Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Αχιλλέας αγέρωχος

Η Ιλιάδα, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί ένα έπος βαθύτατα φιλοσοφικό.

Θα χρησιμοποιήσω μια σκηνή από την πρώτη ραψωδία, για να δείξω το ρόλο που διαδραματίζει η ηθική στη συμπεριφορά των ηρώων` αποτελεί , θα έλεγα , την κινητήριο δύναμη που κρύβεται πίσω από κάθε πράξη τους. Μια ηθική όμως που κρύβει μέσα της κάτι το αληθινά υπερήφανο και αγέρωχο, μια σπάνια μορφή ακεραιότητας που με κάνει να στέκω εκστατική ,κάθε φορά που επιχειρώ να διδάξω αυτούς τους στίχους στην τάξη.

Μιλάω για τους στίχους 149 – 223. Ο Αγαμέμνονας ανακοινώνει « ελαφρά τη καρδία» ,μπροστά σ΄ έναν στρατό αποδυναμωμένο από έναν δεκάχρονο πόλεμο κι έναν φοβερό λοιμό, πως θα δώσει πίσω τη Χρυσηίδα, με έναν όρο όμως: να πάρει ως αντάλλαγμα το « γέρας» του Αχιλλέα.
Ο Αχιλλέας ορθώνει το ανάστημά του στον αρχιστράτηγο και δε διστάζει να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Κι ο λόγος του προς τον αρχιστράτηγο ξεκινάει με δύο βαρύτατους χαρακτηρισμούς: « αναιδείην επιειμένε, κερδαλεόφρον ».
Βλέπουμε πόσο διεισδυτική ήταν η αρχαία ελληνική γλώσσα . Τρεις λέξεις σύνθετες , λέξεις που «καρφώνονται σαν πρόκες να μην τις παίρνει ο άνεμος».

Εκείνη όμως που , για μένα σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος είναι η πρώτη. Τη βλέπουμε ξανά στο στίχο 158 : « ω μέγ’ αναιδές » χαρακτηρίζει για δεύτερη φορά ο Αχιλλέας τον Αγαμέμνονα.

Όταν δίδαξα τους στίχους στην τάξη , ρώτησα τα παιδιά τι σημαίνει η λέξη «αναιδής» . « Είναι αυτός που δεν έχει τρόπους» μου είπε μια μαθήτρια, που δειλά ζήτησε το λόγο. Τους έγραψα στον πίνακα την αρχαία ελληνική λέξη: « αιδώς». Με κοίταξαν με βλέμμα απορίας , βλέμμα εξάλλου που έχω πια συνηθίσει.
Δεν είχαν ξανακούσει τη λέξη.
« Αναιδής είναι αυτός που δεν έχει μέσα του αιδώ». τους είπα. « Κι αιδώς είναι η ντροπή που νιώθει ένας άνθρωπος ,όταν κάνει κάτι κακό, ο φόβος ότι θα χάσει την εκτίμηση και το σεβασμό των συνανθρώπων του.» Μ ε κοίταζαν με βλέμμα συνενοχής . Μου αρέσει να έχω απέναντί μου τέτοια βλέμματα. Τα προτιμώ από τα νωθρά και παγωμένα .
« Πόσους ανθρώπους γνωρίζετε που να μη φοβούνται ότι θα χάσουν την αγάπη των άλλων;». Τους ρώτησα . Η αλήθεια είναι πως την απάντηση δεν την περίμενα. « Πολλούς, σχεδόν όλους.» Μου απάντησαν αυθόρμητα .

Κι απόμεινα να τα κοιτάω παγωμένη. Είναι έφηβοι 13 ετών, παιδιά με βλέμμα καθαρό απ’ τη βρομιά της ζωής. Και μου λένε πως σχεδόν όλοι οι άνθρωποι γύρω τους είναι άνθρωποι χωρίς αιδώ, είναι ξεδιάντροποι, κοινώς « δεν έχουν τσίπα.»

Τα παιδιά αυτά όμως έχουν αιδώ , γι΄αυτό και ταυτίζονται τόσο με τον Αχιλλέα. Τον ήρωα που στέκει αγέρωχος απέναντι στον αρχιστράτηγο , φτύνοντάς του κατάμουτρα τη δική του πίστη σ’ έναν κώδικα αξιών που σήμερα είναι περισσότερο αναγκαίος από ποτέ.

« Με τη στάση σου δείχνεις πως δε σέβεσαι τις ανάγκες των άλλων, δεν επιδιώκεις την εκτίμησή τους , αλλά την υποταγή τους στην εξουσία σου. Μα εμένα θα με βρεις απέναντι, σαν έναν άνθρωπο που δεν ανέχεται « ατίμητος» να μένει, έναν άνθρωπο που ήρθε να πολεμήσει τιμώντας εσένα και το Μενέλαο , και το μόνο που ζήτησε ήταν να αναγνωρίσεις την αξία του. Όταν αυτή δεν αναγνωρίζεται , είμαι ικανός να γίνω λιοντάρι, να συγκρουστώ ακόμη και με σένα , όσο ψηλά στην ιεραρχία και αν στέκεις.»

Αυτά περίπου λέει ο Αχιλλέας. Και δείτε εδώ την απόλυτη σύγχυση που έχει στο νου του ο αρχιστράτηγος.

« Είσαι ο πιο μισητός μου απ’ όλους τους βασιλιάδες.» Του λέει. « Κι αυτό γιατί σου αρέσει μόνο η έριδα , οι μάχες και οι πόλεμοι».

Τον κατηγορεί ότι επιζητεί συνεχώς φασαρίες. Ονομάζει φιλέριδα διάθεση την ευθιξία και αλαζονεία την αξιοπρέπεια . Πόσο εύκολα οι λέξεις διαστρεβλώνονται και καταλήγουν να χάσουν το νόημά τους ..


«Πόσους Αγαμέμνονες άραγε θα αντιμετωπίσουν αυτά τα παιδιά στη ζωή τους, πόσους μεθυσμένους απ’ την εξουσία ανθρωπάκους που θα τους ταπεινώσουν ξανά και ξανά , κι ύστερα , κοιτώντας τους με βλέμμα αλεπούς θα τους πετάξουν κατάμουτρα: « Έλα τώρα καημένε , μην τα παίρνεις όλα τόσο προσωπικά.»
Και πόσοι θα έχουν το σθένος να υποστηρίξουν τη θέση τους με επιχειρήματα μπροστά σε ανθρώπους που φορούν στα μάτια παρωπίδες και ταμπουρώνονται πίσω από μιαν αυταρέσκεια κι ένα δόγμα που νικάει πάντα : Αν είσαι αρκετά έξυπνος ώστε να λες στους άλλους αυτό που θέλουν ν’ ακούσουν, αν έχεις την ευχέρεια να ελίσσεσαι και –κυρίως- αν ξέρεις πώς να χαϊδεύεις τη χαίτη των ανωτέρων σου , τότε θα πας μπροστά».

Ο Αχιλλέας όχι μόνο δεν ξέρει πώς να χαϊδεύει τη χαίτη του αρχιστράτηγου, αλλά νιώθοντας το αίμα του να βράζει από θυμό , είναι έτοιμος να τον σκοτώσει με το ξίφος του.
Κιεκείνη τη στιγμή επεμβαίνει μια θεά , η Αθηνά. Του τραβάει τα μαλλιά , ο Αχιλλέας γυρίζει απορημένος και αντικρίζει τα μάτια της θεάς που άστραφταν.

Κι εδώ είναι που θέλω να σταθώ. Ποια θα ήταν η αντίδραση ενός σύγχρονου ήρωα , αν μπροστά του φανερωνόταν ο θεός; Θα έπεφτε στα πόδια φοβισμένος και θα προσκυνούσε. Ο ήρωάς μας τι κάνει; Της απευθύνει το λόγο. Της μιλά σαν να ήταν ίσος προς ίση.

« Και δε θύμωσε η θεά με τη στάση του Αχιλλέα;» Με ρώτησε μια μαθήτρια. Εύλογη η απορία για όποιον δεν έχει διαβάσει αρχαία κείμενα ή για όποιον με σημερινούς όρους προσπαθεί να ερμηνεύσει τη σκέψη ενός λαού τόσο γνήσια υπερήφανου.

Όχι. Η Αθηνά δε θυμώνει. Αντίθετα χαίρεται την υπερήφανη και αλύγιστη στάση του Αχιλλέα και επιλέγει να σταθεί δίπλα του ακριβώς γι’ αυτό. Γιατί είναι ένας ήρωας που δεν προσκυνά. Ένας άνθρωπος που έχει την εσώτερη ελευθερία να μη χρειάζεται τη βία για να υποτάξει το θυμό του στη φωνή της σύνεσης. « Αν μ’ ακούσεις , θα βγεις κερδισμένος.» Του λέει η θεά. Κι εκείνος την ακούει.

Το ερώτημα που τίθεται αβίαστα είναι : Το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα πόσους ελεύθερους ανθρώπους είναι σε θέση να διαμορφώσει; Πόσους ανθρώπους ,στους οποίους αρκεί ένα «άκουσέ με» για να φερθούν μυαλωμένα; Πόσους ανθρώπους ικανούς να σταθούν αντιμέτωποι με την εξουσία , όταν αυτή δείχνεται παράλογα τυραννική;

Απ’ την εμπειρία μου στις σχολικές αίθουσες θα μου επιτρέψετε να είμαι απαισιόδοξη. Όσο ο μαθητής χρειάζεται «εξωτερικές αλυσίδες», είτε είναι ο φόβος της απουσίας είτε η προσδοκία του βαθμού , προκειμένου να καθίσει στο θρανίο, κανένα βήμα προόδου δε θα έχουμε κάνει. Γιατί θα συμφωνήσετε μαζί μου πως ,όσο περισσότερο έχει ανάγκη κάποιος τις εξωτερικές αλυσίδες, τόσο λιγότερο ελεύθερος είναι. Και δυστυχώς τα δικά μας τα παιδιά , τα συνηθίζουμε από πολύ νωρίς στις αλυσίδες. Τόσο πολύ, που όποιος προσπαθεί να τα προσεγγίσει δίχως να τους τις φορέσει , αντιμετωπίζεται απ’ αυτά –τουλάχιστον στην αρχή- με φόβο κι αμηχανία..

Και θέτω το τελευταίο ερώτημα για σήμερα: Ποιο απ’ τα δύο έχουμε ανάγκη στη σύγχρονη Ελλάδα; Ανθρώπους με βλέμμα φοβισμένο και συμβιβασμένο , ανθρώπους που ο νους τους φτάνει μονάχα ίσαμε κει που του επιτρέπουν οι αλυσίδες του να σεργιανίσει ή ανθρώπους με εσώτερη ελευθερία και βλέμμα ζωηρό κι ασυμβίβαστο;

