Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

νεκρές χελώνες

Ήταν χειμώνας ξέσκεπος
δίχως ρυτίδες μεταμέλειας για το φθινόπωρο
που απόμεινε γράμμα κενό.
Κι ένα χαμίνι πεταμένο σε μιαν άκρη του μυαλού σου
σ’ έφτυνε με περίσσεια σιχασιά
κι απίθωνες με βία τις παλάμες μπρος στα μάτια σου
να μη σε βρουν κατάματα οι ριπές του.
Ύστερα είπες πως κρύωνες πολύ.

Οι άνθρωποι- έλεγες- μοιάζαν χελώνες χαζές
που κείτονταν στη μέση του δρόμου
μ’ ανεστραμμένο το καβούκι.
Χελώνες που νιώθαν το καβούκι τους σκληρό
σα φυλακή
και κοίταζαν με μάτια πανικού ολόγυρα,
προσμέναν τους διαβάτες να τις σώσουν
μακάριες στην παχυλή τους άγνοια.

Κι ύστερα άξαφνα σταμάτησες
και κοίταξες με τρόμο τα χέρια σου.
Μοιάζαν ερπετά σερνάμενα στην έρημο.
Η φωνή σου τότε σου φάνηκε αλλότρια
μύριζε στόμφο και φλυαρία αφόρητη.
Κλείδωσες τη ματιά σου σε μια τόση δα κουκκίδα στον ορίζοντα
κλείδωσες μέσα σου τα λόγια που σε πνίγαν.

Ποιο πέταγμα τώρα πια να σε σώσει
απ’ την επίγνωση του μάταιου
έρημος μέσα σου
έρημος γύρω σου
καμένα λόγια .

Μονάχα ο άνεμος μοιάζει μετέωρος
κείνες τις ώρες που ανταμώνεις τη ματιά σου
σε τρύπια οράματα
σου τριβελίζει το μυαλό

όχι δεν πέθανες
όσο αντικρίζεις το χαμίνι στον καθρέπτη
υπάρχει ελπίδα
κι ας σε φτύνει.
Λίπασμα το σάλιο του
να φυτρώσουν οι μέρες που θα’ ρθουν.

το χειροκρότημά του να φοβάσαι..

2 σχόλια:

Churchwarden είπε...

"Λίπασμα το σάλιο του
να φυτρώσουν οι μέρες που θα’ ρθουν".

Διόλου παρείσαχτη. Μπράβο!

ειρήνη είπε...

τιμή μου το σχόλιό σου
σ' ευχαριστώ