Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

μόνος

ένα γαρίφαλο λιωμένο στη ματιά
μοναχικά δυο κίτρα στριμωγμένα στην αγκάλη
δεν πρόκαμες να τα μυρίσεις κι είχες φύγει
κι ο χρόνος σου μηδενικός
κι ο χρόνος σου αιώνιος

«ψάχνω το χρόνο αυτόν», φωνάζεις
«που στη μικρή κρυφή κραυγή μου
θα στρώσει φύλλα δροσερά
να απαγκιάσει»

κι όλοι κοιτάζαν το γαρίφαλο
λιωμένο στα δυο μάτια σου
και την πορφύρα που έβαψε την όψη σου
κείνο το δειλινό που σου μιλήσαν οι κραυγές
θαρρείς πως με καθάρια βήματα ζύγωνε
όλο και πιο κοντά στο κέντρο

η ύπαρξή σου ένα κύμα που χτυπά
σε νοητά –λες- βράχια`
η αρμύρα του τα ζώνει
ψίθυροι
αλαλαγμοί
τριγμοί μιας μοίρας άγονης και μόνης
και γίνανε τα βράχια απροσπέλαστα βουνά
στα σύνορα του νου σου
κάποιος τα τρύπησε μ' αγκάθι οδυνηρό
και τ’ άφησε εκεί
κεντρί και πόνος
πόνος και κεντρί
ζυγώνει με καθάρια βήματα
όλο και πιο κοντά στο κέντρο

κι εσύ κλείνεσαι μέσα σου
θαρρείς το κέντρο να ζυγιάσεις
τα χέρια σου δυο στάχυα
σ΄ άνεμο βουβό ολότελα αφημένα
δεν τα κοιτάς
μια κούραση -άμμος πηχτή
έχει καλύψει τη φωνή σου

όλο και πιο κοντά στο κέντρο
να στροβιλίζεσαι σ’ ένα μοναχικό χορό`

πού να ψάχνεις για ταίρι τώρα πια
η ώρα πέρασε
τα βήματα δύσκολα
κι εσύ με την κούραση να σου σφίγγει την όψη

να στροβιλίζεσαι σ’ έναν της μοναξιάς χορό
στο κέντρο ολοένα πιο κοντά