Αναρτήσεις

Κεβριόνης

Άμοιρε Κεβριόνη Ποιος να σου το’ λεγε Πως η κραυγή σου όταν άφηνες Ως βουτηχτής Το θρόνο το λαμπρό σου Θα γένονταν περίγελος Σε χείλη σκληρά Και το ωραίο σου μέτωπο Συντρίμμια Θα κείτονταν άθυρμα Σε μάτια στη βία εθισμένα Άμοιρε Κεβριόνη Αιώνες μετά Ποιος να σου το’ λεγε Μέσα σε αίθουσες πνιγμού Η μακάρια λήθη σου Πως θα γινόταν Θέμα πνιγηρών εξετάσεων. δημοσιεύτηκε στο poema

ονειροφαντασιές

Ναυαγοί σε μι’ ανώφελη δίνη καρφωμένοι στου κυμάτου την απρόσιτη αύρα στεκόμαστε με βλέμμα πικραμένο. Μα τα χέρια μας - αχ τα χέρια μας- μάς τα κρύβει ομίχλη κι αυτά μονάχα τους χαράσσουν μοίρες ορφανές σε πλάκες απ’ αρχής φτιαγμένες για να σπάσουν. Ονειροφαντασιές , θα μου πείτε Λόγια αλόγων όντων Φριχτά απατημένων Σκαιά νικημένων. Ονειροφαντασιές , θ’ απαντήσω Απλά και μόνο Ονειροφαντασιές. Κι όσο για την πλάνη.. Μα πλανημένος δε γεννήθηκεν ο άνθρωπος Εξαρχής –λες- φτιαγμένος να ρωτά Τον τρόπο τείχη να χτίσει κραταιά Τη γύμνια του ν’ αντέξουν; δημοσιεύτηκε στο Βακχικόν

πετράδια σπασμένα

Να βρω την άκρη στα σύρματα τούτα Που κουβαριάστηκαν εντός μου Αμείλικτοι δείκτες συνενοχής Αν όχι ευθύνης. Και με κρατούν σφιχτά απ’ τους καρπούς Με ρόδινες τριχιές. Πότε -πότε Μου μιλούν Μ’ αποστροφή Που ηθελημένα αγνοώ: « Ξέρεις , φαντάζεις γελοία δω πάνω μόνο που το ξέρεις καλά αυτό. H γελοιότητα είναι σαν τσίχλα πρώτα σου κολλάει στα λεπτότριχα μαλλιά κι ύστερα καταριέσαι τον εαυτό σου που επέτρεψες στις τρίχες να σε μολύνουν» Να βρω την άκρη στα νήματα τούτα Και μου χαράξαν στην όψη Ένα μονίμως ιδιόρρυθμο χαμόγελο Ξεχειλωμένο από παντού Και μια ματιά πετράδια σπασμένα γεμάτη.

μια σφαίρα αιωρείται μες στη θλίψη μου

Μια σφαίρα αιωρείται μες στη θλίψη μου. Έχει το χρώμα της σιωπής αυτό το ακαθόριστα θαμπό γυαλί με τη μικρή χαραγματιά αδιόρατα να το κυκλώνει σαν ανάσα θανάτου να το ζώνει με οδύνη ακριβή. Μια μικρή σφαίρα λάμνει στα μάτια μου σε λίμνη ατάραχη από λάσπη. Έχει το χρώμα τ' ουρανού σαν μεθυσμένος ξερνάει χρώματα κόκκινα και βυσσινί. Έχει το χρώμα του βυθού αυτό το σκούρο πράσινο με φύκια που θανατερά μπλέκονται στα πόδια σου και σε τυλίγουν σ’ εφιάλτες παιδικούς. Έχει το χρώμα της κραυγής που ξύνει τους κροτάφους μου σαν σφίγγω τα δόντια ξανά και ξανά κι αυτή γραπώνεται μέσα μου κι αργόσυρτα αμολά το μοιρολόι της. Κραυγή που’ χει τα χρώμα του κενού τυλίγεται ολάκερη σε μια σφαίρα σιωπής.. Αν το κατάφερνε να θρυμματίσει τη γυάλινη σιωπή της να δραπετεύσει.. Μα η ζωή του ανθρώπου μοιάζει μια σφαίρα που αέναα κυλά και δεν προφταίνεις τη φαιδρή της όψη να χορτάσεις. Η σφαίρα είναι σκληρή υποταγμένη σε αδήριτους της φύσης νόμους τη στρογγυλάδα της ποιος θε να σπάσει να την κρατήσει για λί...

παραμιλητό

Με μας ξεσυνερίζεσαι Αστεία λέμε Για να περάσει η ώρα Τα χέρια μας βέβαια όλο και λιγότερο κοιτάμε όσο περνούν τα χρόνια μας πιάνει μια κούραση ψυχική κάθε που ακούμε για πολέμους και φτώχεια και άλλα τέτοια στενάχωρα πράγματα και τα παιδιά μας στέκουν δίπλα μας μαγνήτες τα μάτια τους μάς μοιάζουν φυλακή που εντός της κλείστηκαν πουλιά και κρώζουν μανιασμένα πουλιά με τις φτερούγες ματωμένες και τα μάτια τους πνιχτά μπίλιες φωσφόρου που έσβησε κάπου στη μέση. Μα τι να σου κάνουμε κι εμείς; τι να σου πούμε; Μας ψαλιδίσαν τη φωνή και τα πουλιά ακόμη έρχονται τις νύχτες και μας ταράσσουν τα όνειρα. Μη μας ξεσυνερίζεσαι. Σου είπαμε αστεία λέμε η ώρα να περνάει. Βέβαια στα μάτια των παιδιών μας βλέπουμε τα πουλιά και κρώζουνε θλιμμένα και είναι κρίμα τόσο στ’ αλήθεια κρίμα αυτή την άνοιξη που πέθανε να μη μπορέσουμε να τους θυμίσουμε. Ποιος έχει χρόνο για ιστορίες τώρα πια και για φωτιές και για θυσίες και για τρελούς που μανιασμένοι στις φλόγες ρίχνουνται, ποιος έχει χρόνο μες στα μάτια ...

προσμονή

Πόσα ποτάμια μας κυκλώσαν λάβα κόκκινη Ηλεκτρισμένα νήματα ο φόβος μας κρατά Σκιές τριγύρω από την όχθη Να εκλιπαρούν με μάτια γλάρου Να σέρνονται Οσμή του φόβου Τανάλια θα συνθλίψει τους κροτάφους Μάτια κόκκινα Απ’ την άχαρη αγρυπνία. Κι εσύ βουβά να γέρνεις το κεφάλι σβησμένο κύμα και μονάχος να μιλάς: “Αν το δυνόμουνα ν’ αλώσω το φαράγγι της σιωπής να ξεκοιλιάσω τη βουβή ματιά αυτή τη χάντρα που γυάλινη σαλεύει μέσ’ απ’ τον καθρέπτη ` κάποτε οι θεοί ενοικούσαν σε θνητούς γάργαρο αστείο η ματιά τους κι ο Προμηθέας καταριότανε τον ίδιο τον πατέρα των θεών τώρα μοιάζει η φωνή μου αστείο αταίριαστο μανδύας γελωτοποιού άσμα νεκρίκιο ντύνει σ’ ένα γράμμα που απόμεινε κενό και μια ηχώ που όλο μέσα μου επιστρέφει: μας ξεχάσαν οι λέξεις μας αλώσαν τα χρόνια πια μονάχα εικόνες μας μένουν και μια γερμένη εμμονή μας ψιχαλίζει τη σιωπή με κεντρί υπόγειο.” Όλη μας η ζωή κουλουριασμένη σε μιαν όχθη Κι ο ποταμός ολόγυρα μας κλείνει Κόκκινη λάβα ο φόβος αλυχτά.

άστοχα

Πετράδι καρφώθηκε βαθύσκιο Στων ματιών σου το χάραμα Κι εγώ Με μια βελόνα Τρυπώ τα μάτια σου Η κυανή τους λάμψη Θαμπό γυαλί Βουβό Πάχνη τυλίγει με Τα μάτια σου τρυπώ Μήπως τα νιώσεις