Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Θέτις

Σαν έγειρε η Θέτιδα το υγρό της βλέμμα
στου παιδιού της το άψυχο δέμας
ήταν βροχή που ξέσπαγε απ’ τον Όλυμπο
το μοιρολόι
κύματα πέτρινα
και σπάγαν στ’ ουρανού το θόλο.


Δία, στάζει φωτιά ο Όλυμπος
Είναι τα μάτια σου που τρυπάν το κορμί μου
Έτσι ως ακούμπησα εδώ
Στην άκρη της γης
Να καμωθώ την θνητή
Έτσι για να θρηνήσω το παιδί μου
Αυτό που εσείς φυτέψατε στα σπλάχνα μου

για να’ χω τώρα ένα καρφί στα μάτια μου
να βλέπω το αίμα του γιου μου
να βάφει το χώμα της Τροίας
και να’ μαι αθάνατη
αίμα να μην κυλά στις φλέβες μου
και το βλέμμα του
να μου είναι ξένο
γιατί ζυμώθηκε με δάκρυα
κι εγώ τα δάκρυα δεν τα γνωρίζω
παρά σαν λέξη
λέξη των ανθρώπων
και το μαύρο που μέσα του σαλεύει
κι αυτό μια λέξη
μακριά πολύ απ’ το δικό μου βλέμμα
το άφθιτο
γι’ αυτό κι άμοιρο πόνου.

Κι όταν αντίκρισα το σώμα του νεκρό
-κι ήταν το σώμα του παιδιού μου-
πόνεσα πιο πολύ
όχι για το χαμό του
μα για το βλέμμα το δικό μου
που’ ριξα πάνω του

βλέμμα πάγου
βλέμμα κενού
ανάξιο να χαϊδέψει τις πληγές
αυτού του ξένου
που κείτονταν στο χώμα
εμπρός στα θεϊκά σανδάλια μου.

Δία ακούς;
Τουλάχιστον πλάσε με θνητή
Δωσ’ μου τη μοίρα του θανάτου
Να μ’ αγγίξει
Μήπως το δυνηθώ να κλάψω αληθινά
Το σπλάχνο μου
Τον Αχιλλέα.
Δημοσίευση σχολίου