Κάντε μια βόλτα στις σχολικές αίθουσες. Και πείτε μου τι βλέμματα αντικρίζετε. Πόση σκανδαλιά σηκώνει το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα με το πλήθος των γνώσεων, που δίχως τάξη, δίχως τον στοιχειώδη ειρμό επιχειρεί να στοιβάξει στο παιδικό κεφάλι; Πόση πρωτοτυπία σηκώνει ένα σύστημα που βασίζεται στις εξετάσεις κάθε είδους για την αξιολόγηση των μαθητών με τελική κατάληξη το απάνθρωπο σύστημα των πανελλαδικών;
Πόση ευαισθησία και κριτική ματιά, πόση φρεσκάδα σκέψης σηκώνει ένα σύστημα που αναγορεύει καλύτερο καθηγητή αυτόν που θα φορτώσει τους μαθητές του με τις περισσότερες σημειώσεις ; Οι υπέρμαχοι αυτής της εκπαιδευτικής μεθόδου υποστηρίζουν ότι έτσι βοηθούν – λέει- το μαθητή να ταξινομήσει πιο εύκολα την ύλη, να τη διαβάσει πιο μεθοδικά και να γράψει καλά στις εξετάσεις.
Κι εγώ να συμφωνήσω ότι σε κάποια μαθήματα αυτή η ταξινόμηση χρειάζεται. Στο μάθημα όμως της νεοελληνικής λογοτεχνίας , πώς μπορούμε να δίνουμε σημειώσεις; Σημειώσεις για την ποίηση; Για να απομνημονεύσουν τα παιδιά τι; Μα ο ποιητής γράφει ποίηση ακριβώς για να δώσει από μέσα του κάτι τόσο αέρινο που σε σχήματα δε μπορεί να χωρέσει. Κι εμείς οι φιλόλογοι αγοράζουμε – λέει – βοηθήματα –για να μας πουν τι λέει ο ποιητής κι εμείς να το πούμε στα παιδιά, να τους το δώσουμε και γραμμένο στις σημειώσεις μας , για να το μάθουν και να μας το γράψουν στο διαγώνισμα.

Αυτό είναι λοιπόν το ζητούμενο; Να δώσουμε στα παιδιά έτοιμη , μασημένη τροφή , για να μην κουραστούν να την ψάξουν μόνα τους; Έχουμε καταντήσει να ανακυκλώνουμε το τίποτα. Τα παιδιά μας πασχίζουν, κουράζονται, συνθλίβονται σωματικά και ψυχικά σε σχολεία φυλακές , για ποιον λόγο; Για να απομνημονεύσουν «γνώσεις» που την επομένη του διαγωνίσματος τις ξεχνάνε. Και το αποτέλεσμα; Φτάνουν στο Γυμνάσιο αναλφάβητα , φτάνουν στο Λύκειο και δε γνωρίζουν βασικά πράγματα για τον κόσμο γύρω τους. Μα το πιο λυπηρό είναι άλλο. Από την προσπάθειά τους για την ανακύκλωση του τίποτα ,είναι τόσο εξουθενωμένα , ώστε η γνώση γι’ αυτά είναι ένα μαρτύριο. Τα βιβλία δεν τους λένε τίποτα.

Κι εμείς οι καθηγητές , όμηροι ενός συστήματος απάνθρωπου , καθημερινά βιώνουμε τη ματαίωση. Όσοι έχουμε βέβαια μάτια για να δούμε. Γιατί μην ξεχνάμε ότι οι περισσότεροι τα μάτια τα χάσαμε, ήδη από τη σχολική μας ηλικία. Υπήρξαμε άριστοι μαθητές με την απομνημόνευση, άριστοι φοιτητές με την υπακοή στον καθηγητή-αυθεντία. Γιατί λοιπόν να ζητήσουμε από τους μαθητές μας κάτι άλλο; Ως ευσυνείδητοι υπάλληλοι μαθαίνουμε το μάθημά μας και το λέμε στα έρμα τα παιδιά , για να το μάθουν κι αυτά. Αν αυτό δεν είναι κατάντια , τότε ποιο είναι;

Κι έρχεται η Ιλιάδα στα σχολεία, ένα κείμενο αληθινά επαναστατικό. Ένα κείμενο που διαπνέεται ολάκερο από αξίες τόσο ζωτικά αναγκαίες στη σύγχρονη Ελλάδα. Πόσοι φιλόλογοι όμως έχουν τα μάτια να τις δουν;

1 σχόλιο:

Ψαράκης Κ. είπε...

θα το τυπώσω και θα το δώσω στους μαθητές μου για να νιώσουν πως θα έπρεπε να είναι οι καθηγητές τους.