Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

οι ασάλευτοι


Στις  όχθες του γκρεμού που αιφνίδιος σχίζει στα δυο το νου μου
Φύτρωσε ένα κομμάτι γης
Το αγγίζω με το κροταφικό υγρό που στα μηλίγγια μου καλπάζει
Με καρφώνει με την  άκρη της γλώσσας του

Κράτησέ με , του λέω
Βαθιά μέσα στα νερά που βρέχουν τις κοίτες σου
Ν’ αποκοιμηθώ
Το μυστικό να γευτώ  των σκοτεινών βυθών σου
Κατοίκησε μέσα μου.

Τους βλέπεις εκεί  τους ασάλευτους;

Σε κοιτούν με φθόνο γιατί υγραίνεσαι ακόμη
Μ΄ αυτοί  είναι στεγνοί
Έχει να βρέξει μέσα τους από τότε που ξεχάσαν τα υγρά της μήτρας
Τη σκοτεινιά της
Την ρυθμική ανάσα της νανούρισμα θαμπό
Και τώρα τα μάτια τους ορφάνεψαν
Δε βγαίνει δάκρυ απ’ τα βάθη τους

Κι όμως τους βλέπεις και σε κοιτούν
Σα μαύρα πεινασμένα σκυλιά
Που ζήσαν κάποτε τη χάρη να’ χουν ένα στεγνό σπιτικό
Ένα χέρι να θηλυκώνει τη μοίρα τους
με πίκρα να σιωπά όταν αυτά γαβγίζαν

κι έπειτα τα’ ριξαν στο δρόμο

τα βρήκαν οιωνοί που στέκαν βλοσυροί
και κλέβαν την ψυχή από τα μάτια των ζωντανών.

Πρώτα πήραν τα μάτια των σκυλιών
έβλεπες σκυλιά να σέρνονται τυφλά στις καυτές λεωφόρους
με τις γλώσσες πρησμένες απ’ την κάψα
και το λαρύγγι τους το ξέσχιζε το ουρλιαχτό της πείνας.

Έπειτα πιάσαν τα παιδιά.

Τους βλέπεις εκεί τους ασάλευτους;

Με καλούν με βλέμμα επιτακτικό

Σέρνουν στο δέρμα μου τη στεγνή ματιά τους σα να’ ναι πράγμα υλικό
Σαν να το ξέρουν πως ασάλευτη δεν είμαι
Ποτέ δεν ήμουν

Σου λέω
Ψάχνουν συνενόχους
Κι είναι καιρός τώρα που το δέρμα μου ανατριχιάζει σαν με κοιτούν

Μην τους αφήσεις να με πάρουν

Τα δικά σου νερά είναι διάφανα
Μυρίζουν παρήγορα
Κι ίσως να σε κατοίκησαν κάποια απ’ τα πρώτα εκείνα παιδιά
Προτού τ΄ αρπάξει η εποχή
Και τ΄ αφανίσει.




 πρώτη δημοσίευση στο φρέαρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: