Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

εαρινό

Ω θεέ μου, πόσο ανώφελα κραυγάζεις ! Σ’ ακούω απ’ τη βαθιά σπηλιά μου , εκεί που μ’ έριξες αιχμάλωτη του νου μου ,και φοβάμαι θεέ μου .. χρόνια τώρα δεν τολμώ να βγω να σ’ αντικρίσω κατάματα.
Πώς να σ’ αντικρίσω εξάλλου;
Μ’ έπλασες δειλή και μου’ δωσες από πάνω μια ψυχή αχόρταγη , λιονταριού καρδιά σε σώμα μυρμηγκιού, έτσι μ’ έπλασες, μονάχα για να νομίζω πως μπορώ να σ’ αντικρίσω και να μην παραιτούμαι ποτέ κι εσύ να γελάς , θρονιασμένος εκεί ψηλά, με τις αδέξιες κινήσεις μου και τη γελοία εμμονή μου ν’ αρνιέμαι τη φύση μου την καρφωμένη στα πιο πυκνά σκοτάδια.
Μα ξέχασα..
Μ’ έπλασες σύννεφο μαύρο γεμάτο κεραυνούς και ρεύματα ηλεκτρικά που όμως μέσα του νομίζει πως είναι ήλιος.
Είδες λοιπόν πόσο γελοία σου φαίνομαι;
Φαντάζομαι ,διασκεδάζεις πολύ εκεί πάνω ..
Να με βλέπεις να περιφέρομαι πάνω στη γη με ένα νου πεπερασμένο και μια γελοία από πάνω εμμονή πως είναι λέει παντοδύναμος.

Χα χα ας γελάσω..

Και βαυκαλιζόμουνα στην εφηβεία μου με τα λόγια του Καζαντζάκη
« Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος»
Τα πιπιλούσα κι εγώ συνεχώς στις εκθέσεις μου.. Τι ωραία που αισθανόμουν σαν έγραφα αυτό το χιλιοειπωμένο « Τη μοίρα μας τη φτιάχνουμε μόνοι μας.» ή το άλλο: « Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δε θέλω».

Έχεις ακούσει πιο γελοίο απόφθεγμα Θεέ μου;

Σίγουρα θα έχεις ξεκαρδιστεί εκεί πάνω μ’ αυτά.

Δεν ελπίζουμε –λέει- τίποτα και δε φοβόμαστε τίποτα.

Ας γελάσω δυνατά και πικραμένα. Αν το’ ξερα πως θα μ’ ακούσεις , θα’ βγαινα τώρα απ’ τη σπηλιά μου να σου φτύσω το γέλιο μου.. Μη θαρρείς πως σε φοβάμαι. Το ξέρω όμως πως δε θ’ ακούσεις.
Γι’ αυτό το κρατάω αυτό το γέλιο για άλλες περιστάσεις. Όταν δε θα μπορώ να κάνω τίποτα άλλο, παρά να γελώ, όταν η τρέλα θα μ’ έχει πιάσει στις δαγκάνες της.

Έχεις προσέξει ποιοι σου μοιάζουν περισσότερο Θεέ μου; Οι παράφρονες. «Άρχισε να ψηλώνει ο νους της» λέει ο Παπαδιαμάντης για τη Φόνισσα. « Είχε εξαρθεί εις ανώτερα ζητήματα» λέει. Τι το’ θελε κι αυτή; Κάποια πράγματα Θεέ μου εμείς οι θνητοί πρέπει να τα αφήνουμε απλησίαστα..
Βέβαια δεν είναι να απορεί κανείς που οι περισσότεροι παράφρονες νομίζουνε πως είναι Θεοί. Μόνο ένας παράφρονας Θεός θα μπορούσε να φτιάξει ένα τόσο αλλοπρόσαλλο δημιούργημα όπως είναι ο άνθρωπος.

Δεν πιστεύω να θύμωσες.. Μα τι λέω.. Γιατί να θυμώσεις; Εσύ μόνο να γελάς ξέρεις..
Νομίζω – ώρες ώρες – πως μας έπλασες μόνο για να διασκεδάζεις.

Είναι στ’ αλήθεια διασκεδαστικό να βλέπεις έναν άνθρωπο να γεννιέται σοφός κι όμως όλοι να νομίζουν πως είναι ανόητος . Για τα μικρά παιδιά μιλώ, που έχουν τη μόνη γνήσια σοφία μέσα τους ,τη σοφία του ενστίκτου και του συναισθήματος, που ακόμη δεν έπνιξε αυτός ο τύραννος του νου – εφεύρεση δική σου κι αυτή βέβαια. Να γεννιέται λοιπόν σοφός και μεγαλώνοντας να χάνει αυτή τη σοφία και όσο χάνει τη σοφία του τόσο να αισθάνεται και πιο σοφός. Τόσο σοφός και τόσο αυτάρκης που φτάνει – λέει- στο σημείο να λέει πως δε σ’ έχει ανάγκη.

Ειδικά εκεί – φαντάζομαι – θα ξεκαρδίζεσαι στα γέλια. Σ’ αυτό ειδικά το σημείο. Όταν ακούς να λένε ότι δε σ’ έχουν ανάγκη. Πως είναι – λέει – άθεοι.
Χα χα !!
Έχεις ακούσει Θεέ μου μεγαλύτερη γελοιότητα απ’ αυτήν ;
Σαν να λέει ένας σκύλος « είμαι ελεύθερος» , επειδή ,με το περιορισμένου βεληνεκούς βλέμμα του δε φτάνει στην αλυσίδα με την οποία τον έχει δεμένο το αφεντικό του. Σαν να φωνάζει ο σκύλος « Ανήκω στον εαυτό μου!». Και μόλις κάνει δυο βήματα παραπέρα , κάτι τον πνίγει στο λαιμό και γυρίζει να γλείψει το χέρι του αφεντικού του .
Έτσι κι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που παριστάνουνε τους άθεους και μόλις σκοντάψουνε σε μια πέτρα στο δρόμο αυθόρμητα τους βγαίνει η επίκληση «θεέ μου».

Φαντάζομαι πόσο ευφραίνεσαι μ’ αυτά τα « θεέ μου» που ακούς κάθε δευτερόλεπτο σε τόσες διαφορετικές γλώσσες.. Πώς να μην αισθάνεσαι παντοδύναμος μετά;
Μα τι λέω; Εσύ τη δύναμη δεν την έχεις θεοποιήσει όπως εμείς. Τη θεωρείς τόσο πια αυτονόητη που την άφησες για μας τους κακόμοιρους να τη λαχταράμε με όλο μας το είναι, να την αποζητούμε με όλους τους πιθανούς τρόπους..

Ο άνθρωπος – λέει- είναι το πιο «δεινόν» απ’ όλα τα όντα. Νομίζω ο Σοφοκλής το έγραψε αυτό. « Δεινόν» σημαίνει πως προκαλεί δέος.
Και το βαθυστόχαστο ερώτημα που θέλω εγώ να θέσω θεέ μου είναι: Δέος σε ποιον; Σε σένα;

Ας γελάσω..
Μα μόνο γέλιο βαθύ και ασυγκράτητο θα μπορούσε να σου προκαλέσει εσένα ο άνθρωπος. Αυτό νομίζω το ξεκαθαρίσαμε..
Τότε σε ποιον;
Στον εαυτό του. Ναι μάλλον αυτήν την απάντηση θα μπορούσα να τη δεχτώ.

Και ξέρεις , θεέ μου, όσο το σκέφτομαι τόσο αντιλαμβάνομαι – ειλικρινά τώρα και χωρίς καμία διάθεση κολακείας – πως σ’ έχουμε αδικήσει εμείς οι άνθρωποι. Ειδικά πριν έρθει ο γιος σου, ο Χριστός στη γη να σταυρωθεί για μας- τότε λίγο αποκαταστάθηκε η φήμη σου- σε θεωρούσαμε σκληρό κι ανελέητο. Έστειλες –λέει- κατακλυσμό και έπνιξες όλους τους ανθρώπους εκτός απ’ τον Νώε. Έκαψες τα Σόδομα και τα Γόμορρα. Ζήτησες απ’ τον Αβραάμ να θυσιάσει το γιο του τον Ισαάκ.

