Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

πέταγμα

Όσο κι αν ούρλιαζε κομμάτια ο σφυγμός μου
Όσο κι αν θόλωνε το τζάμι του μυαλού
Προχωρούσα

Με μια σφυρίχτρα στα μάτια
Τριζοβολητό αιώνιο οι σπίθες τους
Σπαθιά τρεμάμενα
Σπαθίζαν τη σιγή
Και την κόβαν στα δυο
Κι εκεί ανάμεσα στο άσπρο σεντόνι του βυθού
Έκλαιγε μια κόρη τα μάτια της
Που της τα πήραν
Αυτά τα μάτια της τα παιδικά
Και πού να τα’ βρει τώρα
Έτσι σκυφτή που έμαθε μονάχα να υφαίνει
Πίκρα και λόγια περιττά
Σ’ ανέμους πεταμένα
Βλέμματα
βήματα τυφλά σε ίσκιους χαρισμένα.

Όσο κι αν χάραζε η ανάσα μου τριγμούς
Όσο κι αν λιώναν τα υγρά στοιχειά του νου μου
Σε γωνιές αχόρταγες
Προχωρούσα.

Στο χέρι κράταγα βολβούς λιωμένους τα μάτια μου
Και τα στριφογύριζα στα χωμάτινα χέρια μου
Έτσι που γίναν βυσσινιές οι χαρακιές της μοίρας
Βυσσινιές και στάζαν χρώμα
Και για μια στιγμή
Θάρρεψα πως είδα στα υγρά μου χέρια
Μια πνοή
Μια αχλύ απ’ όνειρο
Φεγγάρι και ουρανό

Και ξέχασα το χώμα.




Δημοσίευση σχολίου