Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

. . .

«Στα σπλάχνα σου μανιάζαν φίδια
Θάλασσα το δέρμα σου
Μ’ αλάτι γουβιασμένο στους πόρους»

Πια δε νυχτώνει
Σούρουπο παντού


Πια δε νυχτώνει
Φώτα ν΄ ανάψουν στο πελαγίσιο σώμα

Να’ ρθουν τ’ ουρανού τα ντύματα
Να ράψουν στη γη παρηγόρια

Να ζωγραφίσουν τα πουλιά
Γλαυκούς ηλιάτορες
Την πέτρα να σηκώσουν απ’ τους κροτάφους μου
Ν’ ανοίξω τα πανιά των ματιών μου
Πάλι στη μέρα

1 σχόλιο:

~reflection~ είπε...

μα........ τι σύμπτωση!!!

κι εγω για την Υγρασία που εξατμίζεται από τους πόρους του Δερματος έργαψα....

μαγική συγκυρία?....

παραθέτω λίγη από την Υγρασία της Ιδέας μου...


Το δέρμα σου μύριζε βροχή
κι εγώ είχα διασχίσει τόσα άνυδρα Χρόνια.

Διψούσα για μία γουλιά Πίστης Αφίξεως
κι εσύ μου πρόσφερες έναν Ποταμό Ελευθερίας.

-Επέτρεψε στο Αδέσμευτο Νερό να εκτελέσει Ελεύθερα τον Κύκλο του, είπες...
κι εγώ ένιωσα το χώμα μου να πνίγεται
από μία Άνωση Απόδρασης των Υδρατμών σου
από Μέσα μου προς τα Έξω,
υπό την πίεση της Αντοχής μου.



Ήρθα ψάχνοντας Πατρίδα,
φεύγω ψάχνοντας Ουρανό
και στο ενδιάμεσο
Οδηγός ένα Κόκκινο Φεγγάρι
που ρίχνει το Φως του
στο Υδάτινο Σώμα σου,
το φτιαγμένο από Πηγές...


να πίνει η Μνήμη
κάθε που ο Καιρός στερεύει!...


Σε φιλώ γλυκά...