Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

θεέ

Θεέ,
έλα και πάρε από πάνω μου τούτο το καρφί
είμαι μικρή πολύ για να το σηκώσω
Αν  θέλεις πάλι να γελάσεις με τη γύμνια μου
μάθε πως το χατίρι δε σου το κάνω
να με δεις να κλαίω σα χαζό κουτάβι

Βρήκα μπογιά που δεν ξεβάφει με τα δάκρυα

μ’ αυτήν το μούτρο μου άλειψα
και σε προσμένω

Μάθε πως  τώρα κατάλαβα
τι σημαίνει
να ‘ ρχεται κατά πάνω σου η Μοίρα
κι εσύ να στέκεσαι αγριεμένος απ’ τα μέσα σου νερά
και να τινάσσεις θύελλες απ’ τα μάτια

Μάθε πως έβγαλα απ’ το μηρό μου άλλο παιδί
με γέλιο το τύλιξα μετάξι
με πίκρα ανθρώπου με έγνοια το μοίρανα
και το κρατώ στην αγκάλη του βλέμματος                                                                            
το κανακεύω με ψέμα

Κι ολόρθη μπροστά σου θα με δεις
σαν έρθεις πάλι να γελάσεις με την τύφλα μου

« Ναι είμαι εγώ
Κι έμαθα να κοιτώ τη θάλασσα
Και να μην πονώ πια απ’ την
Αβάσταχτη ομορφιά της»



δημοσιεύτηκε στη bibliotheque

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Φερνάντο Πεσσόα, ένας έντιμος αναχωρητής.

        
Από μικρή είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τις λέξεις. Υπήρχαν στιγμές που με μάγευαν, υπήρχαν κι άλλες που δεν έβλεπα τίποτα πίσω τους. Το έβρισκα δύσκολο να συγκεντρωθώ στα λόγια των δασκάλων μου ή στο άχαρο κείμενο ενός σχολικού εγχειριδίου, μα υπήρχαν βιβλία, που σκάβοντας μέσα τους ένιωθα την οικεία ηδονή,  που τότε δεν ήξερα όνομα να της δώσω μα μ’ έκανε να βλέπω τις βιβλιοθήκες σαν ένα θαύμα.
Αυτήν την ιερή περιέργεια την έχω ακόμη. Μα όσο περνούν τα χρόνια ,τόσο πιο δύσκολα αφήνω τον εαυτό μου να ξεγελαστεί από τα λόγια των άλλων.
Με τα ποιήματα του Φερνάντο Πεσσόα ωστόσο συμβαίνει κάτι παράξενο. Με παίρνει μαζί του και με ταξιδεύει σ’ αυτό που εγώ νιώθω, σ’ αυτό που εγώ είμαι. Είναι η ποίησή του μια σπαραχτική εξομολόγηση ενός ανθρώπου που έσκαψε μέσα του βαθιά και είχε την εντιμότητα να μην κλείσει τα μάτια σ’ αυτό που είδε.
« Τουλάχιστον αφιερώνω στον εαυτό μου περιφρόνηση χωρίς δάκρυα,
Ευγενική τουλάχιστον στη μεγάλη μου κίνηση με την οποία βγάζω
Τα βρόμικα ρούχα μου που είμαι εγώ,
Χωρίς βιασύνη στη ροή των πραγμάτων,
Και μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.»

« Πέταξα τη μάσκα και κοιμήθηκα στην γκαρνταρόμπα
Σαν σκυλί που του το επέτρεψαν
Γιατί ήταν ακίνδυνο.
Και θα γράψω αυτή την ιστορία για ν’ αποδείξω
Πως υπέροχος είμαι.»

Βυθίζομαι  στον στίχο του ποιητή 
 “ καημένη ανθρώπινη ψυχή με όαση μονάχα στην έρημο του άλλου»
και  βρίσκω παρηγοριά στην σκέψη πως υπήρξε ένας άνθρωπος που είδε την έρημο της ψυχής του , κοίταξε μέσα της και προσπάθησε να την χαρτογραφήσει μέσα από τους στίχους του, μέσα απ’ αυτές τις λέξεις που φεύγαν από μέσα του το 1930 στην Πορτογαλία και το 2013 στην Ελλάδα προκαλούν δάκρυα λυτρωτικά σε μια γυναίκα που αισθάνεται ευγνωμοσύνη. Γιατί;  Γιατί δεν είναι μόνη της. Γιατί αυτά που τη βασανίζουν τα είδε και τα ένιωσε ο Φερνάντο Πεσσόα και τόσο όμορφα τα έκανε ποίηση.

« Μεγάλες είναι οι έρημοι και οι ψυχές έρημες και μεγάλες,
Έρημες γιατί απ’ αυτές τίποτα δεν περνά μόνο αυτές οι ίδιες,
Μεγάλες γιατί από’ κει βλέπεις τα πάντα, και όλα πέθαναν.»
               
                Μα γιατί αισθάνεσαι λύτρωση όταν διαβάζεις κάτι τόσο απαισιόδοξο; Μηδενιστικό θα το΄  λεγαν άλλοι και θα σου’ λεγαν να ψάξεις αλλού παρηγοριά ,γιατί για θάνατο να μιλάς συνεχώς μυρίζει μιζέρια.
«πεισιθανάτια εμμονή θα την πουν οι προφέσορες της ποίησης»
Και τότε θυμάμαι τα λόγια του Γιώργου Χειμωνά:
« Ό,τι θα συγκλονίζει τον άνθρωπο θα είναι πόνος. Και ό,τι θα ανασκάπτει τον πόνο θα είναι  ηδονικό. Ας είναι αυτός ένας απ’ τους ορισμούς της τραγωδιακής αμφιθυμίας που είναι γνωστή ως τραγική ηδονή ».
                Να γιατί τα ποιήματα του Πεσσόα με συγκινούν εξίσου με τους Τρώες και την Απιστία του Καβάφη ή τις Βάκχες του Ευριπίδη.
Γιατί σκάβουν βαθιά στην ανθρώπινη φύση και πενθούν για το ον αυτό που είναι ο άνθρωπος. Πενθούν όμως χωρίς να κλαψουρίζουν. Με τον τρόπο το σοφό των λαϊκών θρήνων που έβλεπαν κατάματα τη μοίρα των θνητών και τη μαχαίρωναν με τα λόγια λεβέντικα.
« Η πραγματικότητα σαν ηλιοτρόπιο με κοιτάζει
Με το κεφάλι της γερτό.»
«Στο χώμα κάθισε και παραιτήσου:
Γίνε  του εαυτού σου βασιλιάς».

                Θα πουν οι προφέσορες της ποίησης: μηδενιστικοί αφορισμοί, ηττοπάθεια, μοιρολατρία. Όχι, θα πω εγώ. Υγιής απαισιοδοξία .
 Όποιος μελέτησε τα κείμενα των τριών τραγικών, αλλά και τα ομηρικά έπη δεν μπορεί να μη δει το προφανές. Το ψέμα δεν μπορεί να σου δώσει λύτρωση, ούτε παρηγοριά. Κι αν επιζητείς με κάθε τρόπο να έρθεις όσο γίνεται πιο κοντά στην αλήθεια σου, τουλάχιστον να ‘ χεις το θάρρος να το παραδεχτείς.

« Είμαι θνητός και ο φόβος του θανάτου είναι η φυλακή μου. Όσο πιο πολύ επαίρομαι για την παντοδυναμία μου τόσο πιο κοντά στη γελοιότητα φτάνω, προκαλώντας την πτώση μου.»
Οι αρχαίοι αυτήν τη γενναιότητα την είχαν . Στάθηκαν αντρίκεια απέναντι στην αδυναμία τους και την ύμνησαν και την τραγούδησαν. Διαλάλησαν σε όλους τους τόνους ότι η ύβρις του ανθρώπου , η μανία του αυτή να ξεχνά πως είναι θνητός και να τα βάζει με τη μοίρα ,του δόθηκε ως προίκα από τους ίδιους τους θεούς. Κανείς δεν ξεφεύγει έτσι εύκολα.
Αυτό βλέπει και ο Πεσσόα όταν γράφει:
« Απέτυχα σε όλα. Καθόλου δε με νοιάζει.
Αλλά γιατί να κλάψω αυτήν εδώ την ώρα,
Όταν η αποτυχία κοινή για όλους είναι;»

«Ολομόναχος αφέθηκα στη ζωή
Απ’ τους θεούς που το επιτάσσουν.
Μάταιο είναι να τους πολεμώ.
Χωρίς αντίρρηση δέχομαι ό,τι   μου έχουν δώσει
Όπως το στάχυ που υποκλίνεται στον άνεμο
Κι ορθώνεται όταν παύει να φυσάει.»

                Ίσως γι’ αυτό μιλάει μέσα μου ο Πεσσόα. Επειδή μου λέει αλήθειες. Δεν προσπαθεί με ωραίες υποσχέσεις να με αποκοιμίσει.
                Στους Τρώες του Καβάφη είδα την τραγική μοίρα του ανθρώπου. Την ίδια αυτή είδα και στα λόγια του Πεσσόα:

« Βλέπω στον εαυτό μου έναν ουρανό ολόκληρο
Έναν απέραντο και κούφιο ουρανό.»


 πρώτη δημοσίευση στο bibliotheque.gr





Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

και επιτέλους
σκασμός οι ρήτορες
πολύ μιλήσανε..

βλέπεις ήταν μακριά αυτή η οθόνη,μονάχα ο ήχος της έφτανε στα κουρασμένα μου αυτιά
κι ήταν καρφωμένος πάνω της ο γιος μου κι έβλεπε και πάλι τις σκηνές του χαμού
ξανά και ξανά και γω παρακαλούσα να μη με ρωτήσει πάλι ,γιατί τι να του πω που δεν ξέρω και γω την τύφλα μου.. όποια βεβαιότητα είχα έγινε σκόνη, σκατά στα μούτρα τους μονάχα αυτό μού' ρχεται να πω και τι μου φταίει το παιδί να το κακοκαρδίζω από τώρα..

δεν είναι κουβέντα αυτή να βγει από το στόμα μιας μάνας και επιπλέον και γραμματιζούμενης ..άκου σκατά στα μούτρα τους..κι αν με ρωτήσει "σκατά στα μούτρα τίνος μαμά;" εγώ τι να του πω;