Μα ήσουνα ένας θεός που προκαλούσε πραγματικά δέος . Τρομακτικός όσο δεν παίρνει. Και δεν σου κρύβω πως ,μικρή όταν ήμουνα, πριν κοιμηθώ , έκανα την προσευχή μου σε σένα. Όχι όμως από αγάπη. Από φόβο , μήπως μου κάνεις και μένα τα ίδια , μήπως με βάλεις να θυσιάσω τις αδερφές μου ή μήπως μου στείλεις φωτιά και με κάψεις, ή – το χειρότερο- μήπως κατέβεις εσύ ο ίδιος ,έτσι τρομακτικός όπως ήσουν στην εικόνα που είχαμε πίσω απ’ την πόρτα , κι ακουμπήσεις πάνω μου το πύρινο βλέμμα σου..
Αργότερα κατάλαβα πως τέτοιο φόβο δε διατρέχω..

Εδώ λοιπόν νομίζω πως έγινε η παρανόηση: Ποιος μας είπε πως όλα αυτά τα έκανες εσύ;

Εσύ μπορεί απλά να καθόσουν στα σύννεφα και να απολάμβανες ένα μακάριο ύπνο. Μπορεί εκείνη τη στιγμή το βλέμμα σου να ήταν στραμμένο αλλού. Δεν είσαι δα και υποχρεωμένος μέρα νύχτα να μας επιτηρείς..
Ή πολύ απλά μπορεί να γέλαγες με τα χάλια μας που δεν μπορέσαμε να δούμε πιο πέρα από τη μύτη μας και μια φωτιά τόση δα την αφήσαμε να κάψει δυο πόλεις ή καθίσαμε σαν ηλίθιοι να πνιγούμε αντί να φτιάξουμε μια κιβωτό σαν το Νώε.
Τόσο μυαλό θέλει να το σκεφτείς να φτιάξεις μια κιβωτό;

Κατάλαβες Θεέ μου;

Εκεί νομίζω πως σε αδικήσαμε. Η μόνη ευθύνη που ίσως έχεις είναι – αν δεχτούμε πως εσύ μας έπλασες – ότι μας έφτιαξες με λειψό νου. Με νου που εύκολα
τυφλώνεται , συσκοτίζεται, τα χάνει, πώς το λένε;

Οι αρχαίοι αυτό το έλεγαν Άτη και έλεγαν πως το’ στελναν οι θεοί στους ανθρώπους για να τους βασανίσουν. Μα νομίζω πως κι εδώ αδικούσαν λίγο το Δία.
Δεν είχε – θεέ μου- ο Δίας το χρόνο μα ούτε τη διάθεση να ασχοληθεί μ’ αυτά. Και δεν τον αδικώ.

Φαντάσου τώρα να είσαι ο Δίας, αθάνατος , παντοδύναμος και μακάριος, και να βλέπεις από κάτω συνεχώς ανθρώπους να πολεμούν τον ίδιο τους τον εαυτό με τα λάθη τους ,τις αστοχίες τους , τις τύψεις τους ,τα δάκρυά τους.

Συγχύζεσαι ή όχι; Ειδικά όταν το ξέρεις καλά πόσο μάταια είναι όλα αυτά.

Μα θα σου πω ένα μυστικό θεέ μου.
Πριν από λίγο είδα απ’ το παράθυρό μου μια εικόνα. Ένα κομμάτι ουρανού που το’ σχιζε στα δυο μια κατάλευκη γραμμή.

Και σκέφτηκα πως είσαι εσύ εκεί μέσα και λυπάσαι- συγχώρεσέ με για την ασεβή σκέψη μου- λυπάσαι που δεν μπορείς , έστω για λίγο, να δανειστείς το βλέμμα μου και να δεις αυτήν την εικόνα μέσα απ’ τα δικά μου μάτια , που δεν μπορείς ,έστω για λίγο , να δανειστείς την καρδιά μου και να νιώσεις κατάσαρκα αυτήν την ομορφιά.


δημοσιεύτηκε στο Βακχικόν

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

εμείς και οι άλλοι

Έχουν περάσει δυο βδομάδες απ’ την τραγική Τετάρτη που στοίχισε τη ζωή σε τρεις ανθρώπους και μια αθώα ζωή που πάλευε να υπάρξει.
Οι δημοσιογράφοι – λέει- αύριο θα είναι στις θέσεις τους έτοιμοι να καλύψουν τη νέα πανελλαδική απεργία ,τρέμοντας – λένε- μήπως υπάρξουν νέα έκτροπα. Τώρα, εγώ μόνο είδα σε κάποιους τη λάμψη του αρπαχτικού στο βλέμμα ; Μπορεί απλά να είμαι προκατειλημμένη..
Δυο βδομάδες μετά , ακούω πολλά.. Ακούω την κυβέρνηση να μονολογεί ότι θα συλληφθούν οι υπεύθυνοι και θα τιμωρηθούν παραδειγματικά. Ακούω κάποιους δημοσιογράφους να ωρύονται, να κραυγάζουν , δίχως την παραμικρή αίσθηση της δικής τους ευθύνης.. Ακούω τα κόμματα της αριστεράς να μιλούν για « εργασιακό ατύχημα», για κάποιους « ανεγκέφαλους» που εκμεταλλεύονται τις δυναμικές λαϊκές κινητοποιήσεις για να προβούν σε πράξεις βίας, για προβοκάτορες, συνωμοσίες..
Κι ακούω γύρω μου φωνές να υψώνονται σε λαϊκό αίτημα : να τιμωρηθούν αυτοί που έριξαν τις μολότοφ..
Και ρωτάω εγώ με όλη την αφέλεια που με διακρίνει:
« Αν τιμωρηθούν αυτοί που τις έριξαν , εμείς εντάξει; Την αθωώσαμε τη συνείδησή μας, πάμε πάλι για ύπνο σαν να μη συμβαίνει τίποτα;»

Συνεχίζουμε την ευτελή ζωούλα μας με όλη την αυταρέσκεια που μας διακρίνει και είμαστε περήφανοι για τον εαυτό μας που εξεγερθήκαμε, αφήσαμε τα λουλουδάκια μας στον τόπο του «εργασιακού ατυχήματος» , δακρύσαμε μπροστά στις κάμερες , υψώσαμε τη γροθιά μας σ’ αυτούς τους ανεγκέφαλους , που ρίχνουν τις μολότοφ και μας θυμίζουν ποιοι είμαστε..

Αυτοί είναι οι άλλοι, οι ανεγκέφαλοι, οι ψευτοαναρχικοί, οι τρελοί, οι προβοκάτορες..
Κι εμείς είμαστε « εμείς», οι ηθικοί, οι ώριμα σκεφτόμενοι, οι υγιείς επαναστάτες…

Μα δεν μπορώ να ησυχάσω , όταν σκέφτομαι εκείνη την εικόνα.. Άνθρωποι ψηλά στο μπαλκόνι της Marfin να εκλιπαρούν για τη ζωή τους κι άνθρωποι από κάτω να διαδηλώνουν αγωνιζόμενοι για μια καλύτερη- λέει- ζωή. Τα μάτια μπροστά, τίποτα δεν τους πτοούσε , ούτε οι αλλόφρονες κραυγές των άλλων που καίγονταν, ούτε οι νηφάλιες φωνές που λέγαν « ανοίξτε δρόμο να περάσουν τα πυροσβεστικά..»

Μονάχα ο υπέρτατος στόχος, ο αγώνας.. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.. Και αν πέθαναν άνθρωποι ,ποιος νοιάζεται.. παράπλευρες απώλειες..

Εμείς δε ρίξαμε τις μολότοφ κι αυτοί που τις έριξαν είναι οι άλλοι..

Κι εμείς περνιόμαστε για άνθρωποι; Πού είναι τα ανθρώπινα αντανακλαστικά μας – τη στιγμή που κινδυνεύουν άνθρωποι- να τα αφυπνίσουμε, να τρέξουμε ,να βοηθήσουμε;

Εκτός εάν ,στην προσπάθεια να γίνουμε επαναστάτες, ξεχάσαμε να γίνουμε άνθρωποι..

Κι αυτοί ,οι άλλοι, είναι ο καθρέπτης μας , είμαστε εμείς..

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

ομορφιά

Τον είδα να γελά
Κι ήταν τα δόντια του ξέσκεπα
Και στέκαν στο χλωμό του πρόσωπο
Σα σκουριασμένα σίδερα
Γυμνά από σμάλτο
Με μόνη τους λάμψη
Το σάλιο του.

Κι αυτή κρατιότανε δυο βήματα πιο πέρα
Τα ξέπλεκα μαλλιά
Φίδια ατίθασα χαϊδεύαν το γυμνό λαιμό του
Και τον κοιτούσε με προσήλωση
Θα’ λεγες πως ήτανε βρέφος εκείνη
Μ' έμφυτη περιέργεια
Κι εκείνος
Ολάκερος ο κόσμος που’ στεκε ολάνθιστος εμπρός της.

Μουδιάζαν οι ανάσες τους έτσι ως γέρνανε ολάνοιχτοι ο ένας προς τον άλλον.

Αυτός με βλέμμα γυμνωμένο από προσποίηση
Κι αυτή με βλέμμα καλυμμένο προσδοκίες

Στέκαν στα δύο άκρα
Σχοινοβάτες του νου
Κρατημένοι σφιχτά απ’ της σκέψης τη βουβή απάτη.

Κι ένα ποτάμι τους έκλεινε ολόγυρα
Ένα βαθύ κυανόχρωμο ποτάμι
Δίχως αρχή και δίχως τέλος
Που άλλοι το είπανε Μοίρα
Κι άλλοι Χρόνο.
Μα κείνοι το λέγανε
Ψίχουλα αιωνιότητας
Έτσι ως δοσμένοι στο κατώφλι του Έρωτα
Τρομάζαν με την όψη των άλλων
Των άλλων που τους κοίταζαν κατάματα
Και τους στριμώχναν την ανάσα με βρώμικα χνώτα
που μύριζαν ανάγκες και πείνα και μικρόψυχες εικόνες.

Μα αυτοί είχανε φύγει ο ένας προς τον άλλον
Έστω για λίγο
Για μια στιγμή
Μα
Είπαμε
Ο χρόνος είναι σχετικός
Κι η ομορφιά μια απλή οφθαλμαπάτη
Που επινοήσαν οι όμορφοι για παρηγόρια

Αυτοί οι δυο στέκαν ολάνοιχτοι
Ο ένας προς τον άλλο
Κι ήταν αυτό μια ομορφιά από μόνο του
Θεέ μου
Πόσο αβάσταχτα ωραία

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

τι παρηγοριά να σου δώσουν τέτοιοι θεοί;

Σήμερα διάβαζα στους μαθητές μου τη σκηνή της εξαπάτησης του Δία απ’ την Ήρα στην Ξ ραψωδία της Ιλιάδας. Τραντάχτηκε η αίθουσα απ’ τα γέλια , με τα πονηρά τερτίπια της Ήρας και την αφέλεια του Δία.

« Αυτός είναι ο θεός τους;» με ρώτησε ένας μαθητής. « Μα πώς πίστευαν σ’ αυτόν;»
Προηγουμένως, είχαμε δει τη σκηνή όπου ο Δίας ανακοινώνει στην Ήρα το σχέδιό του. Έχει προαποφασιστεί ότι ο Έκτορας θα νικά μέχρι να σκοτώσει τον Πάτροκλο. Μετά εγκαταλείπεται στη μοίρα του. Κι όμως αυτός είναι σίγουρος για την αμέριστη υποστήριξη του Δία και μεθυσμένος από σιγουριά κραυγάζει: « Θα σας κάψω τα πλοία, Αργίτες!!»

Η Ίριδα, απεσταλμένη του Δία , του ανακοινώνει πως ο Δίας είναι μαζί του , κι εκείνος « ο πλανημένος» δεν προσέχει αυτή τη «μικρή» λεπτομέρεια των ακροτελεύτιων λόγων της. « Μέχρι να πέσει το σκοτάδι.»
Είναι βέβαιος πως ο Δίας θα είναι δίπλα του μέχρι το τέλος. Απ’ αυτήν την άποψη, είναι ένας γνήσιος τραγικός ήρωας , με κύριο γνώρισμα την πλάνη στην οποία σκόπιμα τον αφήνει ο Δίας. Μια πλάνη που τον σέρνει έρμαιο σε πράξεις ασυλλόγιστης ανδρείας , με αποκορύφωμα το θάνατο του Πάτροκλου. Ο Δίας τον χρησιμοποιεί για να κάνει το χατίρι της Θέτιδας και να δικαιωθεί ο Αχιλλέας.

Κι αυτό ο Έκτορας δεν μπορεί να το αντιληφθεί , για τι τον έχει τυφλώσει η Άτη , με αναγκαίο επακόλουθο την Ύβριν και την τραγική πτώση του.

Πού έγκειται η ύβρις του Έκτορα; Στο ότι άφησε τον εαυτό του να ξεγελαστεί από τις υποσχέσεις του θεού, αφέθηκε να τον πλανέψουν τα μεγάλα λόγια της Ίριδας και ξέχασε την απλή αυτή αλήθεια: πως είναι θνητός και δεν μπορεί να έχει την εύνοια του θεού μέχρι το τέλος.

Κι επανέρχομαι στο ερώτημα του μαθητή: « Αυτοί ήταν οι θεοί τους; Μα , αν πιστέψουμε πως τη θρησκεία τους οι άνθρωποι την επινόησαν τότε για παρηγοριά , πώς μπορούσαν να πιστέψουν σε τέτοιους θεούς;»

Και τη συμπληρώνω εγώ:
« Τι παρηγοριά μπορούν να σου δώσουν τέτοιοι θεοί, θεοί ηθικά κατώτεροι από σένα, που λένε ψέματα, απειλούν ο ένας τον άλλον, μα- το κυριότερο- σε χρησιμοποιούν για να πετύχουν το στόχο τους κι έπειτα σε αφήνουν έρμαιο της αδυσώπητης μοίρας σου;»

Και η απάντησή μου : « Δεν μπορούν να σου δώσουν καμία παρηγοριά.»

Αν σκεφτούμε ότι ο Ησίοδος με την Θεογονία του και ο Όμηρος με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια υπήρξαν οι θεμελιωτές της αρχαίας ελληνικής θεολογίας , νομίζω, είναι εκπληκτική η διαπίστωση που αβίαστα βγαίνει:
Αυτοί οι άνθρωποι , οι αρχαίοι Έλληνες δεν καταδέχονταν να αναζητήσουν παρηγοριά στη θρησκεία. Στέκαν αγέρωχοι απέναντι στη μοίρα τους και την πολεμούσαν μέχρι το τέλος κι ας ξέραν πως αυτή είναι αναπόδραστη.
Αυτός ο λαός είχε την τόλμη να αντικρίζει κατάματα , χωρίς αυταπάτες , τη θνητή του φύση και την αδήριτη σοφία να αναγνωρίζει τα πεπερασμένα του όρια.


Η Ιλιάδα είναι γεμάτη σκηνές θανάτου κι εκεί βλέπουμε την ψυχή να εγκαταλείπει κλαίγοντας το σώμα της και να κατεβαίνει στον Άδη.

Κανένας Παράδεισος δεν την περιμένει.. μονάχα η Λήθη. Καμιά υπόσχεση για δικαίωση μετά θάνατον.

Στην Π ραψωδία περιγράφεται μια μνημειώδης μάχη πάνω στο νεκρό σώμα του Κεβριόνη. Δυο παρομοιώσεις επιστρατεύονται απ’ τον ποιητή για να κάνει πιο ζωντανή τη σκηνή μπροστά στα μάτια μας. Δύο στρατοί μάχονται με λύσσα για τα όπλα του Κεβριόνη. Δέστε όμως πώς κλείνει η σκηνή :

« Και αυτός στο μέσο απέραντος στον στρόβιλον της σκόνης
κοιτάμενος τους ιππικούς αγώνες λησμονούσε.»


« Ενδιαφέρεται καθόλου ο Κεβριόνης για την έκβαση της μάχης που γίνεται πάνω στο νεκρό σώμα του;»
Ρώτησα τα παιδιά και αρχικά με κοίταξαν με απορία. Τι σόι ερώτηση είναι πάλι αυτή; Θα σκέφτηκαν . Η απάντησή τους όμως είναι σύμφωνη με τα ιδανικά της θρησκείας με την οποία γαλουχήθηκαν .

« Και βέβαια.. Ο Κεβριόνης δε θέλει να χάσει τα όπλα του. Θέλει να τον θάψουν μ’ αυτά.» Έτσι μου απάντησαν , αγνοώντας το κείμενο.

Το κείμενο όμως μας επαναφέρει στην τάξη. Τέλος οι ψεύτικες ελπίδες. Ο Κεβριόνης λησμονούσε. Και λησμονούσε επειδή είναι νεκρός και τίποτε απ’ ό,τι γίνεται στη γη δεν τον αφορά πλέον.

Όλα παίζονται πάνω στη γη. Μια θρησκεία που δεν άφηνε κανένα περιθώριο για ελπίδα. Και παράλληλα άνθρωποι που, ενώ το ξέρουν πως σ’ αυτούς τους θεούς δεν μπορούν να βασίζονται , ξέρουν και κάτι άλλο που ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά ξεχνάει:

Πως όποιος ξεχνάει τη θνητή του φύση και υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια τιμωρείται.

Το τρίπτυχο Άτη- Ύβρις- Νέμεσις είναι κυρίαρχο στην Ιλιάδα απ’ την Π ραψωδία και μέχρι το τέλος της.

« Ποια τύφλωσις !!» αναφωνεί ο ποιητής για την ορμή του πολέμου που τυφλώνει τον Πάτροκλο και τον κάνει να καταδιώκει τους Τρώες αλύπητα, ξεχνώντας τη συμβουλή του Αχιλλέα.
Η ίδια τύφλωση ελαύνει τον Έκτορα , οδηγώντας τον στο τραγικό τέλος του απ’ τα χέρια του Αχιλλέα.

Όντα τραγικά λοιπόν οι ήρωες της Ιλιάδας.

Κι αυτή είναι η σοφία των αρχαίων Ελλήνων μπροστά στην οποία ο σύγχρονος άνθρωπος εθελοτυφλεί. Η επίγνωση πως ο άνθρωπος είναι τραγικό ον και η τραγικότητά του έγκειται στην πλάνη του. Πλανημένος γεννήθηκε ,πλανημένος πεθαίνει.

Και η μεγαλύτερή του πλάνη είναι αυτή η υπερεκτίμηση του Νου. Νομίζουμε εμείς οι δύστυχοι πως ,επειδή έχουμε τη Νόηση είμαστε οι εκλεκτοί.

Μέγιστη πλάνη.

Έρχεται ένα ηφαίστειο και ξυπνάει, παγώνει τις εναέριες συγκοινωνίες για μέρες και μας υπενθυμίζει πως οι αιθέρες δεν μας ανήκουν.

Αυτό το μάθημα όμως οι αρχαίοι Έλληνες το είχαν στέρεα αφομοιώσει.

Γι’ αυτό και η αρχαία Ελληνική σκέψη είναι τώρα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ.


σημείωση: ευχαριστώ το Β1 για την τροφή που μου έδωσε στη σκέψη..