Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2019

Ο ΦΟΒΟΣ

Καρφί στο μυαλό μου από χθες δυο κουβέντες που άκουσα από δεκαπεντάχρονους μαθητές μου .
" Ο αστυνομικός έκανε τη δουλειά του"
" Τι δουλειά είχε το παιδί στα Εξάρχεια; Είναι κακόφημη περιοχή."
.........
Τι μας λένε οι δυο αυτές κουβέντες;
Ότι τα παιδιά μας έχουν πλέον εμπεδώσει το μάθημά τους.
Δουλειά της αστυνομίας είναι να εκτελεί τα παιδιά που δεν έχουν εμπεδώσει το μάθημά τους.
Δουλειά των γονιών είναι να βοηθούν τα παιδιά τους να εμπεδώσουν το μάθημά τους.
Δουλειά των μέσων μαζικής ύπνωσης είναι να διαμορφώνουν συνειδήσεις γονιών αδύναμων έστω και να σκεφτούν κάτι πέρα από το μάθημά τους.
Δουλειά όλων των υπολοίπων είναι να κάνουν τη δουλειά τους και να ρίχνουν το ανάθεμα σε όσους δεν την κάνουν.
Ποιο είναι το μέγιστον μάθημα ;
Ο ΦΟΒΟΣ

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2019

Να δανειστούμε τις φωνές


Ελάτε ν’ ακουμπήσουμε την άκρη του μυαλού μας με χρυσάφι
Ελάτε να γευτούμε την ανάσα του γκρεμού
Ελάτε να σωρεύσουμε την πίκρα μας
Σε δυο λακκούβες άμμου στην άκρη του δρόμου
Να δανειστούμε τις φωνές
Να γίνουν φτυάρι ατσάλινο
Να θάψουμε τη φρίκη

Το πιάσατε, ανθρωπάκια;

" Κακά τα ψέματα, οι πλειστηριασμοί πρέπει να γίνουν, διαφορετικά οι τράπεζες θα πτωχεύσουν." ( δημοσιογράφος του Σκάι )
" Στα επεισόδια δεν ήταν οι ίδιοι οι άνθρωποι που τους παίρνουν τα σπίτια τους, αλλά οι γνωστοί αριστεροί κύκλοι." ( δημοσιογράφος της Αυγής )
..
Η οθόνη κάνει καλά τη δουλειά της.
Οι κοστουμαρισμένοι ευφυείς ηλίθιοι με το γυάλινο βλέμμα κάνουν καλά τη δουλειά τους.
Η δουλειά τους είναι να μας πείσουν πως δεν υπάρχει χώρος για όλους, πως είμαστε όλοι αναλώσιμοι .
Η δουλειά τους είναι να μας πείσουν πως το τραπεζικό σύστημα δεν είναι αυτό το απρόσωπο τέρας που όλοι υποπτευόμαστε, αλλά το ίδιο το οξυγόνο που μας κρατάει στη ζωή.
Ας κάνουμε λοιπόν την επανάληψη στο μάθημά μας.
" Χωρίς τις τράπεζες, ζωή δεν υπάρχει. Υπάρχει ζωή χωρίς οξυγόνο, χωρίς θάλασσες, χωρίς τροφή, χωρίς αγάπη, χωρίς φίλους, χωρίς χαμόγελο, χωρίς χρόνο, χωρίς ανάσα, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΧΩΡΙΣ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ "
Γι ' αυτό βγάλτε τον σκασμό, σκύψτε τα κεφάλια, κάντε το σταυρό σας που προλάβατε να υπαχθείτε στο νόμο Κατσέλη και προπάντων ΜΗ ΜΙΛΑΤΕ.
Το εμπεδώσατε το μάθημά σας πιστά μου, υπάκουα ανθρωπάκια;
Για όσους δεν το εμπέδωσαν αρκετά, υπάρχουν και οι άλλες εικόνες. Της φυλακισμένης Ηριάννας για παράδειγμα.
Που δεν υπήρξε υπάκουη μαθήτρια. Το μάθημά της δεν το έμαθε.
Και βρίσκεται στη φυλακή .
Το πιάσατε ανθρωπάκια;

( 30/11/2017)

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019

αδέσποτο

Ολόρθα τα σκυλιά και αλυχτάνε
Το γήπεδο της γης ζώνουν σφυριά
Κρατούν την εμμονή στη χούφτα πάνε
Κι ολόγυρα στενάζουνε σκυφτά
Πως έρχεται η αρμύρα από τα δάση
Πως τους μιλά με ανθρώπινη λαλιά
Πως άχνη από τις θάλασσες βυθάνε
Τα ολόγκρεμνα στεφάνια του βορρά
Κι ένα μικρό κορίτσι ξενυχτάνε
Να ‘ρθει στα δυο του χείλη ο αμανές
Να’ ρθει στις κόρες των ματιών η αντάρα
Το βύθισμα της σκοτεινής ματιάς
Και το λευκό ν’ ανάψει τη φωτιά του
Μέσα στα στήθια του χαμού της εμορφιάς του.

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2019

η υπεράσπιση της αθώας ματιάς

" Αρνούμαι να υποθέσω , έστω και για ένα δευτερόλεπτο, ότι η αθωότητα ενδέχεται να καταντήσει να ζει καμπουριασμένη. " έγραφε στην Πτώση του ο Αλμπέρ Καμύ. Αυτό το όρθιο ανάστημα της ψυχής αναζητούν όσοι μένουν νέοι . Αυτό το γυμνό κοίταγμα που στοχεύει ίσια στο μεδούλι. Η υπεράσπιση της αθώας ματιάς. Να ένα όραμα για το οποίο αξίζει να ζήσει κανείς.

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2019

στη χώρα του ποτέ

Κάθε χρόνο ξεκινάω με την ίδια αγωνία. Ο φόβος μου είναι μήπως ξεχάσω και ξεχαστώ. Μήπως μπω στη σχολική αίθουσα με τους ώμους σκυφτούς και το βλέμμα νεκρό. Και τότε τι θα δώσω σ' αυτά τα μάτια που με κοιτούν ή αποφεύγουν να με κοιτάξουν; Τι έχω άλλο να τους δώσω; Και κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, αυτά τα μάτια τους που με κοιτούν μ' εμπιστοσύνη με βγάζουν στ' ανοιχτά. Δεν το ξέρουν τα ίδια. Δεν μπορούν να το νιώσουν ότι από αυτά μαθαίνω. Ότι αυτά μου δίνουν το φως. Μόνο όποιος έχει μπει σε τάξη, μπορεί να το καταλάβει αυτό που λέω. Ότι, αν λείπει ο παιδαγωγικός έρωτας, μάθημα δε γίνεται.
Ο έρωτας όμως, μπορεί ποτέ να είναι εύκολη υπόθεση;
Ε όχι , αγαπητοί μου, που ουρλιάζετε την αδυναμία σας να νιώσετε μέσα από βαρύγδουπες κι αυτάρεσκες κοινοτοπίες. Ξέρετε τι θα πει έρωτας; Θα πει να δίνεσαι. Να ξεχνάς εκείνη την ώρα το σώμα σου. Να ξεχνάς τους γήινους ρόλους σου. Γιατί εκεί είσαι ο Πήτερ Παν στη χώρα του ποτέ. Στη χώρα όπου όλα είναι εφικτά.

φτασμένο ως τον φάρυγγα


Νυστέρι χαράσσει το δέρμα της άμμου
το κρατά στο χέρι άμαθη παιδούλα
στρέφει τα μάτια
αγέννητοι ήλιοι σαλεύουν στις κόρες της
μα δεν το ξέρει
ντυμένη Ινδιάνα τρεκλίζει στο αχανές προαύλιο
πολεμά ν' αποφύγει το βλέμμα του φακού
που την καρφώνει
και να
άπειροι φακοί την τουφεκίζουν
τα παιδικά παπούτσια με την πεσμένη κάλτσα
κι αυτή η μικρούλα τρύπα στο δάχτυλο
- ή μήπως δεν υπήρξε;-
Η υπόνοια μονάχα
ότι το δάχτυλο μεγαλώνει τη νύχτα
μονάχα αυτό σε ολάκερο το σώμα
το δάχτυλο του ποδιού τρυπά την κάλτσα
το δάχτυλο του χεριού τρυπά το στόμα
τις νύχτες βυζαίνει δέρμα
φτασμένο ως τον φάρυγγα.-


Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2019

Κορνήλιος Καστοριάδης

Αυτό που αγαπώ στα κείμενα του Καστοριάδη είναι η καθαρή ματιά με την οποία αντικρίζει τη ρίζα της σκέψης των αρχαίων Ελλήνων και η επιμονή του στην επικαιρότητά της. Μελετούσε τα κλασικά κείμενα από το πρωτότυπο και είχε την τόλμη να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια τους και τη νηφαλιότητα να τα ερμηνεύσει αρνούμενος τον παραμορφωτικό φακό της προγονοπληξίας και του φανατισμού.
Είδε στη βαθιά αντινομία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού τη βαθιά αντινομία της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Και το είδε γιατί προσέγγισε τα αιρετικά αυτά κείμενα με τη σκευή του φιλοσόφου. Το είδε γιατί άφησε τα ίδια αυτά να του μιλήσουν.
" Η ελληνική παιδεία κατακτάται αντιμαχόμενη την ύβριν".
" Ύβρις η ίδια η ανθρώπινη ύπαρξη".
Δεν το επινόησε ο Καστοριάδης. Το ανέγνωσε στα αρχαία κείμενα, από την Ιλιάδα, στον Αναξίμανδρο και στα έργα των τραγικών ποιητών.
Κι αν επιμένει να μιλά για τα κείμενα αυτά μέχρι τον θάνατό του στην εκπνοή του εικοστού αιώνα, είναι που έβλεπε πόσο πολύτιμα θα μπορούσαν να είναι στον αιώνα μας.
Κι αν επέμενε να μιλά για την ουσία της δημοκρατίας ως αυτοθέσμισης, κι αν πάσχιζε να αποδείξει ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία του καιρού του δεν ήταν παρά μια φενάκη, ήταν που έβλεπε αυτό που ερχόταν.

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

..........

Έχω ένα σχόλιο
για τους γλωσσαμύντορες
ηθικολόγους
αυτάρεσκους αγορητές του κενού
οι οποίοι
με υψωμένο το φρύδι
κουνούν την άδεια κεφαλή
γελούν ειρωνικά
ή
υποκριτικά στενάζουν
για την κατάντια της νέας γενιάς μας
.......
( Περιμένετε το σχόλιο;
Δε σπαταλώ το σάλιο μου
να μιλώ σε ανθρώπους
που ξέχασαν τι σημαίνει να είσαι νέος 🙃 )

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2019

η ελληνική ιδιαιτερότητα

Η ελληνική ιδιαιτερότητα δεν είναι η αρμονία και το μέτρο, ούτε η εμφάνιση της αλήθειας ως " αποκάλυψης". Η ελληνική ιδιαιτερότητα είναι το ζήτημα του μη-νοήματος, του μη-όντος. Η θεμελιώδης ελληνική εμπειρία είναι η αποκάλυψη όχι του όντος και του νοήματος, αλλά του οριστικού και αθεράπευτου μη-νοήματος.( ...)
Το λέει ο Αναξίμανδρος και είναι μάταιο να ερμηνεύουμε περισπούδαστα τη φράση του συσκοτίζοντας τη σημασία της : η απλή ύπαρξη αποτελεί αδικίαν , υπερβολή, βία. Από το γεγονός και μόνο ότι υπάρχετε, προσβάλλετε την τάξη του όντος - που είναι επομένως ουσιαστικά τάξη του μη- όντος. Απέναντι στο γεγονός αυτό δεν υπάρχει καμία προσφυγή και καμία δυνατή παρηγοριά. Η μυλόπετρα της απρόσωπης Δίκης αλέθει ακούραστα και συνθλίβει ό,τι γεννιέται.
Κορνήλιος Καστοριάδης
..........
Ἀναξίμανδρος (...) ἀρχήν (...) εἴρηκε τῶν ὄντων τό ἄπειρον (...), ἐξ ὧν δε ἡ γένεσίς έστι τοῖς οὖσι, καί τήν φθοράν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατά τό χρεών διδόναι γάρ αὐτά δίκην καί τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατά τήν τοῦ χρόνου τάξιν, ποιητικωτέροις οὕτως ὀνόμασιν αὐτά λέγων[1].
( Πρόκειται για το απόσπασμα DK 12 A 9 και Β 1. Περιλαμβάνεται στο σχόλιο της Φυσικής Ακροάσεως του Αριστοτέλη από τον Σιμπλίκιο ).

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2019

Όσο πιο βρώμικα, τόσο πιο παστρικά .

Ο αξιότιμος υπουργός μεταφορών υπήρξε απόλυτα ειλικρινής. Αυτό είναι ο νεοφιλελευθερισμός, αγαπητά μου παιδιά. Αχ υπουργέ μας, δεν χρειάζεται να ανασκευάζετε τις δηλώσεις σας. Έχομεν πλήρως κατανοήσει τη θέση σας.
Ξεύρετε τι σημαίνει απόβρασμα της κοινωνίας;
Αυτό που η κοινωνία ξερνάει από τους κόλπους της και το αφήνει να ζητιανεύει στα πεζοδρόμια ή να κοιμάται σε χαρτόκουτες μπροστά από τα πολυκαταστήματα της ευμάρειας και τα τυφλά μάτια των περαστικών.
Και ναι.
Στην κοινωνία του νεοφιλελευθερισμού το μήνυμα είναι απολύτως σαφές.
Κουμάντο κάνει το πορτοφόλι.
Το χρήμα.
Πώς αποκτήθηκε αυτό το χρήμα, ουδείς νοιάζεται.
Όσο πιο βρώμικα, τόσο πιο " παστρικά. "

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

cogito ergo sum


Σκέφτομαι πόσο παρεξηγημένη είναι η διάσημη φράση " cogito ergo sum " του Ντεκάρτ. Τι σημαίνει αυτό το " cogito" ;
Στις " σκέψεις " του ο Ντεκάρτ συγκαταριθμούσε και πράγματα όπως ο πόνος και η αίσθηση της ζεστασιάς.
Άρα
ο πόνος είναι σκέψη;
.........
Σκέφτομαι μια απορία του γιου μου, όταν ήταν τριών.
" Πώς πονάς, γιαγιά ;"
είχε ρωτήσει τη γιαγιά του
Κι αργότερα
" Η μελαγχολία είναι σαν ένας πόνος στο μυαλό".
( Ο Πικάσο είχε πει ότι τα παιδιά είναι οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες. Και οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι ίσως.. )

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

Η δική μου έκθεση


«Για να διατηρούν τις βασικές τους αρχές, οι σύγχρονες δημοκρατίες βασίζονται στη δράση των ενεργών πολιτών» είναι το θέμα αφιερώματος στην ηλεκτρονική εφημερίδα του σχολείου σου. Σε ένα άρθρο 500-600 λέξεων να παρουσιάσεις τεκμηριωμένα τις θέσεις σου για το θέμα, εστιάζοντας:

α. στις ενέργειες με τις οποίες ο πολίτης κάνει πράξη τη δημοκρατία στην καθημερινότητά του, και

β. στις δράσεις με τις οποίες το σχολείο μπορεί να συμβάλλει στη διαμόρφωση ενεργών πολιτών με δημοκρατικό ήθος.
Προσοχή: στο άρθρο να μην αναγράψετε το ονοματεπώνυμό σας.

.............

α. Οι ενέργειες με τις οποίες ο πολίτης κάνει πράξη τη δημοκρατία στην καθημερινότητά του είναι :

1. Κλείνει τις οθόνες

2. Κλείνει τα αυτιά του στις διδαχές των ευφυών ηλιθίων

3. Ανοίγει τα μάτια της ψυχής του στη σιωπή των άλλων, στο γερτό τους βάδισμα, στην κυρτωμένη ράχη των ματιών τους, στα χέρια που χαϊδεύουν το κενό

4. Ανοίγει όλους τους πόρους του δέρματός του να αγκαλιάσει τον Λόγο τους , ακόμη κι αν αυτός είναι μικρός και λίγος , ή μάλλον ακριβώς επειδή το νιώθει πως αυτός είναι μικρός και λίγος

5. Μαθαίνει να μη βιάζεται, να ακούει την ανάσα του και μαζί της και την ανάσα των άλλων , αυτό το Μαζί

και
το πιο σημαντικό

7. Κάθε φορά που του έρχεται να ουρλιάξει από θυμό και απόγνωση για όσα βλέπει γύρω του
να στριμώχνονται δίχως τάξη ,χωρίς ειρμό, για την απάθεια που διαβάζει στα νεκρά βλέμματα ,
για την ηχηρή απουσία των πραγμάτων , κάθε φορά που το βλέμμα του πέφτει στις αλυσίδες ,
κάθε φορά που τον κλείνουν οι τοίχοι , κάθε φορά που τον ζαλίζει το βουητό αυτής της δίχως νόημα ζάλης που βαφτίσανε ζωή

αυτός

κάνει

μια

παύση

και

βυθίζει

το κορμί του

στη

θάλασσα


β. Η δράση με την οποία το σχολείο μπορεί να βοηθήσει είναι ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ.

Σας παρακαλώ όμως, καλοί μου βαθμολογητές, μην παρεξηγήσετε την πρότασή μου. Δεχτείτε την ειλικρίνεια των προθέσεών μου .

Η πρότασή μου ,λοιπόν, είναι η ακόλουθη .

Όλοι ανεξαιρέτως όσοι εμπλέκονται στη μαθησιακή διαδικασία ( δάσκαλοι, μαθητές, γονείς ), αλλά και όλοι όσοι σχεδιάζουν στα γραφεία την εκπαιδευτική διαδικασία ( αυτοί νομίζω το χρειάζονται επειγόντως ) οφείλουν για μία ολόκληρη εβδομάδα να μαθητεύσουν κοντά σε έναν σαλό.

Όσοι δε γνωρίζουν τι εστί σαλός , ας ανοίξουν και ένα λεξικό.

Δε βλάπτει λίγη έρευνα πού και πού.

.............



Παρασκευή, 24 Μαΐου 2019

Η αστυνομία της σκέψης

Μια φράση επανέρχεται εμμονικά στον τρύπιο νου μου αυτές τις μέρες. Η αστυνομία της σκέψης. Με τις ενοχές το καμτσίκι της.
Ευτυχώς, μέσα στο κεφάλι μας κανείς δεν κάνει κουμάντο. Ούτε καν εμείς οι ίδιοι.
Να ο πιο ελεύθερος χώρος του ανθρώπου.
Το περίκλειστον κρανίον του.
Οι κρόταφοι με το υπόγειο βουητό του αίματος .
Εκεί μέσα χορεύουν όλα αγκαλιασμένα.
Ευτυχώς 🙃

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

το ποίημα και το όνειρο


Δεν είχα ακόμη ξυπνήσει, όταν με βρήκε ο πρώτος στίχος. Μα δε σηκώθηκα να τον γράψω. Προτίμησα το χουζούρι. Με βρήκε και δεύτερος και τρίτος. Ήρθε ολόκληρο ποίημα και κόχλαζε στη γλώσσα μου κι εγώ τεμπέλα εκ γενετής .Το σώμα δοσμένο στην ακινησία του πόνου .Ή μήπως στον πόνο της ακινησίας;


Στη θέση του ξύπνιου
μέρες μετά
θα θυμηθώ την αίσθηση του χορού που σάλευε στη γλώσσα μου
υπό την ηδονή της νάρκης
τις λέξεις που αέρινες φτύναν το καθηλωμένο κορμί
το πύρινο μάτι της φλόγας .

Ίσως δεν άξιζε να γραφτεί.
Θα παρηγορήσω την τύφλα μου.

Αδέσποτο
το άγραφο ποίημα
ίσως να έχει μια ελπίδα να υπάρξει.

( Θυμάμαι και τον Σωκράτη που μισούσε τη γραφή και αναθαρρεύω )

....

16/5/2019

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019

Είμαστε αλλού..φευγάτοι..

" Κυρία , έχετε μεθύσει ποτέ;"
" Δεν χρειάζεται η κυρία να μεθύσει. Είναι χάι έτσι κι αλλιώς."
...
Συζήτηση επιπέδου από μαθητές της Α' Λυκείου 🙃🙃
Δεν έχασα την ευκαιρία βέβαια να σταματήσω το μάθημα και να τους μιλήσω για το ποίημα του Μπωντλέρ " Μεθύστε ! "
Σκέφτομαι σήμερα που κάθομαι έτσι άπραγη από το πρωί και κοιτώ το ταβάνι, ενώ οι δουλειές του σπιτιού περιμένουν, πως ο μόνος τρόπος να ζεις τη ζωή σου είναι το μεθύσι. Όχι όμως από κρασί, αλλά από το μέσα σου βουητό , αυτό που άλλοτε σε ρίχνει στα σκοτάδια κι άλλοτε σε σηκώνει στα κύματα.
Μια χαρά τα έλεγε ο Μπωντλέρ 🙂
Ας μεθύσουμε, λοιπόν.
Ας αφουγκραστούμε το αίμα που ρέει στις φλέβες μας, το υπόγειο ποτάμι που σφυροκοπά στους κροτάφους κι ας σφυρίξουμε αδιάφορα τον μόνο σκοπό που μας πρέπει.
Είμαστε αλλού, φευγάτοι..
.. κι αν είναι αυτή η μόνη μας αληθινή εξέγερση, ας είναι..

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

«Όλοι εσείς που φλυαρείτε ασύδοτα στα κουρασμένα αφτιά μου»

γράφει ο Κωνσταντίνος Κωστέας 

Δικαιολογώντας τον τίτλο Ρητορική ένδεια (εκδ. Βακχικόν) της πρώτης ποιητικής της συλλογής, η Ειρήνη Παραδεισανού εκμυστηρεύεται: «Με δυσκόλευε η τέχνη της επικοινωνίας. Ίσως γι’ αυτό στράφηκα στην ποίηση. Για να βρω λόγια να μιλήσω την πέτρα που είχα μέσα μου». Ταμένη στα κελεύσματα του Camus και του Orwell, πασχίζει να φέρει στο φως της δική της καλά κρυμμένη αλήθεια. Ξεφλουδίζοντας τις άπειρες στρώσεις από το βαθιά ριζωμένο κρεμμύδι, πορεύεται στη δίνη των κυμάτων ατενίζοντας την καταχνιά με τη συλλογή Τα γυάλινα μάτια των ψαριών (εκδ. Βακχικόν).
Δίνοντας φωνή στις υπαρξιακές, μεταφυσικές και κοινωνικές της ανησυχίες, δεν διστάζει να καταγγείλει. Έπεα πτερόεντα την κατακλύζουν μα δεν την συγκινούν: 
Όλοι εσείς που φλυαρείτε ασύδοτα στα κουρασμένα αφτιά μου
Σκεφτήκατε έστω για μια στιγμή
το μάταιο του πράγματος;
Έχοντας δοκιμαστεί στον ποιητικό λόγο, η Παραδεισανού επιστρέφει για να απευθυνθεί με 24 ποιήματα Στη φλέβα της πέτρας, τη σώψυχη, ανεξερεύνητη ρίζα, που δίνει ζωή «σε ισχνά, γυμνά από χυμούς δέντρα».
Η πρωτόλεια πέτρα, μετασχηματισμένη από τις μυθολογικές και θεολογικές της αναγωγές, της βαραίνει το στήθος. Δεδομένου ότι ασθμαίνει δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, πρέπει να βρει τη δύναμη για να τη σπάσει, καθώς ο χρόνος, ως κακότεχνος τεχνίτης, τη μεταπλάθει σε μάρμαρο. Έχοντας δοκιμαστεί στον ποιητικό λόγο, η Παραδεισανού επιστρέφει για να απευθυνθεί με 24 ποιήματα Στη φλέβα της πέτρας, τη σώψυχη, ανεξερεύνητη ρίζα, που δίνει ζωή «σε ισχνά, γυμνά από χυμούς δέντρα». Το ανεξιχνίαστο χρόνιο άχθος, που κατατρύχει την Παραδεισανού, παρομοιάζεται με μια αλλόκοτη και άγνωστη στους γιατρούς αρρώστια. Επαναλαμβάνοντας τη φράση: «η αρρώστιά μου όνομα δεν έχει» δίνει στο ομώνυμο ποίημα εξομολογητικό τόνο και εντείνει την αγωνία του αναγνώστη για το υπαρξιακό της τέλμα. Στο υπόστρωμα αυτών των στίχων μπορούμε να ανακαλύψουμε την κατάληξη του ελεγείου [Τί νέοι που φτάσαμεν εδώ…] του Κώστα Καρυωτάκη:
Κι είμαστε νέοι, πολύ
νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τί να ’χουμε, τί να ’χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά! 
Η αναφορά σε μια απροσδιόριστη πάθηση και από τους δύο ποιητές μάς πείθει να θίξουμε την ευρεία διακειμενικότητα της συλλογής. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο «Γράμμα στον Κώστα Καρυωτάκη». Εκεί, η Παραδεισανού παραδέχεται τις οφειλές της στον «ιδανικό αυτόχειρα», ζητεί συγγνώμη για τις «φιλολογικές θεωρίες που βαριεστημένοι φοιτητές σε αίθουσες πνιγμού αναμασούν» και απολογείται για την καπηλεία του αίματος του ποιητή από προσηλωμένους στο καθήκον φιλολόγους, οι οποίοι δεν θα πέθαιναν ποτέ από αηδία.
Στο ποιητικό της σύμπαν είναι παρούσες δύο σημαίνουσες εκπρόσωποι της διεθνούς λογοτεχνικής σκηνής (Βιρτζίνια Γουλφ, Σύλβια Πλαθ) αλλά και ο Τηνιακός Γιαννούλης Χαλεπάς, ο γλύπτης των έργων Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτακαι Η Κοιμωμένη, που ταλαιπωρήθηκε από μακροχρόνια ψυχική αστάθεια εξαιτίας της προσήλωσής του στη σμίλη. Αφορμώμενη από την προσήλωση της Γουλφ στις λέξεις αλλά και την αποστροφή της τελευταίας σε βραβεία και επαίνους, η Παραδεισανού τής αφιερώνει το ποίημα «Το βαμβάκι». Σ’ αυτό αντανακλάται η εγρήγορση που πρέπει να επιδεικνύει ο ποιητής απέναντι στη νωθρότητα του πλήθους:
Ο ποιητής απλώνει το χέρι
να σκίσει το βαμβάκι
που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων
καθώς υπνοβατούν μπρος στα μάτια μου
Όπως η Πλαθ ξεδίπλωσε τα πέπλα που την τύλιγαν κρύβοντάς της το φως, ευελπιστεί πως και η ίδια κάποτε θα μιλήσει για το σίδερο που έχει καρφωμένο μέσα της και το μέταλλο που της κρύβει την όραση.
Αξιοποιώντας δημιουργικά το Δώρο Γενεθλίων της Πλαθ, η Παραδεισανού γράφει το ποίημα «Τα πέπλα της Σύλβιας», όπου αναφέρεται στην αχειροποίητη ικανότητα των ποιητών να βλέπουν την αντίπερα όχθη. Όπως η Πλαθ ξεδίπλωσε τα πέπλα που την τύλιγαν κρύβοντάς της το φως, ευελπιστεί πως και η ίδια κάποτε θα μιλήσει για το σίδερο που έχει καρφωμένο μέσα της και το μέταλλο που της κρύβει την όραση. Μέσω αυτής της τραχιάς εικονοποιίας αισθητοποιούνται στον αναγνώστη οι δυσκολίες της ποιητικής. Κατά την ίδια, το να είσαι ποιήτρια «Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή. / Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο».
Μέχρι τότε
ας αρκούμαι σε ασκήσεις ύφους
που μύωπες οι ειδήμονες
θα βαφτίζουν ποιήματα.
Στην ποίησή της ανιχνεύονται ξανά και οι αιχμές προς την κοινωνία. Ταράζοντας τους όποιους εφησυχασμούς μας, προσπαθεί πεντάκις να μας υπενθυμίσει ότι «δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη», ύστερα σιωπά. Η ματαιότητα και η απελπισία δεν χρειάζονται περίτεχνα φτιασίδια για να αποτυπωθούν στο χαρτί. Αρκεί το κρανίο που κραδαίνει ο Άμλετ, ο αναποφάσιστος πρίγκιπας της Δανιμαρκίας, που η τέχνη του Σαίξπηρ και του Μπωντλαίρ ανήγαγε σε αρχετυπικό σύμβολο της ανίας. H ποιήτρια απογοητευμένη από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, δεν έχει εγκαρτέρηση καμιά. Η κατάσταση της αισθητοποιείται μ’ ένα αξιοπρόσεκτο τρίστιχο:
Λες και τα χέρια βουτήξαν στο κρανίο του ποιητή
τη βοερή αχλύ τους
και μάργωσαν το νου του.
Μάχιμη εκπαιδευτικός η Ειρήνη Παραδεισανού στο ποίημα «Τρύπια μάτια» στρέφει το βλέμμα της στους μαθητές που φωνασκούν πασχίζοντας να γεμίσουν το σχολικό κενό, σημειώνοντας πως η λέξη κενό είναι παράταιρη για την ήβη αλλά ταιριάζει αριστοτεχνικά στο δικό της αιώρημα. 
Η διάχυτη αυτή αίσθηση κενότητας αντανακλάται στο γεγονός ότι το ποίημα με το οποίο καταγίνεται, αρνείται να τελειώσει. Έτσι κλείνει τα μάτια, τις «Διάφανες αυλαίες», σύμφωνα με τη συνεκφορά που δανείζεται από τον Ανδρέα Εμπειρικό, για να ατενίσει πρόσωπα που έχουν χαθεί. Μονάχη σωσίβια λέμβος γι’ αυτήν στον κόσμο της πεζότητας είναι τα παιδιά. Έτσι περιφέρεται ανάμεσά τους δανειζόμενη το προσωπείο του πολυταξιδεμένου Γκιούλιβερ από το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα φαντασίας του Τζόναθαν Σουίφτ και απευθύνεται στα παιδικά της παιχνίδια. Μάχιμη εκπαιδευτικός η Ειρήνη Παραδεισανού στο ποίημα «Τρύπια μάτια» στρέφει το βλέμμα της στους μαθητές που φωνασκούν πασχίζοντας να γεμίσουν το σχολικό κενό, σημειώνοντας πως η λέξη κενό είναι παράταιρη για την ήβη αλλά ταιριάζει αριστοτεχνικά στο δικό της αιώρημα. Κλείνοντας, αξίζει να επισημάνουμε ότι το τραχύ ανάγλυφο των ιζημάτων, η παρουσία των νεκρών στις λακκούβες των δρόμων που μοιάζουν με κρατήρες ηφαιστείων, το πελιδνό βουητό της μέραςτο χείλος του πνιγμού, πλάθουν ένα σκοτεινό, μάλλον εφιαλτικό σκηνικό, βγαλμένο από τις τρομακτικές ιστορίες του Πόε, ή του Λάβκραφτ. Ο ερμητικός, δυστοπικός και αποτρόπαιος χρωματισμός των ποιημάτων της Παραδεισανού όμως εύκολα αίρεται. Η ποιήτρια ξεμακραίνοντας από τον φόβο και τη χρεία οξυγόνου –υποστασιοποίηση των ανθρώπινων συμβάσεων–, επιλέγει την καταβύθιση, αποβλέποντας στην κάθαρση. Για να ξορκίσει τις απαισιόδοξες σκέψεις του αναγνώστη της, συνοψίζει τη φιλοσοφία της σ’ ένα δίστιχο.
Εμένα με γέννησε η ακάμπτη στροφή
που σκάπτει λαγούμια φως μες στο μαύρο.
* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΩΣΤΕΑΣ είναι φιλόλογος.
 Στην κεντρική εικόνα σχέδιο του © Giuseppe Alletto.


Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

Εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
γράφει ο Αντώνης Καρτσάκης
Μέσα σε δύσκολους καιρούς, εξαίσια ποιήματα. Όπως τα γοητευτικά άνθη ή τα χυμώδη φρούτα του Matisse, μέσα στη φρίκη του πολέμου, στα χρόνια του Μπούχενβαλδ και του Άουσβιτς, «λες και το θαύμα της ζωής βρήκε τον τρόπο να συσπειρωθεί μέσα τους για πάντα», όπως παρατηρεί ο Ελύτης.
Τέσσερις οι ποιητικές συλλογές: Με άλλο βλέμμα (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ), Η Σφίγγα έστειλε email (Δημήτρης Περοδασκαλάκης), Στη φλέβα της πέτρας (Ειρήνη Παραδεισανού), Επιτάφιος Ψίθυρος (Γιώργος Πλατανάκης). Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο. Τέσσερα βιβλία ευαισθησίας και ποιητικού στοχασμού, που μας βοηθούν να διαβάσουμε καλύτερα τον κόσμο μας. Τέσσερις ευσύνοπτες συνθέσεις με κέντρο τον άνθρωπο, την ελευθερία, τον έρωτα, τη χαρά, αλλά και τις αντίρροπες δυνάμεις τους, τη φθορά, το κακό, την τυφλότητα, την αγριότητα.
«Των ποιητών λοιπόν το βλέμμα είν’ οξύτερον» και η Ειρήνη Παραδεισανού, με την νέα αυτή συλλογή της (για τις άλλες ευελπιστώ να μιλήσω εν καιρώ), ψηλαφεί με εξαιρετική παρρησία και βαθιά ποιητική νοημοσύνη τις φλέβες των πέτρινων χρόνων μας, καταθέτει χωρίς ονειροπολήσεις και συναισθηματισμούς («Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ», μας είπε ο Ελύτης), καταθέτει λοιπόν τη γνώση που κατακτά στην ποιητική της κατάδυση, συλλέγει «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους».
Στην ευσύνοπτη ποιητική συλλογή της Παραδεισανού, με τον τίτλο Στη φλέβα της πέτρας, διαβάζουμε:
• Την αγωνία της ποιήτριας να παραδώσει το μέταλλο που της δόθηκε, προτού σκουριάσει («Βαστάξτε τα καυτά πετράδια που μου καίνε τη γλώσσα»).
• Την έφεση να μεταδώσει την αλήθεια που της αποκαλύφθηκε («κάποτε θα καταφέρω να μιλήσω / για το κομμάτι σίδερο / πού ’χω καρφωμένο στα σπλάχνα»)
• Τη βαθιά επιθυμία της να μιλήσει («ας μιλήσουμε επιτέλους, όπως νά ’ναι», επέμενε ο Θανάσης Κωσταβάρας σε παρόμοιους δύσκολους καιρούς), «να σπάσει την πέτρα που της βαραίνει το στήθος, για να πάρει ανάσα».
Η ποιήτρια αγωνιά για το μέλλον του ανθρώπου. Βλέπει «βρέφη γερμένα στην πηγή / λίγο πριν πέσουν λίπασμα / στη λάσπη των ανθρώπων» και αποστρέφεται, μέσα στην καταδρομή αυτή του καιρού, τους «αξιότιμους» ποιητές «της ευτυχίας»:
«Κι εσείς εδώ αξιότιμε ποιητά;
Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω»
θα λένε οι κυρίες στα σαλόνια
και θα καγχάζουν την ανημπόρια τους να νιώσουν […].
Άοκνοί μου εσείς
υμνητές της ευτυχίας
εσείς που δεν υποψιάζεστε
το τίμημα
που καλούμαι καθημερινά να πληρώνω
για τις στιγμές αυτές
που σχίζεται το πέπλο μες στα ολόφωτα μάτια μου […].
Η Ειρήνη Παραδεισανού, όπως κάθε πραγματικός ποιητής, συναισθάνεται ως χρέος της να ρίχνει σταγόνες φως μες στο σκοτάδι. Να αποκαλύψει την πραγματική πραγματικότητα, τη δεύτερη ζωή που παίζεται μέσα στην πρώτη, ή αλλιώς να βοηθήσει τους ανθρώπους να δουν καθαρότερα την πραγματικότητα, «να σχίσει το βαμβάκι / που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων». Υλοποιώντας η ποιήτρια το πρόσταγμα του Προυστ («κοίτα, μάθε να βλέπεις»), με πόνο ανείπωτο («Δεν έχω πια φωνή να μιλώ») διαβάζει την εποχή μας:
Δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη […]
(Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κραδαίνει εμπρός μου
ο Άμλετ.)
Η Ειρήνη Παραδεισανού είναι μια εξόριστη του καιρού μας ποιήτρια. Στο απερίστροφο ερώτημα του Ελύτη (Εξόριστη Ποιήτρια, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;) την φαντάζομαι να απαντά:
Βλέπω τον άνθρωπο αδύναμο, «βρέφος πρόωρα βγαλμένο από τη μήτρα», να στέκεται «στο χείλος του πνιγμού», εγκλωβισμένο στο βυθισμένο μες στη σκόνη κλουβί του, μες στη σχισμένη πέτρα. Βλέπω έναν κόσμο να νοσεί. Και να μου μεταδίδει την ανεπώνυμη νόσο του («η αρρώστια μου όνομα δεν έχει / αρνείται την κατάταξη στων γιατρών τη χορεία»).
Βλέπω μια κοινωνία όπου τα δέντρα άκαρπα, «γυμνά από χυμούς / ριζώνουν ισχνά / μες στη φλέβα της πέτρας» κι όπου η βορβορώδης θάλασσα «ντύθηκε τη σκουριά του αίματος».
Βλέπω πλάσματα ανάπηρα που λαχταρούν «να ξαναβρούνε την αφή / ν’ αγγίξουνε το χώμα».
Ένας φεγγίτης γκρίζου πια ο νους μου, μια φυλακή «πλεγμένη στα ορυκτά γρανάζια του γκρεμού» η ζωή μου, ένα καρφί στα μάτια μου, στη γλώσσα μου καυτά πετράδια.
«Γι’ αυτό το ποίημά μου «αρνείται να τελειώσει»…
(Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρhttp://frear.gr/?p=24385)

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Στη φλέβα της ποίησης, Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Γλείφει πληγές τούτη η γραφή. Πρώτα δείχνει τα τραύματά της κι ύστερα σκύβει μονάχη της και τα περιθάλπει. Σαν το παρατημένο σκυλί στην άκρη του δρόμου. Γιατί εδώ η ποίηση κατεβαίνει στην άκρη του δρόμου. Σέρνεται τραυματισμένη, φέροντας στις πλάτες της το υποκείμενό της, κουβαλώντας τον κόσμο της. Και αν στις προηγούμενες συλλογές («Ρητορική ένδεια», Βακχικόν, 2013, «Τα Γυάλινα μάτια των ψαριών», Βακχικόν, 2016) τυλιγόταν συχνά με τον επίδεσμο του αρχαίου μύθου, τώρα προτιμά την ευθύβολη αποκάλυψη.
Πιο σίγουρη η Παραδεισανού για τον εαυτό της, πιο έμπειρη στη χρήση των εκφραστικών της μέσων, μπορεί πλέον να μιλάει για το παρόν χωρίς να προσφεύγει στις αλληγορίες του παρελθόντος. Οπότε ο ήδη γνωστός ποιητικός της χώρος, αποκαλύπτεται ακόμη καθαρότερα, κατοικημένος από τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας, την οδύνη, την απόγνωση και το πείσμα. Το ποιητικό υποκείμενο νιώθει να συντρίβεται μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που το κυκλώνει απειλητικά και το υποβάλλει σταθερά στη διαδικασία της αλλοτρίωσης. Οι αισθήσεις υποχωρούν, η εξωτερική εικόνα παραμορφώνεται, τα ανθρώπινα γνωρίσματα αποκτούν τερατώδη όψη, το εγώ κινδυνεύει να γίνει αυτό. Δεν είναι τυχαίο το σταθερά επανερχόμενο θέμα του πνιγμού, ο εφιάλτης του βυθίσματος, η αίσθηση της αιώρησης και το βίωμα της απουσίας.
Ο ποιητικός κόσμος της Παραδεισανού κείται στο μεταίχμιο της διαπάλης του έξω με το μέσα, είναι το στραπατσαρισμένο δέρμα, η άηχη φωνή, τα βγαλμένα μάτια. Η άρθρωσή του, το ξεδίπλωμά του, η εκφορά του είναι η άμυνα του ποιητικού υποκειμένου, η δήλωση της πρόθεσής του να μην εγκαταλείψει τη μάχη. Δια της γραφής γεμίζει την απουσία, μιλάει τη σιωπή, καλύπτει τον μέσα κόσμο και με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως νεύμα αντίστασης, ως πειστήριο ύπαρξης, ως εσώτερη, τελικά, ανάγκη. Αλλά την ίδια στιγμή δεν διστάζει να παραδεχτεί την αδυναμία του και να απεκδυθεί κάθε ελπίδα, επιτελώντας την καρυωτακική λειτουργία της απομάγευσης, δηλαδή της αποποίησης των βολικών ψευδαισθήσεων και της ευγενούς αυτοπαραπλάνησης. Για παράδειγμα, ακόμη και όταν εκφέρεται σε β΄ πρόσωπο νιώθεις ότι ο ακροατής στον οποίο απευθύνεται απουσιάζει από τη θέση του και ότι η καρέκλα του είναι άδεια.
 Θέλω με αυτό να πω ότι η Παραδεισανού δεν χαρίζεται στην ευκολία κάποιων ψηγμάτων αισιοδοξίας, δεν προβαίνει σε εκπτώσεις για να αρέσει, δεν προδίδει τίποτα απ’ όσα κομίζει. Εδώ ακριβώς είναι, νομίζω, η μεγαλύτερη αρετή τούτης της συλλογής: λέω, για το ήθος και την εντιμότητά της από άποψη και θεματική και υφολογική, εν ολίγοις από άποψη αισθητική. 

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης είναι  συγγραφέας

πρώτη δημοσίευση στο fractal http://fractalart.gr/sti-fleva-tis-petras/



Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

χειρόγραφα ορνιθοσκαλίσματα μιας βυθισμένης Κυριακής


Ο Αριστοτέλης μισούσε το άπειρο και αρνούνταν την ύπαρξη του μάταιου.
Ο Πλάτωνας έκαψε τα ποιήματά του και μίσησε τον Όμηρο. Τον έδιωξε από την Πολιτεία του.
Πού να' ξεραν κι οι δυο τους, που πάσχισαν να κατατάξουν κάπου το παράλογο, να ταξινομήσουν το χάος, να δώσουν όνομα στο άμορφο σκοτάδι, πως ο Όμηρος βρήκε ανάπαυση στην επίγνωση του μάταιου.
Ο Όμηρος είδε κατάματα αυτό που οι δυο φιλόσοφοι δε θέλαν να δουν.
Ο ποιητής νικά το φόβο
με το μόνο όπλο που του δόθηκε
την απόλυτη παράδοσή του σ' αυτόν
ρίχνεται ανίσχυρος στα πόδια του φόβου του
γυμνός από κάθε αυταπάτη
ακόμη και την πιο βολική,
ότι μπορεί να υπάρξει άνθρωπος χωρίς αυταπάτες
Αγαπητοί μου συνταξιδευτές στην πλάνη
Δεν υπάρχει ποιητής
που να μη μίσησε
τα φτωχά και πλανημένα
ποιήματά του
....