Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Γκιούλιβερ


Έχω μια τρύπα στη θέση του στόματος.
Μπαινοβγαίνουν μυρμήγκια με κεραίες από σκόνη.
Με κοιτούν με μάτια κόκκινα
μισόκλειστα γερτά στην ειρωνεία.

Εγώ ο Γκιούλιβερ στη χώρα των μικρών τεράτων

καρφωμένος με πασσάλους
στη λάσπη των λιωμένων ανθρώπων
που σάλεψαν κάποτε στη γλώσσα μου
περήφανοι περπάτησαν σε βήματα αητού
χορέψαν τη σιωπή τους στη ριπή του κύματος
ισιώσαν το αλάτι
κι εκεί που ολόρθοι στέκονταν
τους βρήκε η σφαίρα στο μεδούλι των οστών
κι άρχισαν να ζαρώνουν από μέσα
η ψίχα της σάρκας τους έγινε δέρμα
το μαύρο του ματιού τους πήρε να λιώνει
και κύματα τους σκέπασαν.

Κείτομαι πάνω στους λιωμένους ανθρώπους
καρφωμένος με πασσάλους στη γη τους
και φωνή δεν έχω να μιλήσω
τη γλώσσα μου κλέψαν τα χέρια τους
την πήραν μαζί τους στο χώμα
λίπασμα για τα μικρά τέρατα

τα βλέπω
σκαρφαλώνουν πάνω μου με λύσσα
και μου τρυπούν με ιαχές τα μάτια

“ Ξύπνα,
βαρύ θανατικό την πόρτα σου χειμάζει
κι εσύ τη λάσπη προσκυνάς
αερικά της τάζεις.

Ξύπνα,
τα χέρια σου βαριά στενάξαν στους τριγμούς της
μια γη που δεν παντρεύεται
της Άρτας το γιοφύρι
που καρτερά να ' ρθει το φως
να πιει κρασί το αίμα
και να φιλιώσει
τον φονιά με του θανάτου τ' άστρο.”

...

( Στη φλέβα της πέτρας, εκδόσεις Βακχικόν ..το Φθινόπωρο )