Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

γελοία

Είμαι κρυμμένη σ’ ενός Κύκλωπα το μάτι
Νυσταγμένος, νωθρός
Κουβαλεί την ψυχή μου στο βαλτωμένο του βλέμμα

Κι είναι όλη η άμμος της στέπας
Κρούστα βαριά στο μισάνοιχτο βλέφαρο

Κι είναι όλες της νύχτας οι κρύπτες
Βότσαλα μαύρα στης ρυτίδας το κύμα.

«Μικρέ μου Κύκλωπα
Αθώα σου ζητώ
Όπως αθώα δεν υπήρξα ποτέ μου
Ποτέ τόσο αθώα όσο τώρα
Αυτή την ύστατη στιγμή
Που κρέμομαι απ’ τα μάτια σου
Κι έχω ζητήσει ετούτο μόνο
Να ζυγώσεις την πελώρια χούφτα σου
Στο πρόσωπό μου
Και να με τραβήξεις έξω
Μονάχα αυτό σου ζητώ
Κι είμαι μικρή μπροστά σου τόσο
Όσο ποτέ δεν έλπισες πως θα με βρεις

Μονάχα να το γνώριζες πως είμαι εκεί
Θα’ χε κάποιο νόημα ετούτη η παράκληση

Και δε θα έμοιαζα ακόμη μια φορά
Γελοία.»

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

παραμιλητό

Μη μας ξεσυνερίζεσαι
Αστεία λέμε
Για να περάσει η ώρα

Τα χέρια μας βέβαια όλο και λιγότερο κοιτάμε
όσο περνούν τα χρόνια
μας πιάνει μια κούραση ψυχική
κάθε που ακούμε για πολέμους
και φτώχεια και άλλα τέτοια στενάχωρα πράγματα

και τα παιδιά μας στέκουν δίπλα μας
μαγνήτες

τα μάτια τους
μάς μοιάζουν φυλακή
που εντός της κλείστηκαν πουλιά
και κρώζουν μανιασμένα
πουλιά με τις φτερούγες ματωμένες
και τα μάτια τους πνιχτά
μπίλιες φωσφόρου
που έσβησε
κάπου στη μέση.

Μα
τι να σου κάνουμε κι εμείς;
τι να σου πούμε;

Μας ψαλιδίσαν τη φωνή
και τα πουλιά ακόμη έρχονται τις νύχτες
και μας ταράσσουν τα όνειρα.

Μη μας ξεσυνερίζεσαι.

Σου είπαμε
αστεία λέμε
η ώρα να περνάει.

Βέβαια στα μάτια των παιδιών μας
βλέπουμε τα πουλιά
και κρώζουνε θλιμμένα

και είναι κρίμα
τόσο στ’ αλήθεια κρίμα
αυτή την άνοιξη που πέθανε
να μη μπορέσουμε να τους θυμίσουμε.

Ποιος έχει χρόνο για ιστορίες τώρα πια
και για φωτιές και για θυσίες και για τρελούς
που μανιασμένοι στις φλόγες ρίχνουνται,
ποιος έχει χρόνο μες στα μάτια μας
τον ίσκιο της σιωπής του ν’ αποθέσει.

Αν ήταν για κραυγές κι εύσημα της νίκης τους
θα σπρώχνονταν τριγύρω μας μιλιούνια οι γνωστοί
να μας θυμίσουν τη λαχανιασμένη ανάγκη τους
για επαίνους και άλλα τέτοια ηχηρά.

Μα τώρα
τώρα που αστεία λέμε
η ώρα να περνά,
ποιος τάχα θε να μας ζυγώσει;

Βαρύγδουπα ποθούν να τους απευθύνονται οι άνθρωποι
Τ’ αστεία τους τρομάζουν .

Γι’ αυτό
Το μόνο που ίσως όλοι σας νιώσετε
Είναι τούτο:

Οσφυοκάμπτες
Άκομψα
την πλάτη μας εκλίναμε
γι’ αυτό τα μάτια μας να τ’ αντικρίσετε
μην το ζητάτε`
πλάτες βουβές
να σας μιλήσουν δεν μπορούν.

Kι εν τέλει
νομίζω
απ’ την αρχή ξεκαθαρίσαμε:

αστεία λέμε
η ώρα να περνά.

........................................................................

το θυμήθηκα σήμερα ειδικά, μέρα απεργίας και γενικού ξεσηκωμού. μέρα της ήττας και της σιωπής..

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Μάρτιν Ήντεν

Σε κρατούσε μια μικρή υπόγεια γραμμή στο μέτωπο
Κάπου πιο πάνω απ’ το γκρεμό των ματιών σου
Την είδα ν’ ανατέλλει
Κι ήταν αυτή
Εσύ ο ίδιος
Γυμνός κάτω απ’ τα μάτια των αδαών
Βορά στη μανία τους γι’ ανάλυση.

Θα’ θελα να ψηλαφούσα τα μάτια σου
Μάτια πυρετού
Και να’ φτανα πιο κάτω απ’ τα βλέφαρα
Ν’ άγγιζα το αίμα
Πηχτό που σε καλούσε να πετάξεις

Λίγη απ’ τη δίψα σου να κοινωνήσω
Και να χαϊδέψω τις πληγές στην πλάτη σου
Απ’ τα φτερά
Που τόσο βίαια σου ξεριζώσαν

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

αφελής προσδοκία

Κορμός που βύθισε στη γη
Τα μαύρα νύχια
Ρίζες κραυγές
Σε πέτρινο βάθος.

Κορμός φλεγόμενος
Πουλιά ξαρμάτωτα
Τον κυκλοφέρνουν
Σύναξη στάχτη
Στο ουράνιο γλαυκό.

Εγώ μετέωρη
Τα μάτια σ’ έκσταση βουβή
Στο πιο απάτητο κλαρί
Ψηλά πολύ
Κοντά – θαρρείς – στο μάτι του Θεού
Στυλώνω την αναπνοή μου
Στης στιγμής το τρεμάμενο δάκρυ
Μην κυλήσει στης φλόγας το χείλι.

Έχω ακόμη την αφέλεια να πιστεύω
Πως κάποια απ’ τις μάταιες λέξεις μου
Θα φτάσει
- προσπερνώντας τις μαυλιστικές
κόκκινες γλώσσες-
στα βάθη της γης
στης ρίζας το μαύρο νερό
στου καιρού το αιώνιο υφάδι.

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Νικολάι Σταβρόγκιν


Ως εδώ ήταν λοιπόν
Κοπιάστε να δείτε το στραβό μου χαμόγελο

Επιμελώς κρυμμένο
Πέθαινε πίσω απ’ τις ζάρες της εθελούσιας στρυφνότητας
-         θαρρούσα πως έτσι δείχνω σοφότερος
           κι επέμενα να ζαρώνω τις σάρκες μου

…ώρες προσποίησης μπροστά στον καθρέπτη-

Mα τώρα τέλειωσε

Ήρθε ο καιρός να με δείτε γυμνό

Και να

Στέκομαι μπροστά σας
κι έχω στα μάτια μου μόνο ριπές απ’ αγέρα

Πού τον βρήκα τον αγέρα
εδώ στη μονότονη ακτή που με ρίξατε
δεν το γνωρίζω.

Είναι κι αυτό μια κατάκτηση όμως.

Εσείς
στα μικροσκοπικά ματάκια σας έχετε μόνο κάρβουνα νεκρά
μα δε θωρείτε τίποτα πέρα απ’ αυτά
νομίζετε πως είναι φλόγες λέει
ικανές ν’ ανάψουν τις φωτιές ολάκερου του κόσμου
και γελάτε
μα το γέλιο σας φτάνει στα μάτια μου
και γίνεται πιο χλιαρό κι απ’ τη σκιαγμένη  σας μιλιά

θαρρείτε πως ακούω..

τίποτα δε φτάνει σε μένα τώρα πια
κι όταν το βλέμμα μου στυλώνω στον καθρέπτη
δε βλέπω τίποτα
τ’ ακούτε;

Με σκότωσα.
Και χαίρομαι γι’ αυτό
Και γελώ δίχως ήχο
Μα ούτε το γέλιο μου δεν είναι πια ικανό
Να ζαρώσει το μούτρο μου
Αρυτίδωτο στέκει
Γυμνό
Μοναχά το στραβό του αυτό χαμογέλιο
Λάμπει ήλιος –φωτιά
Στο κέντρο του
Φωτιά και σας σπαράσσει.




Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

μικρό μου

                                                για το μικρό μου γιο που γιορτάζει σήμερα..

Το γέλιο σου
διαμαντάκια διάφανα
θραύσματα μυστικά
αβάσταχτης μαγείας`
Μυριάδες αστράφτουν αέρηδες
σαν ανασαίνεις..
Μια λίμνη απ’ αστέρια η ματιά σου
που παιχνιδίζουν ουρανούς
που λάμνουν παραμύθια.
Ένα κρυμμένο μυστικό
η ίδια η ύπαρξή σου
που υπόσχεται ατέλειωτα μαγευτικά ταξίδια
κάθε φορά που αχνά κι αγνά
την ακριβή μιλιά σου ξεδιπλώνεις.
Και το άγγιγμά σου, η μικρή σου αγκαλιά
η θαλπωρή της
είναι η δική μου θάλασσα
το πιο ακριβό ταξίδι
η πιο ζεστή αμμουδιά`
και ο ουρανός μοιάζει γεμάτος θαύματα
και αρώματα και δώρα
σαν σε κοιτώ
και με κοιτάς
μικρό μου..


24-8-2006

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

συνήχηση

για τον πατέρα μου



Κύμα ταξίδευε στα περιστέρια της μιλιάς σου.

Μουρμούριζε τη δίψα του ένοχο
Πάφλαζε την οργή του σε τοίχους άξαφνους
Σε μάτια ξέφτια.

Θάλασσα ταξίδευε στην πλάτη σου.
Αρμύρα έπλεκε χάντρες στα μάτια σου
Κι ήσουν σκυμμένος στην έγνοια σου
Και μουρμούραγες λέξεις .
Σ’ άκουγα κι έλεγα που ήσουν ολότελα ξένος στην όρασή μου
Μα μέσα μου χύνονταν οι λέξεις σου
Σα θάλασσα
Πεφιλημένη απ’ το στόμα του δέους.

Να σπούσαν – λέει- μέσα μου τα βότσαλα
Κι όχι όλα στα μάτια σου
Που με κοιτάζουν ηχερά και νοτισμένα.

Με κρίματα ξένα δεν σου’ πρεπε να γεμίσεις τη ζήση σου.
Και το πόδι σου που βούλιαξε σε κουβά απ' ασβέστη
Κείνη τη μέρα που βούιζαν οι άνεμοι στ’ αυτιά μου
Και τα τρύπαγαν οχληρά.

Όχι δε σου’ πρεπε
Κείνο το βλέμμα
Πέτρα που πλάκωνε το σύθαμπο δείλι
Κι ομίχλη κάταχνη να ψιχαλίζει μέσα μου

Βουβό το κλάμα σου.

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

εαρινό

Ω θεέ μου, πόσο ανώφελα κραυγάζεις ! Σ’ ακούω απ’ τη βαθιά σπηλιά μου , εκεί που μ’ έριξες αιχμάλωτη του νου μου ,και φοβάμαι θεέ μου .. χρόνια τώρα δεν τολμώ να βγω να σ’ αντικρίσω κατάματα.
Πώς να σ’ αντικρίσω εξάλλου;
Μ’ έπλασες δειλή και μου’ δωσες από πάνω μια ψυχή αχόρταγη , λιονταριού καρδιά σε σώμα μυρμηγκιού, έτσι μ’ έπλασες, μονάχα για να νομίζω πως μπορώ να σ’ αντικρίσω και να μην παραιτούμαι ποτέ κι εσύ να γελάς , θρονιασμένος εκεί ψηλά, με τις αδέξιες κινήσεις μου και τη γελοία εμμονή μου ν’ αρνιέμαι τη φύση μου την καρφωμένη στα πιο πυκνά σκοτάδια.
Μα ξέχασα..
Μ’ έπλασες σύννεφο μαύρο γεμάτο κεραυνούς και ρεύματα ηλεκτρικά που όμως μέσα του νομίζει πως είναι ήλιος.
Είδες λοιπόν πόσο γελοία σου φαίνομαι;
Φαντάζομαι ,διασκεδάζεις πολύ εκεί πάνω ..
Να με βλέπεις να περιφέρομαι πάνω στη γη με ένα νου πεπερασμένο και μια γελοία από πάνω εμμονή πως είναι λέει παντοδύναμος.

Χα χα ας γελάσω..

Και βαυκαλιζόμουνα στην εφηβεία μου με τα λόγια του Καζαντζάκη
« Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος»
Τα πιπιλούσα κι εγώ συνεχώς στις εκθέσεις μου.. Τι ωραία που αισθανόμουν σαν έγραφα αυτό το χιλιοειπωμένο « Τη μοίρα μας τη φτιάχνουμε μόνοι μας.» ή το άλλο: « Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δε θέλω».

Έχεις ακούσει πιο γελοίο απόφθεγμα Θεέ μου;

Σίγουρα θα έχεις ξεκαρδιστεί εκεί πάνω μ’ αυτά.

Δεν ελπίζουμε –λέει- τίποτα και δε φοβόμαστε τίποτα.

Ας γελάσω δυνατά και πικραμένα. Αν το’ ξερα πως θα μ’ ακούσεις , θα’ βγαινα τώρα απ’ τη σπηλιά μου να σου φτύσω το γέλιο μου.. Μη θαρρείς πως σε φοβάμαι. Το ξέρω όμως πως δε θ’ ακούσεις.
Γι’ αυτό το κρατάω αυτό το γέλιο για άλλες περιστάσεις. Όταν δε θα μπορώ να κάνω τίποτα άλλο, παρά να γελώ, όταν η τρέλα θα μ’ έχει πιάσει στις δαγκάνες της.

Έχεις προσέξει ποιοι σου μοιάζουν περισσότερο Θεέ μου; Οι παράφρονες. «Άρχισε να ψηλώνει ο νους της» λέει ο Παπαδιαμάντης για τη Φόνισσα. « Είχε εξαρθεί εις ανώτερα ζητήματα» λέει. Τι το’ θελε κι αυτή; Κάποια πράγματα Θεέ μου εμείς οι θνητοί πρέπει να τα αφήνουμε απλησίαστα..
Βέβαια δεν είναι να απορεί κανείς που οι περισσότεροι παράφρονες νομίζουνε πως είναι Θεοί. Μόνο ένας παράφρονας Θεός θα μπορούσε να φτιάξει ένα τόσο αλλοπρόσαλλο δημιούργημα όπως είναι ο άνθρωπος.

Δεν πιστεύω να θύμωσες.. Μα τι λέω.. Γιατί να θυμώσεις; Εσύ μόνο να γελάς ξέρεις..
Νομίζω – ώρες ώρες – πως μας έπλασες μόνο για να διασκεδάζεις.

Είναι στ’ αλήθεια διασκεδαστικό να βλέπεις έναν άνθρωπο να γεννιέται σοφός κι όμως όλοι να νομίζουν πως είναι ανόητος . Για τα μικρά παιδιά μιλώ, που έχουν τη μόνη γνήσια σοφία μέσα τους ,τη σοφία του ενστίκτου και του συναισθήματος, που ακόμη δεν έπνιξε αυτός ο τύραννος του νου – εφεύρεση δική σου κι αυτή βέβαια. Να γεννιέται λοιπόν σοφός και μεγαλώνοντας να χάνει αυτή τη σοφία και όσο χάνει τη σοφία του τόσο να αισθάνεται και πιο σοφός. Τόσο σοφός και τόσο αυτάρκης που φτάνει – λέει- στο σημείο να λέει πως δε σ’ έχει ανάγκη.

Ειδικά εκεί – φαντάζομαι – θα ξεκαρδίζεσαι στα γέλια. Σ’ αυτό ειδικά το σημείο. Όταν ακούς να λένε ότι δε σ’ έχουν ανάγκη. Πως είναι – λέει – άθεοι.
Χα χα !!
Έχεις ακούσει Θεέ μου μεγαλύτερη γελοιότητα απ’ αυτήν ;
Σαν να λέει ένας σκύλος « είμαι ελεύθερος» , επειδή ,με το περιορισμένου βεληνεκούς βλέμμα του δε φτάνει στην αλυσίδα με την οποία τον έχει δεμένο το αφεντικό του. Σαν να φωνάζει ο σκύλος « Ανήκω στον εαυτό μου!». Και μόλις κάνει δυο βήματα παραπέρα , κάτι τον πνίγει στο λαιμό και γυρίζει να γλείψει το χέρι του αφεντικού του .
Έτσι κι όλοι αυτοί οι άνθρωποι που παριστάνουνε τους άθεους και μόλις σκοντάψουνε σε μια πέτρα στο δρόμο αυθόρμητα τους βγαίνει η επίκληση «θεέ μου».

Φαντάζομαι πόσο ευφραίνεσαι μ’ αυτά τα « θεέ μου» που ακούς κάθε δευτερόλεπτο σε τόσες διαφορετικές γλώσσες.. Πώς να μην αισθάνεσαι παντοδύναμος μετά;
Μα τι λέω; Εσύ τη δύναμη δεν την έχεις θεοποιήσει όπως εμείς. Τη θεωρείς τόσο πια αυτονόητη που την άφησες για μας τους κακόμοιρους να τη λαχταράμε με όλο μας το είναι, να την αποζητούμε με όλους τους πιθανούς τρόπους..

Ο άνθρωπος – λέει- είναι το πιο «δεινόν» απ’ όλα τα όντα. Νομίζω ο Σοφοκλής το έγραψε αυτό. « Δεινόν» σημαίνει πως προκαλεί δέος.
Και το βαθυστόχαστο ερώτημα που θέλω εγώ να θέσω θεέ μου είναι: Δέος σε ποιον; Σε σένα;

Ας γελάσω..
Μα μόνο γέλιο βαθύ και ασυγκράτητο θα μπορούσε να σου προκαλέσει εσένα ο άνθρωπος. Αυτό νομίζω το ξεκαθαρίσαμε..
Τότε σε ποιον;
Στον εαυτό του. Ναι μάλλον αυτήν την απάντηση θα μπορούσα να τη δεχτώ.

Και ξέρεις , θεέ μου, όσο το σκέφτομαι τόσο αντιλαμβάνομαι – ειλικρινά τώρα και χωρίς καμία διάθεση κολακείας – πως σ’ έχουμε αδικήσει εμείς οι άνθρωποι. Ειδικά πριν έρθει ο γιος σου, ο Χριστός στη γη να σταυρωθεί για μας- τότε λίγο αποκαταστάθηκε η φήμη σου- σε θεωρούσαμε σκληρό κι ανελέητο. Έστειλες –λέει- κατακλυσμό και έπνιξες όλους τους ανθρώπους εκτός απ’ τον Νώε. Έκαψες τα Σόδομα και τα Γόμορρα. Ζήτησες απ’ τον Αβραάμ να θυσιάσει το γιο του τον Ισαάκ.

Μα ήσουνα ένας θεός που προκαλούσε πραγματικά δέος . Τρομακτικός όσο δεν παίρνει. Και δεν σου κρύβω πως ,μικρή όταν ήμουνα, πριν κοιμηθώ , έκανα την προσευχή μου σε σένα. Όχι όμως από αγάπη. Από φόβο , μήπως μου κάνεις και μένα τα ίδια , μήπως με βάλεις να θυσιάσω τις αδερφές μου ή μήπως μου στείλεις φωτιά και με κάψεις, ή – το χειρότερο- μήπως κατέβεις εσύ ο ίδιος ,έτσι τρομακτικός όπως ήσουν στην εικόνα που είχαμε πίσω απ’ την πόρτα , κι ακουμπήσεις πάνω μου το πύρινο βλέμμα σου..
Αργότερα κατάλαβα πως τέτοιο φόβο δε διατρέχω..

Εδώ λοιπόν νομίζω πως έγινε η παρανόηση: Ποιος μας είπε πως όλα αυτά τα έκανες εσύ;

Εσύ μπορεί απλά να καθόσουν στα σύννεφα και να απολάμβανες ένα μακάριο ύπνο. Μπορεί εκείνη τη στιγμή το βλέμμα σου να ήταν στραμμένο αλλού. Δεν είσαι δα και υποχρεωμένος μέρα νύχτα να μας επιτηρείς..
Ή πολύ απλά μπορεί να γέλαγες με τα χάλια μας που δεν μπορέσαμε να δούμε πιο πέρα από τη μύτη μας και μια φωτιά τόση δα την αφήσαμε να κάψει δυο πόλεις ή καθίσαμε σαν ηλίθιοι να πνιγούμε αντί να φτιάξουμε μια κιβωτό σαν το Νώε.
Τόσο μυαλό θέλει να το σκεφτείς να φτιάξεις μια κιβωτό;

Κατάλαβες Θεέ μου;

Εκεί νομίζω πως σε αδικήσαμε. Η μόνη ευθύνη που ίσως έχεις είναι – αν δεχτούμε πως εσύ μας έπλασες – ότι μας έφτιαξες με λειψό νου. Με νου που εύκολα
τυφλώνεται , συσκοτίζεται, τα χάνει, πώς το λένε;

Οι αρχαίοι αυτό το έλεγαν Άτη και έλεγαν πως το’ στελναν οι θεοί στους ανθρώπους για να τους βασανίσουν. Μα νομίζω πως κι εδώ αδικούσαν λίγο το Δία.
Δεν είχε – θεέ μου- ο Δίας το χρόνο μα ούτε τη διάθεση να ασχοληθεί μ’ αυτά. Και δεν τον αδικώ.

Φαντάσου τώρα να είσαι ο Δίας, αθάνατος , παντοδύναμος και μακάριος, και να βλέπεις από κάτω συνεχώς ανθρώπους να πολεμούν τον ίδιο τους τον εαυτό με τα λάθη τους ,τις αστοχίες τους , τις τύψεις τους ,τα δάκρυά τους.

Συγχύζεσαι ή όχι; Ειδικά όταν το ξέρεις καλά πόσο μάταια είναι όλα αυτά.

Μα θα σου πω ένα μυστικό θεέ μου.
Πριν από λίγο είδα απ’ το παράθυρό μου μια εικόνα. Ένα κομμάτι ουρανού που το’ σχιζε στα δυο μια κατάλευκη γραμμή.

Και σκέφτηκα πως είσαι εσύ εκεί μέσα και λυπάσαι- συγχώρεσέ με για την ασεβή σκέψη μου- λυπάσαι που δεν μπορείς , έστω για λίγο, να δανειστείς το βλέμμα μου και να δεις αυτήν την εικόνα μέσα απ’ τα δικά μου μάτια , που δεν μπορείς ,έστω για λίγο , να δανειστείς την καρδιά μου και να νιώσεις κατάσαρκα αυτήν την ομορφιά.


δημοσιεύτηκε στο Βακχικόν

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

εμείς και οι άλλοι

Έχουν περάσει δυο βδομάδες απ’ την τραγική Τετάρτη που στοίχισε τη ζωή σε τρεις ανθρώπους και μια αθώα ζωή που πάλευε να υπάρξει.
Οι δημοσιογράφοι – λέει- αύριο θα είναι στις θέσεις τους έτοιμοι να καλύψουν τη νέα πανελλαδική απεργία ,τρέμοντας – λένε- μήπως υπάρξουν νέα έκτροπα. Τώρα, εγώ μόνο είδα σε κάποιους τη λάμψη του αρπαχτικού στο βλέμμα ; Μπορεί απλά να είμαι προκατειλημμένη..
Δυο βδομάδες μετά , ακούω πολλά.. Ακούω την κυβέρνηση να μονολογεί ότι θα συλληφθούν οι υπεύθυνοι και θα τιμωρηθούν παραδειγματικά. Ακούω κάποιους δημοσιογράφους να ωρύονται, να κραυγάζουν , δίχως την παραμικρή αίσθηση της δικής τους ευθύνης.. Ακούω τα κόμματα της αριστεράς να μιλούν για « εργασιακό ατύχημα», για κάποιους « ανεγκέφαλους» που εκμεταλλεύονται τις δυναμικές λαϊκές κινητοποιήσεις για να προβούν σε πράξεις βίας, για προβοκάτορες, συνωμοσίες..
Κι ακούω γύρω μου φωνές να υψώνονται σε λαϊκό αίτημα : να τιμωρηθούν αυτοί που έριξαν τις μολότοφ..
Και ρωτάω εγώ με όλη την αφέλεια που με διακρίνει:
« Αν τιμωρηθούν αυτοί που τις έριξαν , εμείς εντάξει; Την αθωώσαμε τη συνείδησή μας, πάμε πάλι για ύπνο σαν να μη συμβαίνει τίποτα;»

Συνεχίζουμε την ευτελή ζωούλα μας με όλη την αυταρέσκεια που μας διακρίνει και είμαστε περήφανοι για τον εαυτό μας που εξεγερθήκαμε, αφήσαμε τα λουλουδάκια μας στον τόπο του «εργασιακού ατυχήματος» , δακρύσαμε μπροστά στις κάμερες , υψώσαμε τη γροθιά μας σ’ αυτούς τους ανεγκέφαλους , που ρίχνουν τις μολότοφ και μας θυμίζουν ποιοι είμαστε..

Αυτοί είναι οι άλλοι, οι ανεγκέφαλοι, οι ψευτοαναρχικοί, οι τρελοί, οι προβοκάτορες..
Κι εμείς είμαστε « εμείς», οι ηθικοί, οι ώριμα σκεφτόμενοι, οι υγιείς επαναστάτες…

Μα δεν μπορώ να ησυχάσω , όταν σκέφτομαι εκείνη την εικόνα.. Άνθρωποι ψηλά στο μπαλκόνι της Marfin να εκλιπαρούν για τη ζωή τους κι άνθρωποι από κάτω να διαδηλώνουν αγωνιζόμενοι για μια καλύτερη- λέει- ζωή. Τα μάτια μπροστά, τίποτα δεν τους πτοούσε , ούτε οι αλλόφρονες κραυγές των άλλων που καίγονταν, ούτε οι νηφάλιες φωνές που λέγαν « ανοίξτε δρόμο να περάσουν τα πυροσβεστικά..»

Μονάχα ο υπέρτατος στόχος, ο αγώνας.. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.. Και αν πέθαναν άνθρωποι ,ποιος νοιάζεται.. παράπλευρες απώλειες..

Εμείς δε ρίξαμε τις μολότοφ κι αυτοί που τις έριξαν είναι οι άλλοι..

Κι εμείς περνιόμαστε για άνθρωποι; Πού είναι τα ανθρώπινα αντανακλαστικά μας – τη στιγμή που κινδυνεύουν άνθρωποι- να τα αφυπνίσουμε, να τρέξουμε ,να βοηθήσουμε;

Εκτός εάν ,στην προσπάθεια να γίνουμε επαναστάτες, ξεχάσαμε να γίνουμε άνθρωποι..

Κι αυτοί ,οι άλλοι, είναι ο καθρέπτης μας , είμαστε εμείς..

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

ομορφιά

Τον είδα να γελά
Κι ήταν τα δόντια του ξέσκεπα
Και στέκαν στο χλωμό του πρόσωπο
Σα σκουριασμένα σίδερα
Γυμνά από σμάλτο
Με μόνη τους λάμψη
Το σάλιο του.

Κι αυτή κρατιότανε δυο βήματα πιο πέρα
Τα ξέπλεκα μαλλιά
Φίδια ατίθασα χαϊδεύαν το γυμνό λαιμό του
Και τον κοιτούσε με προσήλωση
Θα’ λεγες πως ήτανε βρέφος εκείνη
Μ' έμφυτη περιέργεια
Κι εκείνος
Ολάκερος ο κόσμος που’ στεκε ολάνθιστος εμπρός της.

Μουδιάζαν οι ανάσες τους έτσι ως γέρνανε ολάνοιχτοι ο ένας προς τον άλλον.

Αυτός με βλέμμα γυμνωμένο από προσποίηση
Κι αυτή με βλέμμα καλυμμένο προσδοκίες

Στέκαν στα δύο άκρα
Σχοινοβάτες του νου
Κρατημένοι σφιχτά απ’ της σκέψης τη βουβή απάτη.

Κι ένα ποτάμι τους έκλεινε ολόγυρα
Ένα βαθύ κυανόχρωμο ποτάμι
Δίχως αρχή και δίχως τέλος
Που άλλοι το είπανε Μοίρα
Κι άλλοι Χρόνο.
Μα κείνοι το λέγανε
Ψίχουλα αιωνιότητας
Έτσι ως δοσμένοι στο κατώφλι του Έρωτα
Τρομάζαν με την όψη των άλλων
Των άλλων που τους κοίταζαν κατάματα
Και τους στριμώχναν την ανάσα με βρώμικα χνώτα
που μύριζαν ανάγκες και πείνα και μικρόψυχες εικόνες.

Μα αυτοί είχανε φύγει ο ένας προς τον άλλον
Έστω για λίγο
Για μια στιγμή
Μα
Είπαμε
Ο χρόνος είναι σχετικός
Κι η ομορφιά μια απλή οφθαλμαπάτη
Που επινοήσαν οι όμορφοι για παρηγόρια

Αυτοί οι δυο στέκαν ολάνοιχτοι
Ο ένας προς τον άλλο
Κι ήταν αυτό μια ομορφιά από μόνο του
Θεέ μου
Πόσο αβάσταχτα ωραία

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

τι παρηγοριά να σου δώσουν τέτοιοι θεοί;

Σήμερα διάβαζα στους μαθητές μου τη σκηνή της εξαπάτησης του Δία απ’ την Ήρα στην Ξ ραψωδία της Ιλιάδας. Τραντάχτηκε η αίθουσα απ’ τα γέλια , με τα πονηρά τερτίπια της Ήρας και την αφέλεια του Δία.

« Αυτός είναι ο θεός τους;» με ρώτησε ένας μαθητής. « Μα πώς πίστευαν σ’ αυτόν;»
Προηγουμένως, είχαμε δει τη σκηνή όπου ο Δίας ανακοινώνει στην Ήρα το σχέδιό του. Έχει προαποφασιστεί ότι ο Έκτορας θα νικά μέχρι να σκοτώσει τον Πάτροκλο. Μετά εγκαταλείπεται στη μοίρα του. Κι όμως αυτός είναι σίγουρος για την αμέριστη υποστήριξη του Δία και μεθυσμένος από σιγουριά κραυγάζει: « Θα σας κάψω τα πλοία, Αργίτες!!»

Η Ίριδα, απεσταλμένη του Δία , του ανακοινώνει πως ο Δίας είναι μαζί του , κι εκείνος « ο πλανημένος» δεν προσέχει αυτή τη «μικρή» λεπτομέρεια των ακροτελεύτιων λόγων της. « Μέχρι να πέσει το σκοτάδι.»
Είναι βέβαιος πως ο Δίας θα είναι δίπλα του μέχρι το τέλος. Απ’ αυτήν την άποψη, είναι ένας γνήσιος τραγικός ήρωας , με κύριο γνώρισμα την πλάνη στην οποία σκόπιμα τον αφήνει ο Δίας. Μια πλάνη που τον σέρνει έρμαιο σε πράξεις ασυλλόγιστης ανδρείας , με αποκορύφωμα το θάνατο του Πάτροκλου. Ο Δίας τον χρησιμοποιεί για να κάνει το χατίρι της Θέτιδας και να δικαιωθεί ο Αχιλλέας.

Κι αυτό ο Έκτορας δεν μπορεί να το αντιληφθεί , για τι τον έχει τυφλώσει η Άτη , με αναγκαίο επακόλουθο την Ύβριν και την τραγική πτώση του.

Πού έγκειται η ύβρις του Έκτορα; Στο ότι άφησε τον εαυτό του να ξεγελαστεί από τις υποσχέσεις του θεού, αφέθηκε να τον πλανέψουν τα μεγάλα λόγια της Ίριδας και ξέχασε την απλή αυτή αλήθεια: πως είναι θνητός και δεν μπορεί να έχει την εύνοια του θεού μέχρι το τέλος.

Κι επανέρχομαι στο ερώτημα του μαθητή: « Αυτοί ήταν οι θεοί τους; Μα , αν πιστέψουμε πως τη θρησκεία τους οι άνθρωποι την επινόησαν τότε για παρηγοριά , πώς μπορούσαν να πιστέψουν σε τέτοιους θεούς;»

Και τη συμπληρώνω εγώ:
« Τι παρηγοριά μπορούν να σου δώσουν τέτοιοι θεοί, θεοί ηθικά κατώτεροι από σένα, που λένε ψέματα, απειλούν ο ένας τον άλλον, μα- το κυριότερο- σε χρησιμοποιούν για να πετύχουν το στόχο τους κι έπειτα σε αφήνουν έρμαιο της αδυσώπητης μοίρας σου;»

Και η απάντησή μου : « Δεν μπορούν να σου δώσουν καμία παρηγοριά.»

Αν σκεφτούμε ότι ο Ησίοδος με την Θεογονία του και ο Όμηρος με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια υπήρξαν οι θεμελιωτές της αρχαίας ελληνικής θεολογίας , νομίζω, είναι εκπληκτική η διαπίστωση που αβίαστα βγαίνει:
Αυτοί οι άνθρωποι , οι αρχαίοι Έλληνες δεν καταδέχονταν να αναζητήσουν παρηγοριά στη θρησκεία. Στέκαν αγέρωχοι απέναντι στη μοίρα τους και την πολεμούσαν μέχρι το τέλος κι ας ξέραν πως αυτή είναι αναπόδραστη.
Αυτός ο λαός είχε την τόλμη να αντικρίζει κατάματα , χωρίς αυταπάτες , τη θνητή του φύση και την αδήριτη σοφία να αναγνωρίζει τα πεπερασμένα του όρια.


Η Ιλιάδα είναι γεμάτη σκηνές θανάτου κι εκεί βλέπουμε την ψυχή να εγκαταλείπει κλαίγοντας το σώμα της και να κατεβαίνει στον Άδη.

Κανένας Παράδεισος δεν την περιμένει.. μονάχα η Λήθη. Καμιά υπόσχεση για δικαίωση μετά θάνατον.

Στην Π ραψωδία περιγράφεται μια μνημειώδης μάχη πάνω στο νεκρό σώμα του Κεβριόνη. Δυο παρομοιώσεις επιστρατεύονται απ’ τον ποιητή για να κάνει πιο ζωντανή τη σκηνή μπροστά στα μάτια μας. Δύο στρατοί μάχονται με λύσσα για τα όπλα του Κεβριόνη. Δέστε όμως πώς κλείνει η σκηνή :

« Και αυτός στο μέσο απέραντος στον στρόβιλον της σκόνης
κοιτάμενος τους ιππικούς αγώνες λησμονούσε.»


« Ενδιαφέρεται καθόλου ο Κεβριόνης για την έκβαση της μάχης που γίνεται πάνω στο νεκρό σώμα του;»
Ρώτησα τα παιδιά και αρχικά με κοίταξαν με απορία. Τι σόι ερώτηση είναι πάλι αυτή; Θα σκέφτηκαν . Η απάντησή τους όμως είναι σύμφωνη με τα ιδανικά της θρησκείας με την οποία γαλουχήθηκαν .

« Και βέβαια.. Ο Κεβριόνης δε θέλει να χάσει τα όπλα του. Θέλει να τον θάψουν μ’ αυτά.» Έτσι μου απάντησαν , αγνοώντας το κείμενο.

Το κείμενο όμως μας επαναφέρει στην τάξη. Τέλος οι ψεύτικες ελπίδες. Ο Κεβριόνης λησμονούσε. Και λησμονούσε επειδή είναι νεκρός και τίποτε απ’ ό,τι γίνεται στη γη δεν τον αφορά πλέον.

Όλα παίζονται πάνω στη γη. Μια θρησκεία που δεν άφηνε κανένα περιθώριο για ελπίδα. Και παράλληλα άνθρωποι που, ενώ το ξέρουν πως σ’ αυτούς τους θεούς δεν μπορούν να βασίζονται , ξέρουν και κάτι άλλο που ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά ξεχνάει:

Πως όποιος ξεχνάει τη θνητή του φύση και υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια τιμωρείται.

Το τρίπτυχο Άτη- Ύβρις- Νέμεσις είναι κυρίαρχο στην Ιλιάδα απ’ την Π ραψωδία και μέχρι το τέλος της.

« Ποια τύφλωσις !!» αναφωνεί ο ποιητής για την ορμή του πολέμου που τυφλώνει τον Πάτροκλο και τον κάνει να καταδιώκει τους Τρώες αλύπητα, ξεχνώντας τη συμβουλή του Αχιλλέα.
Η ίδια τύφλωση ελαύνει τον Έκτορα , οδηγώντας τον στο τραγικό τέλος του απ’ τα χέρια του Αχιλλέα.

Όντα τραγικά λοιπόν οι ήρωες της Ιλιάδας.

Κι αυτή είναι η σοφία των αρχαίων Ελλήνων μπροστά στην οποία ο σύγχρονος άνθρωπος εθελοτυφλεί. Η επίγνωση πως ο άνθρωπος είναι τραγικό ον και η τραγικότητά του έγκειται στην πλάνη του. Πλανημένος γεννήθηκε ,πλανημένος πεθαίνει.

Και η μεγαλύτερή του πλάνη είναι αυτή η υπερεκτίμηση του Νου. Νομίζουμε εμείς οι δύστυχοι πως ,επειδή έχουμε τη Νόηση είμαστε οι εκλεκτοί.

Μέγιστη πλάνη.

Έρχεται ένα ηφαίστειο και ξυπνάει, παγώνει τις εναέριες συγκοινωνίες για μέρες και μας υπενθυμίζει πως οι αιθέρες δεν μας ανήκουν.

Αυτό το μάθημα όμως οι αρχαίοι Έλληνες το είχαν στέρεα αφομοιώσει.

Γι’ αυτό και η αρχαία Ελληνική σκέψη είναι τώρα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ.


σημείωση: ευχαριστώ το Β1 για την τροφή που μου έδωσε στη σκέψη..

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Ζοζέ Σαραμάγκου, " Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον"

ή «περί ενοχής» πραγματεία

ένα σπαραχτικά ανθρώπινο έργο, μια κραυγή αγωνίας γι’ αυτό που είναι ο άνθρωπος..

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου είδε όλη την ιστορία του Ιησού, μέσα από μια λεπτομέρεια φρίκης : τη σφαγή των νηπίων απ’ τον Ηρώδη και την παράλειψη του Ιωσήφ να ειδοποιήσει τις οικογένειές τους , ώστε να σωθούν κι αυτά από τη μανία των στρατιωτών . Μια παράλειψη που σημαδεύει τον Ιωσήφ με τη βαριά σκιά της ενοχής που τον καταδιώκει μέχρι το μαρτυρικό τέλος του. Ένας εφιάλτης που βασανίζει τον πατέρα και κληροδοτείται στο γιο. Και στέκεται η αφορμή να αποδυθεί αυτός σ’ ένα ταξίδι ενηλικίωσης .

Ένα μυθιστόρημα γεμάτο σκηνές σπάνιας δραματικής έντασης:

Ο Ιησούς , μικρό αγόρι που μόλις συνειδητοποίησε την ορφάνια του
σφίγγει στην αγκαλιά του το νεκρό σώμα του πατέρα του.

