Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

για το μάθημα της λογοτεχνίας

Λογοτεχνία Γ' Λυκείου έχω διδάξει μία μονάχα φορά, πριν από τρία χρόνια.
Το πρώτο στοίχημα ήταν να καταφέρω τα παιδιά να με κοιτάξουν. Κι εννοώ να προσηλώσουν το βλέμμα της ψυχής τους πάνω μου. Για δυο ώρες την εβδομάδα, να προσπαθήσουν να ξεχάσουν πως είναι άλογα σε κούρσα με το βλέμμα προσηλωμένο στο τέρμα.
Το δεύτερο στοίχημα ήταν να τα πείσω να πάρουν αυτές τις δυο ώρες στα σοβαρά.
Όποιος έχει διδάξει μάθημα γενικής παιδείας στην Τρίτη Λυκείου, γνωρίζει πως αυτό είναι και το μεγαλύτερο εμπόδιο. Αυτό το βλέμμα στα μάτια των παιδιών που σου πετάει κατάμουτρα. “ Είμαι εδώ μονάχα για να μην πάρω απουσία. Το μυαλό μου όμως και η ψυχή μου είναι αλλού. Είναι στο διαγώνισμα που γράφω το απόγευμα, στις ασκήσεις των μαθηματικών που δεν πρόλαβα να λύσω, στον χρόνο που περνάει κι εγώ την ύλη δεν την έχω βγάλει. Στον στόχο, στον αναθεματισμένο στόχο .”
Μόνο μου όπλο σ' αυτήν την άνιση μάχη ήταν η αγάπη.
Ο έρωτας για τη γλώσσα της λογοτεχνίας , γι' αυτά τα κείμενα που θάψανε σ' ενα βιβλίο και μου ζητούσαν με αγωνία να τα ζωντανέψω.
Μα και η αγάπη μου για αυτά τα παιδιά που είχα απέναντι. Ακόμη κι όταν στην αρχή μου δείχνανε ξεκάθαρα την έχθρα τους με το βλέμμα τους , με τα λόγια τους, με τη στάση του σώματός τους όπως απλώνανε στο θρανίο την κούρασή τους.
Και μιλώ για κούραση ψυχική. Ένα βλέμμα που έλεγε: “ Τι έχει να μας πεις κι εσύ; Τα έχουμε δει όλα, έτσι κι αλλιώς.”
Στην αρχή με πήρανε για μια γεροπαράξενη που έχει αυτό το βίτσιο. Να παθιάζεται με τα κείμενα.
Δεν τους άφησα περιθώρια έτσι κι αλλιώς να αντιδράσουν με πιο ακραίους τρόπους.
Κατάφερα – όπως το λένε- να σταθώ στην τάξη.
Όσο περνούσε ο καιρός ,όμως, είδα κάποια βλέμματα να αλλάζουν.
Εργασίες για το σπίτι δεν τους έβαζα. Είχα μονάχα μια απαίτηση. Να συμμετέχουν όσο μπορούσαν σ' αυτό που συζητούσαμε στην τάξη.
Και όποιο κείμενο και να επέλεγα , οι συζητήσεις μας στρέφονταν γύρω από έννοιες όπως η ιδεολογική κρίση, η άνοδος του φασισμού, η ανάγκη όλων των ανθρώπων για ελευθερία και σεβασμό και αγάπη. Μιλήσαμε ανοιχτά για την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ελλάδα, για την αναβίωση της ναζιστικής ιδεολογίας σε όλην την Ευρώπη.
“ Μα επίτηδες το κάνετε κυρία;” Με ρώτησε ένας μαθητής.
“Όχι” , του απάντησα “ Απλά το βιβλίο σας επιλέγει κείμενα από την μεταπολεμική λογοτεχνία. Και η καταδίκη του ναζισμού και του πολέμου που αυτός προκάλεσε ήταν στην ψυχή των ανθρώπων που έγραφαν τότε .”
..
Μαθαίνω πως το μάθημα το συρρίκνωσαν. Αφαίρεσαν τη μία ώρα . Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο εκεί. Δεν είναι μόνο στην απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών . Είναι στη λογική του μπακάλικου που διατρέχει τη φιλοσοφία με την οποία γίνονται τα πάντα στην εκπαίδευση. Και όποιος πασχίζει αυτές οι ώρες μέσα στην τάξη να αφήσουν κάποιο αποτύπωμα νιώθει πως είναι απόλυτα μόνος σ' αυτόν τον αγώνα.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

...

Ένα λιγνό παιδάκι πρώτης Γυμνασίου με μάτια έξυπνα μα σαν χαμένο.
Διαβάζω τα ονόματα την πρώτη μέρα και πετάγεται.
" Κυρία ,εμένα με λένε Αλέξανδρο!"
Κοιτάζω την κατάσταση και βλέπω ένα αλβανικό επίθετο και δίπλα το όνομα Αλέξανδρος γραμμένο με το χέρι.
Το αληθινό του όνομα στην κατάσταση άλλο.
..
Σήμερα διδάσκω αρχαία ελληνικά στο τμήμα του. Ξέρει πως είμαι προσωρινά εκεί. Έχω πάρει απόσπαση σε άλλο σχολείο και από μέρα σε μέρα φεύγω. Με κοιτάει με μάτια αθώα . Και για μια ακόμη φορά πετάγεται.
" Κυρία, μη φύγετε.."
Την επόμενη ώρα διδάσκω στο Β4 λογοτεχνία. Μιλάμε για τα εγκλήματα του ναζισμού στην Ελλάδα. Τους μιλάω για την σκηνή από την ταινία " Η εκλογή της Σόφι". Εκεί που η μάνα είναι αναγκασμένη να επιλέξει ανάμεσα στα δυο παιδιά της στο στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Τα μάτια τους καρφωμένα πάνω μου. Αθώα μάτια. Τη βρωμιά της ζωής δεν την έχουν ακόμη γνωρίσει. Βλέπω τη σπίθα μέσα τους.
Το Γυμνάσιο σε μια από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές του Ηρακλείου. Στεγάζει δυο κόσμους . Από τη μια τα παιδιά στο όριο της φτώχειας. Κι από την άλλη τα χορτάτα, καλοζωισμένα παιδιά. Το βλέπεις στα πρόσωπά τους, στα ρούχα τους, στις κινήσεις τους. Κάποιες φορές και στα λόγια τους. Δεν ξέρουν τι σημαίνει ζόρι.
Κάθε χρόνο το χάσμα μεγαλώνει ακόμη πιο πολύ.
Αν για κάτι είμαι σίγουρη πάντως , μετά από δώδεκα χρόνια στα δημόσια σχολεία, είναι πως είμαστε μόνοι μας. Παντελώς αβοήθητοι. Εμείς και τα παιδικά μάτια των μαθητών μας. Στήριξη δεν υπάρχει από πουθενά. Μονάχα εμπόδια.
Μα υπάρχει κάτι που με κάνει και συνεχίζω με το ίδιο πάθος.
Είναι εκείνο το στοίχημα που βάζω κάθε χρόνο με τον εαυτό μου, να μην ξεχάσω και ξεχαστώ. Να καταφέρω να αποδείξω σ' αυτά τα ζευγάρια μάτια που έχω απέναντί μου, πως δεν έχω πεθάνει ακόμη μέσα μου. Πως είμαι ζωντανή και πάλλομαι από αγάπη για αυτό που επιχειρώ να τους μεταγγίσω, είτε είναι ο θυμός του Αχιλλέα είτε η σύνταξη του απαρεμφάτου.
Και νιώθω πως τα παιδιά το χαίρονται αυτό. Γιατί θέλουν δίπλα τους ανθρώπους με πάθος κι όχι πεθαμένα σερνάμενα ανθρωπάκια. Και στο ανταποδίδουν.