Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

άτιτλο

Ήταν μακριά κείνα τα κύματα.
Μαγνήτες σέρναν τη φωνή σου
τη διπλώναν μυστικά
μέσα σε μεταξιού υφή
κι έλιωνε γλυκά μέσα σου ο πόνος
κι έλεγες :

«Δεν είναι άλλη η εποχή μας
δεν ήταν άλλοι οι καιροί `
εμείς πλατύναμε πολύ
και πώς να χωρέσουμε στην τόση απλωσιά τους`
μικρός ο άνθρωπος
πώς να βαστάξει τόσο πόνο`
μικρός κι ο λόγος του
πώς το γιατί να το χωρέσει»

Πέτρινες μνήμες σ’ αγκυλώνουν
πέτρινα λόγια σε κυκλώσαν αθόρυβα πολύ
πώς να βαστάξεις;

Κάποτε σ’ άρεσε κείνη η κόρη του βυθού
που σου μιλούσε με όνειρα γιομάτα αρμύρα.
Σ’ έσερνε πίσω της κι ας ζαλιζόσουν.
Ήταν γλυκιά η ανάσα της.
Κάποτε.

Τώρα απόμεινες να σέρνεσαι πίσω από κραυγές
ήχους παράταιρους.

Τη θαλασσοκόρη – σου είπαν- την πνίξαν τα κύματα.
Κι εσύ ούρλιαζες.
Δεν ήθελες να το πιστέψεις
« Τα κύματα ήταν μέσα της» φώναζες
« Αυτά της δίναν τα μάτια από όνειρο.
Δεν ήταν αυτά που την πνίξαν.
Μονάχα η στεριά την απειλούσε.»

Σε κοιτούσαν με συμπόνια οι άνθρωποι ένα γύρω
Όλοι λογικοί
Όλοι με τάξη μέσα στο νου τους
Σε κοιτούσαν ίσια ολόισια στα μάτια και σε δείχναν.

Λες και μπορούσανε να νιώσουν την αρμύρα.
Λες και αντέχανε να νιώσουν στο πετσί τους
το βουητό της θάλασσας`

και σου το κρύβανε φτωχέ
πως ούτε ένας τους την κόρη αυτή δεν είχε αντικρίσει
τα μάτια τους τυφλά
κι ας καμωνόντουσαν τους σοφούς

όλοι γραμματισμένοι στη εντέλεια
όλοι αυτάρεσκα κλειδωμένοι στα κουτιά της γνώσης τους.

Μα αυτοί δε φταίνε

Μονάχα εσύ φταις
που τους πίστεψες..

Δεν υπάρχουν σχόλια: