Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2008

ποιητής

Σκυφτή χρωμάτιζε τις μνήμες της με χρώμα απ’ τη γη.


Tο’ σκαβε με τα οστεώδη δάχτυλά της

κι οι χαρακιές που αφήναν πίσω τους

μοιάζαν βαθιά ορύγματα εφιάλτη ξεχασμένου

που κυκλικά

χάραζε γύρω της τείχη γυάλινα`


Όταν τα μάτια στύλωνε στο φως

κατάλευκες δεσμίδες στο κενό εξακοντίζονταν

οι ελπίδες της

λιώναν ακρωτηριασμένες

σ’ έναν ουρανό ανεξιχνίαστο

με χρώματα φτιαχτά από κραυγές και συνοχή καμία

ψιχάλες κίτρινες κηλίδωναν την όψη της

απλώνονταν σε ουρανού σιωπές

σπάγαν τεράστιες φτερούγες

μες στη δίνη της

κανείς δεν τόλμαγε μέσα της να κοιτάξει.


Αντίκρυ της στεκόταν αυτός

που όλο μιλούσε για ουρανό`

τα λόγια του μαστίχα μύριζαν κι αέρα γιασεμιού.


Τον αποπαίρναν και τον έβριζαν

του’ δειχναν τις πληγές

τα τείχη τα γυάλινα

τις ανάσες που ξοδευτήκαν έτσι ανώφελα

του δείχναν τη βροχή που πέτρωσε σε μια

του μηδενός κρυμμένη κόχη

κι έγινε ο κόσμος όλος

μια έρημος στεγνή

με χώμα χέρσο τόσο που πηγή καμιά

δε δύναται να υγράνει πια.


Του λέγαν

« ξύπνα` κοίτα την κόρη πως απόκαμε

κοίτα

γυάλινα τείχη γύρω της την κλείσαν

κοίτα

τις στάχτες που τα μάτια της κλειδώνουν»


Μ’ αυτός κάθε που έστρεφε το βλέμμα στο κορίτσι

έβλεπε πάλι γιασεμιά τριγύρω στη ματιά της

και ουρανούς που στεφανώναν τις πληγές της

και τότε γέλαγε

με γέλιο ουρανού

απίθωνε το βλέμμα του παιγνιδισμούς γεμάτο

στη σιωπή της

κι αγκιστρωνόταν πάνω της

πασχίζοντας τα γυάλινα τα τείχη να γκρεμίσει.


Τον είπαν αφελή κι ανόητα σκεφτόμενο

άλλοι αλλάξαν βιαστικά ματιές από οίκτο.


Ήταν και κάποιοι που τον είπαν ποιητή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: