Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

ρωτήματα

Χάζευε τα κοχύλια μες στη σκέψη της

Κλαδιά της φράζαν το δρόμο

Έκανε πως δεν τα’ βλεπε

Της τρυπούσαν το βλέμμα

Έτσι που θα’ λεγες πως έμοιαζε διάφανο

Όπως διάφανο μοιάζει το καύκαλο της σιωπής

Μετά τη βίαιη δίνη άγρια φλεγόμενων στιγμών

Που σε σέρνουν αργά στη φορά τους.


Μια οφειλή που ποτέ δεν αντάμωσε το δίκιο της

Μια θάλασσα που κανείς δε χτένισε με βλέμμα θαλπωρής

Κι ο ουρανός που’ μοιαζε ματωμένος

Σαν ένας θόλος από αναίτια δοσμένα ρωτήματα

Που μύριζαν καπνό

Ακόμη και σήμερα θαρρώ πως νιώθω την αιθάλη τους

Με τυλίγει σαν αργόσυρτο ταγκό

Που όμως ποτέ δεν έμαθα τα βήματα

Μοναχά στον ύπνο μου

Κάποια στιγμή θαρρώ πως ένιωσα πώς είναι να κοιτάς

Μέσα απ’ το δέρμα τους

Μέσα απ’ τις κόχες των ματιών

Να ξεκοιλιάζεις τα ρωτήματα

Να λες


Κοιτάτε με άμοιροι αλώβητοι

Καιρών μισών και μόνων και σκιαγμένων

Ήμουν εκεί απ’ τη αρχή

Και σας τσουρούφλιζα το βλέμμα

Σαν με κοιτούσατε ειρωνικά

Σαν μου κραδαίνατε την όποια αυταπάτη σας.


Ήμουν εκεί


Κι αν δε σας μίλαγα

Είναι γιατί

Λυπόμουν

Ο πόνος μου’ λιωνε τα μάτια

Δεν τα’ νιωθα πια

Πολτός λιωμένα τα ρωτήματα

Με σφάζαν.


Ας ήταν να μπορούσα - για λίγο μόνο- να ησυχάσω

Να φιλιώσω με το ντύμα

αυτό του μάταιου που διαπερνά τη ζήση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: