Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

το λάθος

Νομίζω πως η μεγαλύτερη ζημιά όταν διδάσκεις λογοτεχνία γίνεται στην περίπτωση που νομίζεις ότι ξέρεις την απάντηση στην ερώτηση που έθεσες στα παιδιά. Στην περίπτωση δηλαδή που έχεις στο μυαλό σου μια μόνο αλήθεια, τη δική σου αλήθεια και κλείνεις τα μάτια στην αλήθεια που αυτά προσπαθούν να σου καταθέσουν. Και το χειρότερο ακόμη είναι όταν την "αλήθεια" αυτήν τη διάβασες σ' ένα βοήθημα, τη φωτοτύπησες και τους τη μοίρασες ,για να τη γράψουν στο διαγώνισμα. Σ΄ αυτήν την περίπτωση ,δεν είσαι πια δάσκαλος , είσαι απλός διεκπεραιωτής μιας υπόθεσης . Και η λογοτεχνία ξεψυχάει στα κόκκινα σημάδια που εσύ χαράσσεις στα νεανικά γραπτά.

Ποιητής : αυτός ο ξένος




Ο ξένος με το παράξενο όνομα “Χριστιανός” που πηγαίνει να τον φιλοξενήσει η οικογένεια του φίλου.

Η μοίρα του ξένου σέρνεται από τον φίλο”.

Όλοι τον χρησιμοποιούν μ΄εκείνο το τυραννισμένο πάθος που είναι προορισμένο για ειδικούς ανθρώπους κι ο ξένος με μια απελπισμένη καρτερία έγινε ο άνθρωπος κι ο τρομαχτικός εαυτός του καθενός.”

Ζουν απ ' αυτόν”.

Ο ξένος θα μπορούσε να είναι ο ποιητής με το βλέμμα του να καρφώνεται αμείλικτο στην όψη των ανθρώπων που στοιβάζονται γύρω του. Ο ποιητής που κουβαλά από παιδί την προίκα της ενόρασης ως μια βαθιά αναπηρία, ένα κεντρί που τον καρφώνει με τις ασθματικές ανάσες όλων των ανθρώπων που συναντά στο διάβα του.

Το δέρμα του ποιητή είναι διάφανο . Ο πόνος τον τρώει λίγο λίγο μέχρι που τον αφήνει δίχως σάρκα. Όλη του τη σάρκα τη βάζει στους στίχους του και την προσφέρει βορά στα αχόρταγα νύχια των ανθρώπων. Και πώς θα ζήσει δίχως σάρκα;

Τι ποταποί θα είστε αν δεν παραδέχεστε πόσο βαθειά με τι ελικρίνεια σας μοίρασα τη ζωή μου κι όλοι σας θα έχετε να αποκαλύψετε για μένα που σας μοίρασα ό,τι πιο ζωντανό κι ό,τι πιο βασανισμένο είχα.”

Το τέλος του ξένου είναι η τελετή όπου τον κατασπαράσσουν ζωντανό και οδηγείται στον θάνατο.

Και την ίδια ώρα που πεθαίνει, ο θεός της αγάπης σκύβει επάνω του πολύ αργά για να τον αντικρίσει.

Ήρθε.. Γύρνα δες”

Του φωνάζει η Τεγκνάντε η γυναίκα με την αισθησιακή καλοσύνη που λίγο πριν τον είχε οδηγήσει πρώτη στο τέλος.

...........

( σκόρπιες σκέψεις πάνω στον Γιατρό Ινεότη του Γιώργου Χειμωνά )




Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

βλέμμα

Υπάρχουν άνθρωποι που αχόρταγα κοιτούν στης αγωνίας τον γκρεμό κι άλλοι που στέκουν ήσυχοι με τα χέρια διπλωμένα στην ποδιά με μια καρτερία που μοιάζει θάνατος. Για κάποιον περίεργο λόγο, οι πρώτοι έχουν μάτια βαθιά. Καρφώνουν το βλέμμα τους μέσα στην πλανόδια γύμνια των ανθρώπων και προσμένουν. Οι δεύτεροι αποφεύγουν να κοιτάξουν ευθεία. Μονάχα πλάγια. Και τα μάτια τους είναι απλανή ,επίπεδα. Το βλέμμα σου γλιστρά πάνω στην επιφάνεια του δικού τους και χάνεται.

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

17 Νοέμβρη 2015


Να ψάχνεις μια κουβέντα, για να αποστομώσεις τους κάθε λογής ηθικολόγους που η σκέψη τους ζέχνει αμοραλισμό, τους κάθε λογής κάλπηδες που έχουν πουλήσει την ψυχή τους στο διάβολο και τώρα με ύφος αγορεύουν και μολεύουν τη μέρα

και να μην σου' ρχεται τίποτα

Να νιώθεις μόνο μέσα σου το ίδιο ρίγος που ένιωσες την πρώτη πρώτη φορά που διάβασες αυτήν την ιστορία για μια χούφτα παιδιών που προτάξαν την τρέλα της νιότης τους στον παραλογισμό της βίας και χαμογελούσαν

κι είχαν στα μάτια τους σπίθες
και ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός
και νιώθαν πόσο βαθιά είχανε μέσα τους νικήσει το φόβο
και ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός και χαμογελούσαν
και ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός και χαμογελούσαν
και ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός και χαμογελούσαν
γιατί ξέραν ποιος ήταν ο εχθρός.

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

περί απαισιοδοξίας

Περί απαισιοδοξίας
της Ειρήνης Παραδεισανού 

                                  Πεισιθανάτια εμμονή θα την πουν οι προφέσορες της  ποίησης
                                     με το δάχτυλο το υψωμένο σε επίπληξη...
                               

Θυμάμαι σε μια έκθεσή μου στο Δημοτικό, με ηδονή που τότε δεν ήξερα να της δώσω όνομα, έγραψα μια ιστορία για ένα πλοίο που ναυάγησε στο πέλαγος και όλοι οι επιβάτες πνίγηκαν.

«Γράφεις όμορφα Ειρήνη. Μα μην είσαι τόσο απαισιόδοξη».
 Η παρατήρηση της δασκάλας.

Έμεινα με το παράπονο.

Από τότε, τα χρόνια πέρασαν και αυτήν την παραίνεση την ακούω συχνά.
Να σκέφτομαι θετικά, να βλέπω την όμορφη όψη των πραγμάτων, να σταματήσω επιτέλους να διαμαρτύρομαι. Να καθίσω στ' αβγά μου. Τα κλούβια αβγά που μου έβαλαν μπροστά μου από τότε που συνειδητοποίησα το βάρος της ύπαρξης και με έπεισαν πως αν φωνάξω θα σπάσουν. Κι αν σπάσουν, το φταίξιμο θα είναι δικό μου. Το φταίξιμο δικό μου για την αποφορά του μάταιου που από τότε οσμιζόμουν κι ένιωθα να με πνίγει.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι προσπάθησα να σωπάσω, να πνίξω μέσα μου τη φωνούλα που μου ψιθύριζε πως όλα πάνε κατά διαόλου. Να κάνω πως δεν ακούω αυτά που δε λέγανε οι άλλοι.

Όπως τα λόγια της θείας μου στην κηδεία της γιαγιάς μου την οποία λάτρευα.

«Τελικά όσο κακός και να είναι ο άλλος , σου λείπει όταν πεθάνει».

Κι εγώ είχα πειστεί πως η σιωπή είναι όπλο. Και δε μίλησα. Έστησα , όπως κάθε φορά, μέσα μου, ένα ατέλειωτο δικαστήριο με τη θεία μου στο ρόλο του κατήγορου, τη νεκρή γιαγιά μου στο ρόλο του κατηγορούμενου κι εγώ η συνήγορος υπεράσπισης.

«Αυτό που εσύ λες κακία με τη μικρονοϊκή σκέψη σου είναι περηφάνια και αξιοπρέπεια κι ευθιξία και λεβεντιά. Αυτό που εσύ λες γκρίνια είναι δίψα για αλήθεια και ομορφιά».

Τότε δεν ήξερα πως προετοιμαζόμουνα για τη μεγάλη βουτιά στην ποίηση.

Κι όταν βυθιζόμουν στα λόγια των άλλων, ψάχνοντας κάτι που θα απαλύνει μέσα μου την αίσθηση ότι όλα είναι εχθρικά και ξένα, δεν ένιωθα πως αποζητούσα ένα σκαρί που θα με ανεβάσει στην επιφάνεια.

Πνιγόμουν μα δεν το ένιωθα τότε. Το λέω τώρα.

Γιατί μοίρα του ανθρώπου που γεννιέται με την επίγνωση του μάταιου είναι να κουβαλά μέσα του ένα βάρος. Κι αυτό δεν είναι εύκολο να το διαχειριστεί χωρίς τον κίνδυνο πνιγμού. Δε λέω θανάτου.

Θα' θελα λοιπόν να πω στην αγαπημένη μου δασκάλα πως η απαισιοδοξία δεν είναι κάτι που επιλέγεις. Είναι η ιερή μελαγχολία που τόσο όμορφα είχε ορίσει ο Ντοστογιέφσκι στους Δαιμονισμένους του. Αυτή που «άπαξ και τη νιώσουν οι εκλεκτοί δε θα την ανταλλάξουν ποτέ με την εύκολη ικανοποίηση». Το ίδιο βάρος βρήκα στον Γιώργο Χειμωνά, στη Σύλβια Πλαθ, στον Αλμπέρ Καμύ, στον Κώστα Καρυωτάκη.

Το βάρος του ανθρώπου που κοιτάει το χείλος του γκρεμού που χάσκει μέσα του και νιώθει πως αυτή η ηδονή του ιλίγγου του δίνει αίμα και τον σπρώχνει να συνεχίσει να είναι άνθρωπος ικανός να νιώσει το βουητό μέσα του.

Ο ποιητής, λοιπόν, που ακούει να τον μέμφονται για πεισιθανάτια εμμονή κι απαισιοδοξία στα γραπτά του, νιώθει σαν το παιδί που γράφει στην έκθεσή του τον πόνο του για όσα γύρω του μαραίνονται και λιώνουν και η δασκάλα του σβήνει με κόκκινο τα λάθη του και του υποδεικνύει.

«Μάθε να μην πονάς με τον πόνο του άλλου. Βρες τη συνταγή της απάθειας. Χαμογέλα!»

πρώτη δημοσίευση στη Θράκα