Αναρτήσεις

ρητορική ένδεια

Εικόνα

Κ.Π.Καβάφης

Το ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως με είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ την σοβαρότητα.                 Ας εξηγηθώ καλλίτερα. Με αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης΄ δηλ. ½ ώρα , ή μια ώρα, ή δυο ή τρεις ώρες σοβαρότητα την ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα  σοβαρότητα.                 Άλλως με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια , το χαμπαγκάρισμα.                 Αλλά δεν κάνει. Δυσκολεύει τες δουλειές.                 Διότι ως επί το πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα , σέρια ζωωδώς΄ πού να αστειευθούν΄...

αιδώς

αιδώς..

Η ζωή μου, Άντον Τσέχωφ

                                                                               Ή αλλιώς πώς η ειλικρίνεια ,η αθωότητα, η δίψα για καθάρια ελευθερία συκοφαντείται  και μεταφράζεται σε παραφροσύνη και ανοησία από μια κοινωνία βυθισμένη στη σοβαροφάνεια, τη δεισιδαιμονία και την υποκρισία . Ο Τσέχωφ μας μεταφέρει σε μια μικρή ρωσική κωμόπολη με σπίτια ομοιόμορφα σχεδιασμένα από έναν αρχιτέκτονα χωρίς στάλα φαντασίας, τον πατέρα του κεντρικού ήρωα. Ο Μισαήλ εξομολογείται τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Ένας ευγενής που αποφασίζει ότι το «κοστούμι» που του ράψανε είναι ασφυκτικά στενό, το σκίζει και κυκλοφορεί «γυμνός». Και αυτή η γύμνια του τρομάζει τους γύρω του. Τολμάει  να βγάλει τη γλώσσα σ’ ένα περι...

άτιτλο

Λάσπη με κυκλώνει ανάχωμα θλιβερό τα λόγια των άλλων κι εγώ που όσο κανείς νοστάλγησα μονάχα ν’ αποκοιμηθώ στο πούπουλο ενός κύκνου αφημένου αδιάφορα στη θάλασσα κι εγώ που όσο κανείς αφάνισα το βλέμμα του αητού που στόχευε ολοένα στην άκρια των χειλιών μου χείλη ασάλευτα εγώ ποτέ δεν ήμουν τίποτα παρά ένα κέρμα αφημένο στην τύχη να στριφογυρνά αέναα. Αν σταθείτε τυχεροί Αν εγώ σταθώ τυχερός Μπορεί να συλλάβετε τη στιγμιαία λάμψη μου έτσι ως στριφογυρνώ άοκνα εμπρός στα μάτια σας. Και τότε ίσως θελήσετε ν’ ανοίξετε την πόρτα. Μονάχα μια χαραμάδα ζήτησα Να περάσουν μέσα τα λιγνά κορμιά των στίχων μου.

άτιτλο

Όσο και να πάσχισα τον εαυτό μου να ντυθώ Πάντα ήμουν ένας άλλος Ένας παλιάτσος ντυμένος μ’ άλικο καπνό Που στριφογύρναγε τα μάτια του με πυρετό Κάθε που του ζητούσαν να μιλήσει. Τα λόγια φεύγαν απ’ το στόμα μου κι ορφάνευα Κι έβλεπα απέναντι το είδωλο της άθλιας όψης μου Να ανοιγοκλείνει το στόμα του Και να ξερνάει τα λόγια μου.

απολογία

Όλη μου τη ζωή το ίδιο ποίημα έγραφα Με άλλα κάθε φορά λόγια.         Όλη μου η ζωή μια άηχη κραυγή Σφηνωμένη στη νοτισμένη ματιά του αδέσποτου παιδιού Που ξεψυχά μπροστά στα μάτια μου.