταία φορά την είδα μια βδομάδα πριν πεθάνει.

Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με τα λευκά της μαλλιά στεφάνι γύρω από το αποστεωμένο πρόσωπο. Μου κρατούσε για ώρα σφιχτά το χέρι, με κοίταζε μ' αυτά τα μάτια της που στάζαν γλύκα και δύναμη και μίλαγε. Έδινε ευχές που εναλλάσσονταν με υπέροχα ταιριασμένες μαντινάδες.

Αυτή η γυναίκα , τα 105 της χρόνια , έχοντας ζήσει μια ζωή που θυμίζει παραμύθι γεμάτο δράκους και θεριά, αποχαιρετούσε αυτήν τη ζωή δίχως καμιά απολύτως μνησικακία , χωρίς θυμό και αγανάκτηση για όσα της στέρησε.

Αποχαιρετούσε το δώρο που της δόθηκε μονάχα με ευγνωμοσύνη και αστείρευτη αγάπη.

" Θέλει ζόρι ο χορός". Μου είχε πει πριν χρόνια.

Τα κράτησα από τότε αυτά τα λόγια.

Ποτέ δε φοβήθηκε η γιαγιά να χορέψει.
Γιατί ήταν πάνω απ' όλα γενναία.
Και μεγαλύτερη γενναιότητα απ' την πίστη στη δύναμη της αγάπης για την ίδια τη ζωή δεν υπάρχει.

σκασμός

Δεν έχω κανένα πολιτικό σχόλιο να κάνω. Δεν υπάρχει και λόγος εξάλλου. Οι μάσκες έπεσαν επιτέλους και όλα είναι διάφανα για όποιον έχει μάτια να δει.

Το μόνο που θα πω είναι πως, για μια ακόμη φορά, αυτοί που θα είχαν κάθε δικαίωμα να μιλήσουν σωπαίνουν.

Αυτοί που σωπαίνουν - όχι από δειλία αλλά από τη συναίσθηση του μάταιου - είναι οι δικοί μου ήρωες.

Είναι αυτοί που με το χαμόγελο στα χείλη , με άδειο πορτοφόλι κι έναν φόβο να τους σφίγγει το στομάχι, πήγαν στις κάλπες εκείνη την Κυριακή - που τώρα φαντάζει τόσο μακρινή - και σταύρωσαν το ΟΧΙ.

Νιώθοντας βαθιά μέσα τους για μια ακόμη φορά πως θα νικηθούν απ' τα θεριά.

Και τώρα συνεχίζουν να χαμογελούν.
Συνεχίζουν να μάχονται και να ελπίζουν.
Σφίγγουν τα δόντια και παλεύουν για την επιβίωση .
Σφίγγουν τα δόντια κι επιμένουν να είναι ακέραιοι και μόνοι σ΄έναν κόσμο ψευτιάς και αλητείας.

Και δεν τρέφουν καμιά μνησικακία σε όλους τους χορτάτους που τους κουνάν το δάχτυλο.
Δεν καταδέχονται να γκρινιάξουν, να μιζεριάσουν, να υψώσουν το δάχτυλο.
Συνεχίζουν να κάνουν το μόνο που ξέρουν.
Να δίνουν την ψυχή τους με μεράκι σε αυτό που αγαπούν .
Πάντα άφραγκοι και και πάντα χαμογελαστοί.

Έναν τέτοιον άνθρωπο έχω δίπλα μου.

Και αυτός και μόνο είναι ο ήρωάς μου.

Γιατί
" Οι ήρωες περπατούν στα σκοτεινά".

Ποτέ άλλοτε δεν ένιωσα πόσο δίκιο είχε τότε ο Σεφέρης, όσο στις μέρες που πέρασαν. Ίσως γιατί οι συνθήκες μοιάζουν.

Κι έχω να πω κάτι στους λαλίστατους , είτε επαγγεματίες επαναστάτες είτε εθνοσωτήρες κόρακες.
Τι ΟΧΙ το δικό μας δε θα το καπηλευτείτε ούτε θα το μολύνετε με την εκ του ασφαλούς ρητορική σας.
Καλό θα ήταν λοιπόν να βγάλετε επιτέλους το σκασμό !

το αυγό του φιδιού

" Η Χ.Α είναι το μόνο κόμμα που εξακολουθεί να εκφράζει το περήφανο όχι της εθνικής αντίστασης των Ελλήνων."

Αυτά τα λόγια του Κασιδιάρη δεν είναι τυχαία. Απευθύνονται στο θυμικό όσων ανθρώπων βλέπουν τα πράγματα υπό τον παραμορφωτικό φακό του φανατισμού.

Και νιώθω πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος που απειλεί την Ελλάδα μα και ολόκληρη την Ευρώπη σήμερα είναι αυτός ακριβώς. Η άνοδος του φασισμού .

Η Αριστερά είναι το μόνο αντίβαρο σ' αυτήν την απειλή. Το μόνο. Και μιλώ για την ιδεολογία της Αριστεράς. Αυτήν που χτυπήθηκε ανελέητα από μια ομάδα σκιάχτρων που κρατούν στα χέρια τους την τύχη των λαών της Ευρώπης. Και τους βλέπω και χαμογελούν και μιλούν για ενότητα και αλληλεγγύη , ενώ το μόνο που τους νοιάζει είναι να σώσουν το τομάρι τους.
Είναι οι ίδιοι που μετά θα μιλούν με βδελυγμία για την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ελλάδα.

Κι εγώ το μόνο που σκέφτομαι είναι ο Καρλ ο ήρωας του Χάινριχ Μπελ που μαστόρευε ένα ποδηλατάκι για το μικρό γιο του στις όχθες του Ρήνου. Οι ρόδες του ήταν από τα πιάνα των τραπεζιτών της πόλης. Έμπαινε κρυφά στα σπίτια τους τη νύχτα και με ένα τσεκούρι τα κατέστρεφε.

« Για τρίτη φορά χτες τη νύχτα καταστράφηκε ένα πανάκριβο πιάνο με ουρά στο οποίο λένε πως έπαιξε και ο Μπετόβεν και πετάχτηκε στη φωτιά σαν καυσόξυλο».

" Τον καταλαβαίνω τον Καρλ. Ήθελε να πετύχει το χρυσάφι στην καρδιά ,αλλά το χρυσάφι δεν έχει καρδιά, είναι άτρωτο.»

«Εμείς οι πολιτικοί φτιάχνουμε το βούρκο και πέφτουμε μόνοι μας μέσα , για να μπορούν εκείνοι να βγαίνουν καθαροί. Και τους βλέπεις κομψούς στους πλειστηριασμούς , όταν προσπαθούν να σώσουν κάποια πολύτιμη σταύρωση, κειμήλια για την πατρίδα. Δε σκέφτονται το αίμα, τον ιδρώτα, τα σκατά απ’ όπου βγαίνουν τα λεφτά τους.»

το πρόσωπο του θεριού

Το δικό μου όχι ήταν απόλυτα συνειδητό. Ήταν το όχι στην υποκρισία, τη διγλωσσία και τον ξύλινο λόγο της πολιτικής. Ήταν η απαίτηση να πέσουν οι μάσκες και να μιλήσει η αθώα παιδική ματιά. Ήταν μια κραυγή που ζητούσε επιτακτικά να ακουστεί.
" Πολιτική είναι να ξερνάς."
Έλεγε ο Χάινριχ Μπελ.
Κι έρχεται μια χούφτα ανθρώπων που μιλούν μια γλώσσα ξένη στα τερτίπια των πολιτικών. Βάζουν στο στόμα τους λέξεις πεθαμένες από καιρό και μου ζητούν να τις αναστήσω με την ψήφο μου. Τη λέξη " δίκιο", τη λέξη " δημοκρατία" ,τη λέξη "ανθρωπιά". Έχω το δικαίωμα να κάνω τώρα πίσω από φόβο?
Η απάντηση είναι μια.
ΟΧΙ !!
..
Αυτά έγραφα κάποιες μέρες πριν. Και σήμερα, μετά από ένα πραξικόπημα από τους θεσμούς που εξανάγκασαν τον Έλληνα πρωθυπουργό να ταπεινωθεί και να χάσει επιτέλους αυτό το χαμόγελο που τους εξόργιζε, τα ίδια ξαναλέω.
Δεν αισθάνομαι παρά ένα μούδιασμα, μια αίσθηση ότι αυτό που ήθελα το πέτυχα. Η Ενωμένη Ευρώπη - που μόνο κατ΄ευφημισμόν είναι ενωμένη και Ευρώπη - έδειξε το αληθινό της πρόσωπο σε όλον τον κόσμο. Το πρόσωπο ενός θεριού που η μόνη λέξη που νιώθει είναι μία , το χρήμα.
Μακάρι να μπορούσα να νιώσω οργή, να διατρανώσω σε όλους τους τόνους πόσο προδωμένη αισθάνομαι..
Μα δεν μπορώ ..
Και ειλικρινά ζηλεύω αυτούς που εξακολουθούν να φωνάζουν.
Πάντα τους ζήλευα αυτούς τους ανθρώπους.. Ίσως γιατί εγώ δεν ήμουν ποτέ έτσι. Έτρωγα πρώτα τις σάρκες μου και μετά άπλωνα το χέρι να αναζητήσω ενόχους πέρα από μένα.
Έτσι και τώρα.
Δεν μπορώ να ρίξω το ανάθεμα σε μια χούφτα ανθρώπων που στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή , παλεύοντας με σφεντόνες απέναντι σε θεριά, νικήθηκαν.
Γιατί το νιώθω πως το διακύβευμα ήταν η ίδια η υπόσταση της πολιτικής στην Ευρώπη. Ο Τσίπρας και η παρέα του πίστευαν στη δύναμη της πολιτικής έναντι των αγορών. Και έπρεπε με κάθε τρόπο να ηττηθούν, να εξουθενωθούν πολιτικά, να ταπεινωθούν.
Στο πτώμα της πολιτικής εγώ αρνούμαι να βγω και να φωνάξω.