Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Ζώνη πυρός

Πέρασα το Σαββατοκύριακο παρέα με τον πόνο και τις λέξεις. Τον πόνο στη μέση που με καθήλωσε σε καθεστώς ανημπόριας και τις λέξεις του καινούριου βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη « Ζώνη πυρός» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Για τον πόνο δεν υπάρχει τρόπος να μιλήσει κανείς. Είναι ένα τούνελ σκοτεινό και μέσα κει βαδίζεις μονάχος. Έχω συνηθίσει στη μοναξιά του πόνου. Κι έχω βρει τους πιο ωραίους συνταξιδιώτες σ’ αυτό το σκοτεινό τούνελ: τα βιβλία.
Οι λέξεις του Παναγιώτη με συντρόφευσαν σε στιγμές πόνου. Και με παρηγόρησαν.
Τα δεκαοχτώ διηγήματα του βιβλίου τα διάβασα και τα ξαναδιάβασα. Και κάθε φορά με άφηναν με ένα χαμόγελο μισάνοιχτο, το χαμόγελο της συνενοχής, της αίσθησης πως δεν είμαι μόνη.
Οι λέξεις του σε ακολουθούν, σε στοιχειώνουν. Απαντήσεις δε δίνουν. Θέτουν ερωτήματα. Και μιλούν. Απευθείας στην καρδιά. Σε λαβώνουν. Όπως οτιδήποτε αληθινό. Οτιδήποτε γράφτηκε από ανάγκη.
ixnilasies.blogspot.com|Από Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

ο αστείος άνθρωπος



« Το ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως με είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ την σοβαρότητα.
                Ας εξηγηθώ καλλίτερα. Με αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης΄ δηλ. ½ ώρα , ή μια ώρα, ή δυο ή τρεις ώρες σοβαρότητα την ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα  σοβαρότητα.
                Άλλως με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια , το χαμπαγκάρισμα.
                Αλλά δεν κάνει.
Δυσκολεύει τες δουλειές.
                Διότι ως επί το πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα , σέρια ζωωδώς΄ πού να αστειευθούν΄ αφού δεν καταλαμβάνουν. Τα σέρια τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός .Όλα τα πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για την αγραμματοσύνη τους και για την κουταμάρα τους , γι’ αυτό σαν βόδια και σαν πρόβατα ( τα ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες ) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης.
                Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται , τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπόψην σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν.
                Γι’ αυτό κι εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως με διευκολύνει τες υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ. »
                                                                                       26-10-1908

Το κείμενο αυτό από το αρχείο του Καβάφη , νομίζω, εξηγεί από πού προέκυψε η ανάγκη του Αλεξανδρινού να  υιοθετήσει αυτό το παιγνιώδες ύφος στα ποιήματά του.
«Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ». Στους πολλούς όμως καταγίνεται ο ποιητής να παρουσιάζει « σοβαρήν όψιν» γιατί « μεγάλως τον διευκολύνει στις υποθέσεις του».
Ποιοι είναι αυτοί οι πολλοί; Ποιοι είναι αυτοί που ο Καβάφης αποκαλεί                      « ζευζέκηδες και αμαθείς»; Οι σοβαροί.
Στον αντίποδα στέκει ο αστείος άνθρωπος που « γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπόψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν».
Ο ίδιος όμως ο Καβάφης μέσα του αισθάνεται ένας αστείος άνθρωπος , που ντύνεται τον μανδύα της σοβαρότητας γιατί « ηύρε πως μεγάλως τον διευκολύνει στις υποθέσεις του.» Αυτό που του αρέσει όμως είναι «τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία».
Τα ποιήματά του είναι κι αυτά ντυμένα τη σοβαρότητα που χρειάζονται οι πολλοί.
« Εσωτερικώς όμως γελούν και αστειεύονται πολύ».
Γι’ αυτό και για να τα προσελκύσει ο αναγνώστης και να αντλήσει απ’ αυτά την οικεία ηδονή πρέπει να σκάψει μέσα τους. Να δει το δίσημο λόγο τους. Να συλλάβει την καβαφική ειρωνεία, την αντίφαση ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και το «είναι».
« Μα δεν είναι ποιητής ο Καβάφης. Πιο πολύ ρεπορτάζ των αιώνων κάνει». Λέει ο Παλαμάς.
Και ο Καβάφης στέκει πιο πάνω από όλους τους σύγχρονούς του διανοητές , φορεί το προσωπείο της ειρωνείας και γελά μέσα απ’ αυτό. Είναι σίγουρος για την αλήθεια των ποιημάτων του. Όπως και για το γεγονός ότι η κρυπτικότητα που επιλέγει θα αιφνιδιάσει τους σύγχρονούς του.
Δεν τον ενδιαφέρουν όμως οι συγκαιρινοί του. Απευθύνεται στον αναγνώστη του μέλλοντος.  Όπως  όλα τα γνήσια έργα λογοτεχνίας που στέκουν πιο πάνω από τον καιρό τους, συνδιαλέγεται και με το παρελθόν.
Κι εδώ θα προτάξω τρεις μυθιστορηματικούς ήρωες. Ο ένας έρχεται από την προεπαναστατική Ρωσία , μέσα από την ταραγμένη ψυχή του Ντοστογιέφσκι. Είναι ο Νικoλάι Σταβρόγκιν ,ο ήρωας των Δαιμονισμένων. Ο μπολιασμένος με την «ιερή μελαγχολία» που μόνο οι εκλεκτοί δοκιμάζουν και δεν την ανταλλάσσουν ποτέ με την εύκολη ικανοποίηση. Ο Σταβρόγκιν επιλέγει να εκθέσει τον αστείο άνθρωπο που εξαρχής έκρυβε μέσα του, αυτή τη φορά όμως ως ασπίδα στη σοβαροφάνεια των γελοίων ανθρώπων του κύκλου του, ως μόνο μέσο αντίστασης στην ψευτιά που τον κυκλώνει από παντού.
Ο δεύτερος είναι o Χανς Σνηρ από τις απόψεις ενός κλόουν του Χάινριχ Μπελ . Γιος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας που ζει από κοντά τη σαπίλα του ναζισμού κι επιλέγει το μόνο επάγγελμα που ταιριάζει στην αθώα ψυχή του, τον μόνο ρόλο που θα τον έφερνε κοντά στην αλήθεια του παιδιού που βίαια πήγε να σκοτώσει η σήψη του ναζισμού. Γίνεται κλόουν, ένας αστείος άνθρωπος που « γενικώς περιφρονείται και δε λαμβάνεται υπόψιν σημαντικά ».
Ο τρίτος έρχεται από τη Γαλλία. Είναι ο ήρωας στης Πτώσης του Αλμπέρ Καμύ. Ένας άνθρωπος που έχει την τόλμη να κοιτάξει κατάματα δίχως παρηγορητικές παρωπίδες την μικρότητα της ψυχής του και - ως άλλος Σταβρόγκιν- αντιστέκεται στην υποκρισία και τη σοβαροφάνεια των άλλων με το μόνο μέσο που διαθέτει. Το σαρκασμό και την ειρωνεία ,τον κυνισμό του ανθρώπου που όμως μέσα του πενθεί για το θάνατο της αθωότητας.
Ποιο είναι το νήμα που ενώνει και τους τρεις ήρωες; Αυτό που τους φέρνει τόσο κοντά στη σκέψη του Καβάφη; Η αδήριτη ανάγκη για την αλήθεια. « Τούτη η απόλυτη δολοφονία μιας αλήθεια μου’ φερνε ίλιγγο». Μονολογεί ο ήρωας στην Πτώση.
Ο Καβάφης προτάσσει την ειρωνεία ως ασπίδα στη σοβαροφάνεια των αδαών, των ανθρώπων που βουτηγμένοι στην αυταρέσκεια της κουταμάρας τους μισούν την αλήθεια. Κι απ’ αυτήν την άποψη τείνει το χέρι στον Ντοστογιέφσκι, τον Καμύ και τον Μπελ, με τον τρόπο που μόνο οι αληθινοί διανοητές ξέρουν να κάνουν.

δημοσιεύτηκε στο Fractal