Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

καθρέπτης

Σήμερα με κρατήσαν απ’ τα νύχια
Αυτοί οι εχθροί μου
Που ολοένα μακραίναν.

Δε μ’ αφήναν να δω τον καθρέπτη.

Κι όμως
Αντίκρυ μου τον στήσανε
τον στέριωσαν σ’ ένα χρυσό σκαμνί
και τον σκεπάσανε με μαντίλι ολομέταξο
στο χρώμα της πορφύρας.
« Αν το μπορείς,
πλησίασε » μου φώναζαν
« Αν το βαστάς, σήκωσε το μαντίλι.»

Κι εμένα έτρεμε το βλέμμα
ολόγυρα στρεφόταν ολοένα
στο θέατρο του παραλόγου
κόκκινα άτια ντυμένα με χρυσοποίκιλτα σκουτιά
καλπάζαν γύρω απ’ το σκαμνί
κι απάνω τους αλλόφρονες γυναίκες που σκληρίζαν
και άνδρες τυφλοί με μια μακάρια νωθρότητα στην όψη.
Με κοροιδεύαν οι γυναίκες
οι άνδρες δε με βλέπαν καν

κι εγώ το βλέμμα να παλεύω να στυλώσω
σ’ έναν καθρέπτη που τρεμόσβηνε
σ΄ ένα μαντίλι που άλλαζε χρώματα ολοένα
σ΄ ένα σκαμνί που βούλιαζε στην άμμο

κι έρχονταν οι εχθροί μου
και με πιάναν απ’ τους ώμους
γραπώναν το κεφάλι μου σφιχτά σε χέρια μέγγενες
με βοηθούσαν –έλεγαν- πιο καθαρά να διακρίνω
αυτό που ολοένα βούλιαζε

μα’ γω το έβλεπα
οι πλάτες τους στραμμένες στον καθρέπτη
τα μάτια τους σβησμένα
τα λόγια τους νεκρά

κι ο καθρέπτης πεθυμιά
ανεκπλήρωτη καιρό τώρα.

Πώς να κοιτάξεις κατάστηθα
μια αλήθεια που γλιστρά;
Και όνομα πώς να της δώσεις;

Δεν υπάρχουν σχόλια: