Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Η ζωή μου, Άντον Τσέχωφ

                                                                         

  Ή αλλιώς πώς η ειλικρίνεια ,η αθωότητα, η δίψα για καθάρια ελευθερία συκοφαντείται  και μεταφράζεται σε παραφροσύνη και ανοησία από μια κοινωνία βυθισμένη στη σοβαροφάνεια, τη δεισιδαιμονία και την υποκρισία.

Ο Τσέχωφ μας μεταφέρει σε μια μικρή ρωσική κωμόπολη με σπίτια ομοιόμορφα σχεδιασμένα από έναν αρχιτέκτονα χωρίς στάλα φαντασίας, τον πατέρα του κεντρικού ήρωα. Ο Μισαήλ εξομολογείται τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Ένας ευγενής που αποφασίζει ότι το «κοστούμι» που του ράψανε είναι ασφυκτικά στενό, το σκίζει και κυκλοφορεί «γυμνός». Και αυτή η γύμνια του τρομάζει τους γύρω του. Τολμάει  να βγάλει τη γλώσσα σ’ ένα περιβάλλον σφικτά δεμένο σε δεσμά υποκρισίας. Αποφασίζει να αφοσιωθεί στο επάγγελμά του ελαιοχρωματιστή και να αρνηθεί κάθε σχέση με το δημόσιο. Αυτό κάνει τον πατέρα του έξαλλο. Ο Μισαήλ στεναχωριέται ειλικρινά που η σχέση με τον τύραννο πατέρα του κλονίζεται. Θλίβεται για τα συναισθήματα αγωνίας και απογοήτευσης που βλέπει στα μάτια της αδελφής του, μα δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Δεν τον αφήνει η συνείδηση του. Προτιμάει να πεινάσει παρά να ζει βουτηγμένος στο ψέμα.

«Είναι τρομερό Μισαήλ. Για χάρη της μητέρας μας, σε ικετεύω: συμμορφώσου»
Εδώ το «συμμορφώσου» σημαίνει ένα πράγμα: «Προσπάθησε να ακολουθείς  τους  κανόνες  της τάξης σου, μην κολυμπάς ενάντια στο ρεύμα»

Και η απάντηση του Μισαήλ:
«Αγαπημένη μου αδερφή πώς μπορώ να συμμορφωθώ, όταν είμαι πεπεισμένος ότι ενεργώ σύμφωνα με την συνείδησή μου;»

Έπειτα συναντά τον έρωτα στο πρόσωπο της Μάσα. Την ακολουθεί στην ύπαιθρο σε μια προσπάθεια να αφοσιωθούν στην αγροτική ζωή. Πολύ νωρίς η Μάσα εγκαταλείπει την προσπάθεια και μαζί και τον Μισαήλ. Επιστρέφει στη  χλιδή και την ασφάλεια της τάξης της και στα χρήματα του πατέρα της, αφήνοντας τον Μισαήλ με την απογοήτευση και την καχυποψία  τώρα πια ριζωμένη στο βλέμμα του.
Δίπλα του η αδερφή του η Κλεοπάτρα,  την οποία αλλάζει ολοκληρωτικά ο έρωτας για τον γιατρό Μπλαγκόβο έναν άντρα παντρεμένο με τρία παιδιά. Μένει έγκυος, δέχεται την αποπομπή  από τον πατέρα της, την κοινωνική κατακραυγή, μα αισθάνεται για πρώτη φορά ευτυχισμένη και αφήνεται να πεθάνει νιώθοντας επιτέλους ζωντανή.
Ο Μισαήλ βλέπει τα πάντα τώρα καθαρά. Βλέπει την υποκρισία της τάξης του και δεν επιστρέφει ποτέ εκεί. Το τέλος του διηγήματος τον βρίσκει να ζει ως ελαιοχρωματιστής με τη μικρή ανιψιά  του μακριά από όλους και να βαδίζει στο δρόμο που η συνείδηση του του όρισε ως αληθινό.

Ο Τσέχωφ σκιαγραφεί τρεις κατηγορίες ανθρώπων.

Ο γιατρός Μπλαγκόβο και η Μάσα είναι εραστές της ελευθερίας στα λόγια μόνο. Εκφράζουν αιρετικές σκέψεις, ο φόβος να τις εφαρμόσουν όμως τους οδηγεί να υιοθετήσουν ως στάση ζωής την υποκρισία. Η ανάγκη τους για την επιδοκιμασία των άλλων αλλά και ο πόθος τους να απολαύσουν την ζωή μακριά από κάθε είδους ματαίωση τους οδηγεί σε μια μόνιμη σχιζοφρένεια.
Η Ανιούτα Μπλαγκόβο, κρυφά ερωτευμένη με τον Μισαήλ και η Κλεοπάτρα η αδερφή του είναι δυο γυναίκες με γνήσιο συναίσθημα. Την τελευταία την απελευθερώνει ο έρωτας μα και την οδηγεί στην περιθωριοποίηση και  τον θάνατο. Η άλλη δεν τα καταφέρνει. Ζει μέχρι το τέλος μόνη, γιατί δεν τολμά να πάει ενάντια στις συμβάσεις της τάξεις της.
Ο Μισαήλ είναι ο γνήσιος άνθρωπος, ο συνεπής στον λόγο του. Ό,τι πιστεύει το κάνει πράξη ζωής με την ειλικρίνεια και αμεσότητα των μικρών παιδιών. Δεν έχασε τη ματιά του. Η μικρόψυχη κοινωνία δεν αντέχει την αδήριτη ειλικρίνειά του. Συκοφαντείται, περιθωριοποιείται, ζει «παρείσακτος», πεινάει, μα σε πλήρη ειρήνη με τον εαυτό του.
 Ο πατέρας του και όλοι οι άλλοι ζουν έγκλειστοι σε ένα πλατωνικού τύπου σπήλαιο. Η δεισιδαιμονία τους έχει ποτίσει την ψυχή και το μυαλό τους είναι νεκρό, δε ζουν.

Με πικρό χαμόγελο παραθέτω το κατηγορώ του Τσέχωφ ενάντια στη μικροαστική ηθική.

«Τα φανταζόμουν όλα αυτά και αμέσως ήρθαν στο μυαλό μου άνθρωποι, άνθρωποι που ήξερα, που τους σκότωναν σιγά σιγά οι συγγενείς τους και τα πιο κοντινά τους πρόσωπα. Θυμήθηκα τα βασανισμένα σκυλιά που είχαν τρελαθεί, τα σπουργίτια που τα μαδούσαν ζωντανά τα παιδιά και τα πετούσαν στο νερό και όλες αυτές τις βασανισμένες, πονεμένες ζωές που έβλεπα συνεχώς από μικρό παιδί σε αυτή τη πόλη. Και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ζούσαν αυτοί οι εξήντα πέντε χιλιάδες άνθρωποι, γιατί διάβαζαν το ευαγγέλιο, γιατί προσεύχονταν, γιατί διάβαζαν βιβλία και περιοδικά. Τι καλό τους είχαν κάνει όλα όσα είχαν ειπωθεί και γραφτεί ως τώρα, αν εξακολουθούσαν να διακατέχονται απ ΄ το ίδιο πνευματικό σκοτάδι και μίσος για την ελευθερία, σαν να ζούσαν εκατό ή τριακόσια χρόνια πριν;  Ένας εργολάβος περνάει όλη του τη ζωή χτίζοντας σπίτια στη πόλη και πάντα, μέχρι να πεθάνει, λέει «γκαρελί» αντί «γκαλερί». Αυτοί λοιπόν οι εξήντα πέντε χιλιάδες άνθρωποι διαβάζουν και ακούνε για την αλήθεια, για τη δικαιοσύνη, για το έλεος, για την ελευθερία, γενιές ολόκληρες, κι όμως απ ΄ το πρωί ως το βράδυ, μέχρι να πεθάνουν, λένε ψέματα, βασανίζουν ο ένας τον άλλον και φοβούνται και μισούν την ελευθερία σαν θανάσιμο εχθρό».

«Δεν υπάρχει ούτε ένας έντιμος άνθρωπος σ ΄ ολόκληρη την πόλη! Αυτά τα σπίτια που φτιάχνετε είναι καταραμένες φωλιές όπου καταστρέφονται μητέρες και κόρες , όπου βασανίζονται παιδιά… Καημένη μου μητέρα! Καημένη μου αδερφή! Πρέπει να αποβλακώνεσαι με βότκα, με χαρτοπαιξία, με σκάνδαλα, πρέπει να έχεις γίνει παλιάνθρωπος, υποκριτής ή να συνεχίσεις να ζωγραφίζεις σχέδια για χρόνια ολόκληρα, για να μην προσέχεις όλα τα φρικτά πράγματα που κρύβονται μέσα σε αυτά τα σπίτια. Η πόλη μας υπάρχει εκατοντάδες χρόνια, κι όλο αυτόν τον καιρό δεν έβγαλε έναν άνθρωπο χρήσιμο στην πατρίδα μας-ούτε έναν. Έχετε πνίξει καθετί ζωντανό και φωτεινό προτού ακόμα γεννηθεί.»

Γιατί θεωρώ επίκαιρο έναν τέτοιο λόγο σήμερα; Μα γιατί στοχεύει ολόισια στην ανθρώπινη ουσία μας και μας φωνάζει με γλώσσες χίλιες αυτό που με την άλωση της μηχανής κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε. Ότι ο άνθρωπος ορίζεται από τις πράξεις του και μόνος δρόμος για την  αξιοπρέπεια που του πρέπει είναι η ειλικρινής και καθαρή ματιά στα πράγματα, όπως και η τόλμη να κάνει στάση ζωής αυτό που η συνείδησή του υπαγορεύει.     
      

πρώτη δημοσίευση στο Βακχικόν       

        

Δεν υπάρχουν σχόλια: