Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Βαβέλ

Είπε πως ήταν μοναχός

Μιλούσε μία γλώσσα απόκρυφη πολύ

Που στην εσώτερή τους ένδεια

Έμοιαζε γρίφος


Και βύθισε τα χέρια του

Σ’ ένα λαγήνι άμμο καυτή

Και δε φώναξε

Μονάχα κοίταζε ολόγυρα

Με μάτια έμπλεα σιωπής


Κι ο ερχομός του κανέναν δε τάραξε

Κι η εμμονή του κανέναν δεν κούνησε


Ήτανε όλοι γύρω του ένας θίασος πασχόντων

Ομιλούσαν με πάθος

Χειρονομούσαν με ένταση σπάνια


Διόλου παράδοξο λοιπόν

Που δεν τον είδε ούτε ένας


Διόλου παράδοξο λοιπόν


Ας είχε κι αυτός ρητορική δεινότητα

Την προσοχή τους να τραβήξει.

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

αβάσταχτα αστείοι

Αυτή η κόρη μονάχα κοιτά

Κι έχει το βλέμμα της κάτι από νύχτα


Άγριοι αετοί τη γυροφέρνουν

Με τα πελώρια φτερά τους τη σκεπάζουν

Κι είναι στιγμές που χάνεται ολότελα από τα μάτια μας

Κι άλλες που ολοφάνερα μας σημαδεύει

Με βλέμμα που χορεύει

Σα μανιασμένη θάλασσα


Εμείς γελάμε αυτάρεσκα

Χτίζουμε με πετράδια τη ματιά μας

Πολύχρωμα πετράδια

Διασκεδαστές της πλήξης μας


-στάθηκαν περίσσια συνετοί οι καθοδηγητές μας

δε μας επέτρεπαν το βλέμμα μας ν’ απλώσουμε

σε ατραπούς κινδύνου

σ’ αυτό υπήρξαμε στ’ αλήθεια τυχεροί-


Kι έτσι περπατούμε προσεχτικά πολύ

Τα πόδια μας -μας είπαν -είναι κέρινα

Λυγίζουν εύκολα

Γι’ αυτό τα βήματά μας πρέπει να μιμούνται τον αέρα

Μάθαμε να ακροπατούμε

Οι ελιγμοί γίναν δεύτερη φύση μας

Και τώρα απολαμβάνουμε ασφάλεια

Καρπωνόμαστε τα άπειρα οφέλη

Της εγκρατούς κράσης μας


«Eμάς η νύχτα δε μας άγγιξε»

καυχιόμαστε

και τραγουδάμε

«Tην κόρη κανείς μας δεν είδε».


Kι αυτή μας αγκαλιάζει με το βλέμμα της

Κι αχνογελά

Γιατί το νιώθει πόσο αβάσταχτα αστείοι

Μπορούν οι άνθρωποι να γίνουν

Με τις άπειρες μάσκες τους

Και τα λόγια του αέρα.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

ένοχη εξαρχής

Ο άνεμος την κρατούσε μετέωρη

Ολάκερη γερμένη στο κενό

Κι ήταν η αγωνία της

Σπασμός στο μέτωπο

Χαραγματιά στο χείλος.


Κάτω απ’ τα πόδια της χείμαρρος

Πόδια γυναικών

Πόδια γυμνά

Καρφωμένα σε πυρωμένα λιθάρια.


Τα κοιτούσε ξυλάρμενη.


Άλλη αντοχή δεν είχε να υπομείνει

Αυτά τα μάτια που διαπερνούσαν τη φρίκη της

Μάτια συνένοχης σιωπής

Μάτια ικεσίας άηχης

Κι οι άνεμοι βιάζαν τη θωριά της

Και την καρφώναν σε δοκάρια νοερά

Ενός σκαριού που εξέφτισε.


«Μη με τηράτε πια»

το ουρλιαχτό της έσχιζε τα σύννεφα

«Τα μάτια σας με σφάζουν

πάρτε τα από πάνω μου!

Τα πυρωμένα πόδια σας με καίνε

Κι ένα ποτήρι κρύο νερό

Δε μπόρεσα

Σ’ όλη την έρμη μου ζωή

Να συνάξω

Να το σταλάξω πάνω στην ταλαίπωρη όψη σας

Να χρίσω με την αύρα του τα φρυγμένα σας βλέφαρα

Έτσι ως με θωρείτε

Καρφωμένες στο ακέραιο καθήκον σας.


Μα μη μου απλώνετε τα χέρια

Χέρια δεν έχω να τ’ αγγίξω

Μου τα κόψαν την ίδια τη στιγμή που με γεννήσαν

Κι ήμουν γυναίκα


Ένοχη εξαρχής.


δημοσιεύτηκε στο Βακχικόν