Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

βουβοί καιροί

Μια Κυριακή που ζούσε χρόνια στη σιωπή
ξάφνου θυμήθηκε ν’ απλώσει την πραμάτεια της
σε πάγκους ουρανού γιομάτους λάσπη.

Σαλτιμπάγκοι μουγκοί με τη χολή στο αίμα χορεύαν ολοένα`
Κουτσοί μ’ ένα ποδάρι ξέχειλο στο ξίγκι
χαζεύαν οι πραιτόροι σε μιαν άκρη`
γελούσαν και χλευάζαν τους αθώους σαλτιμπάγκους.

Και ξάφνου ένα μικρό παιδί
που’ χε ,λες, ξεχαστεί σε μιαν άκρη του κόσμου μοναχό
με βλέμμα οξύ που διαπερνούσε των θεατών τη νάρκη
εστάθη ολόρθο μπρος στους πραίτορες
και τους κοιτούσε ολόισια στα ξύγκια που πληθωρικά
κραυγάζαν τη βολή τους`

ήταν το βλέμμα του γαλήνιο
όπως το κύμα που μουρμουριστά τραγουδά στα χαλίκια
και τα σμιλεύει με την αρμύρα του

και η φωνή του κράταγε μέσα της ριπές`
εξακοντίστηκαν στα φοβισμένα μάτια τους`

μιλούσε για το κύμα που μονάχο ταξιδεύει
δίχως να περιμένει από κάπου ανταμοιβή
και για την όψη της αλυκής όταν πια από αλάτι είναι χορτάτη
και για το βλέμμα της νιότης που χορταίνει από αγώνα κι έρωτα`
μιλούσε για τη δίψα του μυαλού να βρει το πέρας του
και για τη μοναξιά του οδοιπόρου
σαν νιώθει πως ήτανε στάχτη η Ιθάκη του
και ο ουρανός της τον πλακώνει .

Το’ νιωθε, βέβαια, πως σε βουβούς καιρούς
μονάχα οι κραυγές μπορούν ν’ ακούγονται
μα αυτό είχε από γεννησιμιού του ένα ελάττωμα
και η φωνή του ήταν ανίκανη για τις φανφάρες του καιρού
κι έτσι συνέχισε μουρμουριστά να τραγουδά

ακόμη κι όταν οι κραυγές του θιάσου
πια ολότελα σκεπάσαν τη φωνή του
με την αφόρητη ανοησία τους.