Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

«Όλοι εσείς που φλυαρείτε ασύδοτα στα κουρασμένα αφτιά μου»

γράφει ο Κωνσταντίνος Κωστέας 

Δικαιολογώντας τον τίτλο Ρητορική ένδεια (εκδ. Βακχικόν) της πρώτης ποιητικής της συλλογής, η Ειρήνη Παραδεισανού εκμυστηρεύεται: «Με δυσκόλευε η τέχνη της επικοινωνίας. Ίσως γι’ αυτό στράφηκα στην ποίηση. Για να βρω λόγια να μιλήσω την πέτρα που είχα μέσα μου». Ταμένη στα κελεύσματα του Camus και του Orwell, πασχίζει να φέρει στο φως της δική της καλά κρυμμένη αλήθεια. Ξεφλουδίζοντας τις άπειρες στρώσεις από το βαθιά ριζωμένο κρεμμύδι, πορεύεται στη δίνη των κυμάτων ατενίζοντας την καταχνιά με τη συλλογή Τα γυάλινα μάτια των ψαριών (εκδ. Βακχικόν).
Δίνοντας φωνή στις υπαρξιακές, μεταφυσικές και κοινωνικές της ανησυχίες, δεν διστάζει να καταγγείλει. Έπεα πτερόεντα την κατακλύζουν μα δεν την συγκινούν: 
Όλοι εσείς που φλυαρείτε ασύδοτα στα κουρασμένα αφτιά μου
Σκεφτήκατε έστω για μια στιγμή
το μάταιο του πράγματος;
Έχοντας δοκιμαστεί στον ποιητικό λόγο, η Παραδεισανού επιστρέφει για να απευθυνθεί με 24 ποιήματα Στη φλέβα της πέτρας, τη σώψυχη, ανεξερεύνητη ρίζα, που δίνει ζωή «σε ισχνά, γυμνά από χυμούς δέντρα».
Η πρωτόλεια πέτρα, μετασχηματισμένη από τις μυθολογικές και θεολογικές της αναγωγές, της βαραίνει το στήθος. Δεδομένου ότι ασθμαίνει δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, πρέπει να βρει τη δύναμη για να τη σπάσει, καθώς ο χρόνος, ως κακότεχνος τεχνίτης, τη μεταπλάθει σε μάρμαρο. Έχοντας δοκιμαστεί στον ποιητικό λόγο, η Παραδεισανού επιστρέφει για να απευθυνθεί με 24 ποιήματα Στη φλέβα της πέτρας, τη σώψυχη, ανεξερεύνητη ρίζα, που δίνει ζωή «σε ισχνά, γυμνά από χυμούς δέντρα». Το ανεξιχνίαστο χρόνιο άχθος, που κατατρύχει την Παραδεισανού, παρομοιάζεται με μια αλλόκοτη και άγνωστη στους γιατρούς αρρώστια. Επαναλαμβάνοντας τη φράση: «η αρρώστιά μου όνομα δεν έχει» δίνει στο ομώνυμο ποίημα εξομολογητικό τόνο και εντείνει την αγωνία του αναγνώστη για το υπαρξιακό της τέλμα. Στο υπόστρωμα αυτών των στίχων μπορούμε να ανακαλύψουμε την κατάληξη του ελεγείου [Τί νέοι που φτάσαμεν εδώ…] του Κώστα Καρυωτάκη:
Κι είμαστε νέοι, πολύ
νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τί να ’χουμε, τί να ’χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά! 
Η αναφορά σε μια απροσδιόριστη πάθηση και από τους δύο ποιητές μάς πείθει να θίξουμε την ευρεία διακειμενικότητα της συλλογής. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο «Γράμμα στον Κώστα Καρυωτάκη». Εκεί, η Παραδεισανού παραδέχεται τις οφειλές της στον «ιδανικό αυτόχειρα», ζητεί συγγνώμη για τις «φιλολογικές θεωρίες που βαριεστημένοι φοιτητές σε αίθουσες πνιγμού αναμασούν» και απολογείται για την καπηλεία του αίματος του ποιητή από προσηλωμένους στο καθήκον φιλολόγους, οι οποίοι δεν θα πέθαιναν ποτέ από αηδία.
Στο ποιητικό της σύμπαν είναι παρούσες δύο σημαίνουσες εκπρόσωποι της διεθνούς λογοτεχνικής σκηνής (Βιρτζίνια Γουλφ, Σύλβια Πλαθ) αλλά και ο Τηνιακός Γιαννούλης Χαλεπάς, ο γλύπτης των έργων Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτακαι Η Κοιμωμένη, που ταλαιπωρήθηκε από μακροχρόνια ψυχική αστάθεια εξαιτίας της προσήλωσής του στη σμίλη. Αφορμώμενη από την προσήλωση της Γουλφ στις λέξεις αλλά και την αποστροφή της τελευταίας σε βραβεία και επαίνους, η Παραδεισανού τής αφιερώνει το ποίημα «Το βαμβάκι». Σ’ αυτό αντανακλάται η εγρήγορση που πρέπει να επιδεικνύει ο ποιητής απέναντι στη νωθρότητα του πλήθους:
Ο ποιητής απλώνει το χέρι
να σκίσει το βαμβάκι
που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων
καθώς υπνοβατούν μπρος στα μάτια μου
Όπως η Πλαθ ξεδίπλωσε τα πέπλα που την τύλιγαν κρύβοντάς της το φως, ευελπιστεί πως και η ίδια κάποτε θα μιλήσει για το σίδερο που έχει καρφωμένο μέσα της και το μέταλλο που της κρύβει την όραση.
Αξιοποιώντας δημιουργικά το Δώρο Γενεθλίων της Πλαθ, η Παραδεισανού γράφει το ποίημα «Τα πέπλα της Σύλβιας», όπου αναφέρεται στην αχειροποίητη ικανότητα των ποιητών να βλέπουν την αντίπερα όχθη. Όπως η Πλαθ ξεδίπλωσε τα πέπλα που την τύλιγαν κρύβοντάς της το φως, ευελπιστεί πως και η ίδια κάποτε θα μιλήσει για το σίδερο που έχει καρφωμένο μέσα της και το μέταλλο που της κρύβει την όραση. Μέσω αυτής της τραχιάς εικονοποιίας αισθητοποιούνται στον αναγνώστη οι δυσκολίες της ποιητικής. Κατά την ίδια, το να είσαι ποιήτρια «Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή. / Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο».
Μέχρι τότε
ας αρκούμαι σε ασκήσεις ύφους
που μύωπες οι ειδήμονες
θα βαφτίζουν ποιήματα.
Στην ποίησή της ανιχνεύονται ξανά και οι αιχμές προς την κοινωνία. Ταράζοντας τους όποιους εφησυχασμούς μας, προσπαθεί πεντάκις να μας υπενθυμίσει ότι «δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη», ύστερα σιωπά. Η ματαιότητα και η απελπισία δεν χρειάζονται περίτεχνα φτιασίδια για να αποτυπωθούν στο χαρτί. Αρκεί το κρανίο που κραδαίνει ο Άμλετ, ο αναποφάσιστος πρίγκιπας της Δανιμαρκίας, που η τέχνη του Σαίξπηρ και του Μπωντλαίρ ανήγαγε σε αρχετυπικό σύμβολο της ανίας. H ποιήτρια απογοητευμένη από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, δεν έχει εγκαρτέρηση καμιά. Η κατάσταση της αισθητοποιείται μ’ ένα αξιοπρόσεκτο τρίστιχο:
Λες και τα χέρια βουτήξαν στο κρανίο του ποιητή
τη βοερή αχλύ τους
και μάργωσαν το νου του.
Μάχιμη εκπαιδευτικός η Ειρήνη Παραδεισανού στο ποίημα «Τρύπια μάτια» στρέφει το βλέμμα της στους μαθητές που φωνασκούν πασχίζοντας να γεμίσουν το σχολικό κενό, σημειώνοντας πως η λέξη κενό είναι παράταιρη για την ήβη αλλά ταιριάζει αριστοτεχνικά στο δικό της αιώρημα. 
Η διάχυτη αυτή αίσθηση κενότητας αντανακλάται στο γεγονός ότι το ποίημα με το οποίο καταγίνεται, αρνείται να τελειώσει. Έτσι κλείνει τα μάτια, τις «Διάφανες αυλαίες», σύμφωνα με τη συνεκφορά που δανείζεται από τον Ανδρέα Εμπειρικό, για να ατενίσει πρόσωπα που έχουν χαθεί. Μονάχη σωσίβια λέμβος γι’ αυτήν στον κόσμο της πεζότητας είναι τα παιδιά. Έτσι περιφέρεται ανάμεσά τους δανειζόμενη το προσωπείο του πολυταξιδεμένου Γκιούλιβερ από το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα φαντασίας του Τζόναθαν Σουίφτ και απευθύνεται στα παιδικά της παιχνίδια. Μάχιμη εκπαιδευτικός η Ειρήνη Παραδεισανού στο ποίημα «Τρύπια μάτια» στρέφει το βλέμμα της στους μαθητές που φωνασκούν πασχίζοντας να γεμίσουν το σχολικό κενό, σημειώνοντας πως η λέξη κενό είναι παράταιρη για την ήβη αλλά ταιριάζει αριστοτεχνικά στο δικό της αιώρημα. Κλείνοντας, αξίζει να επισημάνουμε ότι το τραχύ ανάγλυφο των ιζημάτων, η παρουσία των νεκρών στις λακκούβες των δρόμων που μοιάζουν με κρατήρες ηφαιστείων, το πελιδνό βουητό της μέραςτο χείλος του πνιγμού, πλάθουν ένα σκοτεινό, μάλλον εφιαλτικό σκηνικό, βγαλμένο από τις τρομακτικές ιστορίες του Πόε, ή του Λάβκραφτ. Ο ερμητικός, δυστοπικός και αποτρόπαιος χρωματισμός των ποιημάτων της Παραδεισανού όμως εύκολα αίρεται. Η ποιήτρια ξεμακραίνοντας από τον φόβο και τη χρεία οξυγόνου –υποστασιοποίηση των ανθρώπινων συμβάσεων–, επιλέγει την καταβύθιση, αποβλέποντας στην κάθαρση. Για να ξορκίσει τις απαισιόδοξες σκέψεις του αναγνώστη της, συνοψίζει τη φιλοσοφία της σ’ ένα δίστιχο.
Εμένα με γέννησε η ακάμπτη στροφή
που σκάπτει λαγούμια φως μες στο μαύρο.
* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΩΣΤΕΑΣ είναι φιλόλογος.
 Στην κεντρική εικόνα σχέδιο του © Giuseppe Alletto.


Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

Εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
γράφει ο Αντώνης Καρτσάκης
Μέσα σε δύσκολους καιρούς, εξαίσια ποιήματα. Όπως τα γοητευτικά άνθη ή τα χυμώδη φρούτα του Matisse, μέσα στη φρίκη του πολέμου, στα χρόνια του Μπούχενβαλδ και του Άουσβιτς, «λες και το θαύμα της ζωής βρήκε τον τρόπο να συσπειρωθεί μέσα τους για πάντα», όπως παρατηρεί ο Ελύτης.
Τέσσερις οι ποιητικές συλλογές: Με άλλο βλέμμα (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ), Η Σφίγγα έστειλε email (Δημήτρης Περοδασκαλάκης), Στη φλέβα της πέτρας (Ειρήνη Παραδεισανού), Επιτάφιος Ψίθυρος (Γιώργος Πλατανάκης). Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο. Τέσσερα βιβλία ευαισθησίας και ποιητικού στοχασμού, που μας βοηθούν να διαβάσουμε καλύτερα τον κόσμο μας. Τέσσερις ευσύνοπτες συνθέσεις με κέντρο τον άνθρωπο, την ελευθερία, τον έρωτα, τη χαρά, αλλά και τις αντίρροπες δυνάμεις τους, τη φθορά, το κακό, την τυφλότητα, την αγριότητα.
«Των ποιητών λοιπόν το βλέμμα είν’ οξύτερον» και η Ειρήνη Παραδεισανού, με την νέα αυτή συλλογή της (για τις άλλες ευελπιστώ να μιλήσω εν καιρώ), ψηλαφεί με εξαιρετική παρρησία και βαθιά ποιητική νοημοσύνη τις φλέβες των πέτρινων χρόνων μας, καταθέτει χωρίς ονειροπολήσεις και συναισθηματισμούς («Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ», μας είπε ο Ελύτης), καταθέτει λοιπόν τη γνώση που κατακτά στην ποιητική της κατάδυση, συλλέγει «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους».
Στην ευσύνοπτη ποιητική συλλογή της Παραδεισανού, με τον τίτλο Στη φλέβα της πέτρας, διαβάζουμε:
• Την αγωνία της ποιήτριας να παραδώσει το μέταλλο που της δόθηκε, προτού σκουριάσει («Βαστάξτε τα καυτά πετράδια που μου καίνε τη γλώσσα»).
• Την έφεση να μεταδώσει την αλήθεια που της αποκαλύφθηκε («κάποτε θα καταφέρω να μιλήσω / για το κομμάτι σίδερο / πού ’χω καρφωμένο στα σπλάχνα»)
• Τη βαθιά επιθυμία της να μιλήσει («ας μιλήσουμε επιτέλους, όπως νά ’ναι», επέμενε ο Θανάσης Κωσταβάρας σε παρόμοιους δύσκολους καιρούς), «να σπάσει την πέτρα που της βαραίνει το στήθος, για να πάρει ανάσα».
Η ποιήτρια αγωνιά για το μέλλον του ανθρώπου. Βλέπει «βρέφη γερμένα στην πηγή / λίγο πριν πέσουν λίπασμα / στη λάσπη των ανθρώπων» και αποστρέφεται, μέσα στην καταδρομή αυτή του καιρού, τους «αξιότιμους» ποιητές «της ευτυχίας»:
«Κι εσείς εδώ αξιότιμε ποιητά;
Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω»
θα λένε οι κυρίες στα σαλόνια
και θα καγχάζουν την ανημπόρια τους να νιώσουν […].
Άοκνοί μου εσείς
υμνητές της ευτυχίας
εσείς που δεν υποψιάζεστε
το τίμημα
που καλούμαι καθημερινά να πληρώνω
για τις στιγμές αυτές
που σχίζεται το πέπλο μες στα ολόφωτα μάτια μου […].
Η Ειρήνη Παραδεισανού, όπως κάθε πραγματικός ποιητής, συναισθάνεται ως χρέος της να ρίχνει σταγόνες φως μες στο σκοτάδι. Να αποκαλύψει την πραγματική πραγματικότητα, τη δεύτερη ζωή που παίζεται μέσα στην πρώτη, ή αλλιώς να βοηθήσει τους ανθρώπους να δουν καθαρότερα την πραγματικότητα, «να σχίσει το βαμβάκι / που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων». Υλοποιώντας η ποιήτρια το πρόσταγμα του Προυστ («κοίτα, μάθε να βλέπεις»), με πόνο ανείπωτο («Δεν έχω πια φωνή να μιλώ») διαβάζει την εποχή μας:
Δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη […]
(Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κραδαίνει εμπρός μου
ο Άμλετ.)
Η Ειρήνη Παραδεισανού είναι μια εξόριστη του καιρού μας ποιήτρια. Στο απερίστροφο ερώτημα του Ελύτη (Εξόριστη Ποιήτρια, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;) την φαντάζομαι να απαντά:
Βλέπω τον άνθρωπο αδύναμο, «βρέφος πρόωρα βγαλμένο από τη μήτρα», να στέκεται «στο χείλος του πνιγμού», εγκλωβισμένο στο βυθισμένο μες στη σκόνη κλουβί του, μες στη σχισμένη πέτρα. Βλέπω έναν κόσμο να νοσεί. Και να μου μεταδίδει την ανεπώνυμη νόσο του («η αρρώστια μου όνομα δεν έχει / αρνείται την κατάταξη στων γιατρών τη χορεία»).
Βλέπω μια κοινωνία όπου τα δέντρα άκαρπα, «γυμνά από χυμούς / ριζώνουν ισχνά / μες στη φλέβα της πέτρας» κι όπου η βορβορώδης θάλασσα «ντύθηκε τη σκουριά του αίματος».
Βλέπω πλάσματα ανάπηρα που λαχταρούν «να ξαναβρούνε την αφή / ν’ αγγίξουνε το χώμα».
Ένας φεγγίτης γκρίζου πια ο νους μου, μια φυλακή «πλεγμένη στα ορυκτά γρανάζια του γκρεμού» η ζωή μου, ένα καρφί στα μάτια μου, στη γλώσσα μου καυτά πετράδια.
«Γι’ αυτό το ποίημά μου «αρνείται να τελειώσει»…
(Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρhttp://frear.gr/?p=24385)