Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

οι δαιμονισμένοι, Φ. Ντοστογιέφσκι

…συλλογικός εκνευρισμός, κάτι ασίγαστα εχθρικό. Είχες την αίσθηση ότι οι πάντες είχαν βαρεθεί τα πάντα, φρικτά. Επικρατούσε ένας γενικός ανερμάτιστος κυνισμός, κυνισμός βεβιασμένος, προσποιητός.
…..

Στην ταραγμένη περίοδο των ταλαντεύσεων ή της μετάβασης, πάντα και παντού, κάνουν την εμφάνισή τους τέτοια ανθρωπάκια. Δεν μιλάω για τους αποκαλούμενους «προοδευτικούς», οι οποίοι σπεύδουν παντού πριν από όλους τους άλλους, αν και πολύ συχνά με τον πιο βλακώδη, έστω και συγκεκριμένο λίγο ως πολύ στόχο. Όχι, μιλάω μόνο για τα καθάρματα. Τα καθάρματα ,που υπάρχουν σε κάθε κοινωνία, στις μεταβατικές περιόδους σηκώνουν κεφάλι, κι όχι μόνο χωρίς λόγο, αλλά και χωρίς καν ένδειξη ελάχιστης σκέψης, εκδηλώνοντας απλώς έντονη νευρικότητα και αδημονία.

Στο μεταξύ, τα καθάρματα αυτά , χωρίς να το συνειδητοποιούν, γίνονται σχεδόν πάντα υποχείρια αυτής της μικρής χούφτας των « προοδευτικών», οι οποίοι, ενεργώντας με συγκεκριμένο στόχο, κουμαντάρουν αυτό το σκουπιδαριό όπως θέλουν , φτάνει μόνον να μην είναι τελειωμένοι ηλίθιοι , πράγμα που , εδώ που τα λέμε, συμβαίνει επίσης.

…..

Τα πιο συνετά μυαλά της πόλης μας εκπλήττονται τώρα με τους ίδιους τους τους εαυτούς : πώς λάθεψαν τόσο; Δεν ξέρω σε τι συνίστατο η δική μας εποχή των ταραχών και από τι σε τι γινόταν μετάβαση, μα και κανένας , νομίζω, δεν ξέρει, εκτός ίσως από κάποιους επισκέπτες που έβλεπαν τα πράγματα απ’ έξω.

Στο μεταξύ, τα πιο ποταπά ανθρωπάκια απόκτησαν βάρος κι εκεί που πριν δεν τολμούσαν ν’ ανοίξουν ούτε το στόμα τους , άρχισαν να κριτικάρουν μεγαλοφώνως καθετί ιερό, ενώ οι κορυφαίοι , που ίσαμε τότε είχαν αισίως το πάνω χέρι, άρχισαν ξαφνικά να τους ακούνε και να σιωπούν. Και κάποιοι άλλοι υπομειδιούσαν αισχρότατα.

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ, Φ.ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ
μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου
εκδόσεις Ίνδικτος

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

σιωπή

Κάθε φορά που η προσμονή με καρφώνει στο κύμα
και μοιάζει απέθαντη η αγάπη
που μου μοίραν’ ο καιρός
έρχεται μι’ αναπνοή γεμάτη πάγο

κρύσταλλοι βρόχινοι αναπνέουν μέσα στη σκέψη της νυχτιάς
που απόμεινε νυχτιά
σα να τη μάγεψε το δείλι
σα να την κράτησε όμηρο μιας πίκρας παντοτινής.

Πούθε να γείρουμε;

Με ρώτησες

Κι έγειρα το κεφάλι νικημένη

Πια τίποτα δε μοιάζει αληθινό
Πέρα από τη σιωπή

Κι ίσως γι’ αυτό μοιάζουν να κλαίνε οι λέξεις μου
Κλάμα βουβό
Σαν το τραγούδι του πουλιού
Προτού αμετάκλητα σιωπήσει.