Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

μια σφαίρα αιωρείται μες στη θλίψη μου

Μια σφαίρα αιωρείται μες στη θλίψη μου.

Έχει το χρώμα της σιωπής
αυτό το ακαθόριστα θαμπό γυαλί
με τη μικρή χαραγματιά αδιόρατα να το κυκλώνει
σαν ανάσα θανάτου να το ζώνει
με οδύνη ακριβή.

Μια μικρή σφαίρα λάμνει στα μάτια μου
σε λίμνη ατάραχη από λάσπη.
Έχει το χρώμα τ' ουρανού
σαν μεθυσμένος ξερνάει χρώματα κόκκινα και βυσσινί.
Έχει το χρώμα του βυθού
αυτό το σκούρο πράσινο
με φύκια που θανατερά μπλέκονται στα πόδια σου
και σε τυλίγουν σ’ εφιάλτες παιδικούς.
Έχει το χρώμα της κραυγής
που ξύνει τους κροτάφους μου
σαν σφίγγω τα δόντια ξανά και ξανά
κι αυτή γραπώνεται μέσα μου
κι αργόσυρτα αμολά το μοιρολόι της.
Κραυγή που’ χει τα χρώμα του κενού
τυλίγεται ολάκερη σε μια σφαίρα σιωπής..

Αν το κατάφερνε να θρυμματίσει τη γυάλινη σιωπή της
να δραπετεύσει..

Μα η ζωή του ανθρώπου
μοιάζει μια σφαίρα που αέναα κυλά
και δεν προφταίνεις τη φαιδρή της όψη να χορτάσεις.

Η σφαίρα είναι σκληρή
υποταγμένη σε αδήριτους της φύσης νόμους
τη στρογγυλάδα της ποιος θε να σπάσει
να την κρατήσει για λίγο στο κόκκινο στο γαλανό και στο καθάριο
προτού κυλήσει πάλι
στην πίσσα του ουρανού
και στο βυθό της θλίψης
με τα θανατερά τα φύκια

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

παραμιλητό

Με μας ξεσυνερίζεσαι
Αστεία λέμε
Για να περάσει η ώρα

Τα χέρια μας βέβαια όλο και λιγότερο κοιτάμε
όσο περνούν τα χρόνια
μας πιάνει μια κούραση ψυχική
κάθε που ακούμε για πολέμους
και φτώχεια και άλλα τέτοια στενάχωρα πράγματα

και τα παιδιά μας στέκουν δίπλα μας
μαγνήτες

τα μάτια τους
μάς μοιάζουν φυλακή
που εντός της κλείστηκαν πουλιά
και κρώζουν μανιασμένα
πουλιά με τις φτερούγες ματωμένες
και τα μάτια τους πνιχτά
μπίλιες φωσφόρου
που έσβησε
κάπου στη μέση.

Μα
τι να σου κάνουμε κι εμείς;
τι να σου πούμε;

Μας ψαλιδίσαν τη φωνή
και τα πουλιά ακόμη έρχονται τις νύχτες
και μας ταράσσουν τα όνειρα.

Μη μας ξεσυνερίζεσαι.

Σου είπαμε
αστεία λέμε
η ώρα να περνάει.

Βέβαια στα μάτια των παιδιών μας
βλέπουμε τα πουλιά
και κρώζουνε θλιμμένα

και είναι κρίμα
τόσο στ’ αλήθεια κρίμα
αυτή την άνοιξη που πέθανε
να μη μπορέσουμε να τους θυμίσουμε.

Ποιος έχει χρόνο για ιστορίες τώρα πια
και για φωτιές και για θυσίες και για τρελούς
που μανιασμένοι στις φλόγες ρίχνουνται,
ποιος έχει χρόνο μες στα μάτια μας
τον ίσκιο της σιωπής του ν’ αποθέσει.

Αν ήταν για κραυγές κι εύσημα της νίκης τους
θα σπρώχνονταν τριγύρω μας μιλιούνια οι γνωστοί
να μας θυμίσουν τη λαχανιασμένη ανάγκη τους
για επαίνους και άλλα τέτοια ηχηρά.

Μα τώρα
τώρα που αστεία λέμε
η ώρα να περνά,
ποιος τάχα θε να μας ζυγώσει;

Βαρύγδουπα ποθούν να τους απευθύνονται οι άνθρωποι
Τ’ αστεία τους τρομάζουν .

Γι’ αυτό
Το μόνο που ίσως όλοι σας νιώσετε
Είναι τούτο:

Οσφυοκάμπτες
Άκομψα
την πλάτη μας εκλίναμε
γι’ αυτό τα μάτια μας να τ’ αντικρίσετε
μην το ζητάτε`
πλάτες βουβές
να σας μιλήσουν δεν μπορούν.

Kι εν τέλει
νομίζω
απ’ την αρχή ξεκαθαρίσαμε:

αστεία λέμε
η ώρα να περνά.