Η Μαρία ,η μητέρα του, σοφή και υποταγμένη- ή αλλιώς υποταγμένη από σοφία κι όχι από ηττοπάθεια- με τη στωική εγκαρτέρηση που μόνο οι γυναίκες της εποχής εκείνης ήξεραν .

Ο ποιμένας – Διάβολος με τη σαρκαστική ματιά, τις ευθύβολες ερωτήσεις και τις ανατρεπτικές παρατηρήσεις.

Ο Ιησούς, -έφηβος ,με τη στοχαστική ματιά και την ευαισθησία που τον σπρώχνει να αντιταχθεί στα θρησκευτικά ιδεώδη με τα οποία γαλουχήθηκε, σώζοντας το αρνάκι που προόριζε για τη θυσία από καθαρή συμπόνια.

« Αν σώζεται αυτό το αρνί τώρα , είναι για να σώσει κι εμένα κάποιος.» λέει στη μητέρα του.

Η συνάντηση του Ιησού με τη Μαρία τη Μαγδαληνή , μια σκηνή εκτυφλωτικής ομορφιάς.

Η απολαυστική συζήτηση της Μαρίας με τον άγγελο , με τα έντονα κωμικά στοιχεία.

Και η πιο σημαντική σκηνή του βιβλίου, η συζήτηση του Ιησού με τον πατέρα του το Θεό υπό τη σιωπηλή παρουσία του Διαβόλου – ποιμένα. Κι εκεί βλέπουμε έναν Ιησού πραγματικά αγέρωχο απέναντι στη θεϊκή εξουσία. Μα κυρίως έναν άνθρωπο πιο ώριμο και ηθικά ακέραιο απ’ το Θεό.

« Τι θ’ απογίνουν οι άνθρωποι μετά το θάνατό μου;» Ρωτάει τον πατέρα του, και ο Θεός, με μια ισοπεδωτική ειλικρίνεια που σοκάρει ,του εξιστορεί όλα όσα θα επακολουθήσουν , όλους τους μαρτυρικούς θανάτους ανθρώπων με αποκορύφωμα τις σταυροφορίες.

« Θα πεθάνουν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες και γυναίκες, η γη θα γεμίσει από κραυγές πόνου, ουρλιαχτά, βογκητά αγωνίας, ο καπνός των καμένων θα σκεπάσει τον ουρανό , το λίπος τους θα τσιτσιρίσει πάνω στις θράκες, η μυρωδιά τους θα φέρνει αναγούλα, κι όλα από φταίξιμο δικό μου.»

« Όχι από φταίξιμο δικό σου , αλλά εξαιτίας σου».

« Πατέρα, πάρε αυτό το ποτήρι από μένα»

« Απ’ το αν θα το πιεις εξαρτάται η δική μου εξουσία και η δική σου δόξα»


Δεν ξέρω αν ο Ζοζέ Σαραμάγκου έχει μελετήσει Όμηρο και τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς ή πρόκειται απλά για κείνη την συγγένεια πνεύματος που έχουν όλοι οι μεγάλοι διανοητές ανεξάρτητα απ’ την εποχή τους. Μου έκανε εντύπωση πάντως πόσο ο Ιησούς του Σαραμάγκου μοιάζει με τους τραγικούς ήρωες του αρχαίου δράματος.

Ο Ιησούς φέρει πάνω του το σημάδι της ενοχής που του άφησε ο πατέρας του με τη μορφή ενός νυχτερινού εφιάλτη. Η μάνα του προσπαθεί να τον προστατεύσει απ’ την αλήθεια , μα αυτός συνεχίζει αταλάντευτος την αναζήτηση της ταυτότητάς του . Επιλέγει να μείνει με τον Ποιμένα , για να μάθει ποιος είναι.

Ο Οιδίποδας , κληρονόμος και ο ίδιος της κατάρας του οίκου των Λαβδακιδών , που τον σέρνει αιχμάλωτο σε μια πλάνη απ’ τη γέννησή του, αναζητά την ταυτότητά του μέχρι το τέλος, παρά τα παρακάλια της μάνας του.

Απ’ αυτήν την άποψη , είναι και οι δύο
« πένθους εραστές» , καθώς οδηγούνται στη φλόγα της αλήθειας που θα τους κάψει, όπως η πεταλούδα μαγνητίζεται από ένα αναμμένο κερί.


« Αν ήμασταν τόσο ασύνετοι ή τόσο τολμηροί όσο οι νυχτοπεταλούδες και άλλα λεπιδόπτερα και ριχνόμασταν στη φωτιά όλοι μας, σύσσωμο το ανθρώπινο είδος, ίσως τότε μια τεράστια ανάφλεξη, μια τέτοια λάμψη , περνώντας απ’ τα κλειστά βλέφαρα του θεού, να τον ξυπνούσε από το ληθαργικό του ύπνο, πολύ αργά για να μας γνωρίσει , είναι η αλήθεια, ωστόσο εγκαίρως για να δει την αρχή του τίποτα, όταν θα’ χουμε πια εξαφανιστεί.»

Ο αιώνιος έφηβος Ζοζέ Σαραμάγκου καταφέρνει σ’ αυτό το μυθιστόρημα να εξαπολύσει πάνω μας τις αμφιβολίες που εξαρχής γεννήθηκαν στην καρδιά του, όταν άκουσε την ιστορία του Ιησού. Είναι σαν να’ χουμε μπροστά μας έναν έφηβο με βλέμμα γεμάτο καχυποψία να θέτει ερωτήματα αμείλικτα.

« Ας ρωτήσει ο Ιωάννης το Θεό γιατί τον έβαλε να πεθάνει έτσι , από μια τόσο ποταπή αιτία , αυτόν που ήρθε να αναγγείλει τόσο μεγάλα πράγματα».

Ο Ιησούς – μετά τη συνάντησή του με τον Βαπτιστή Ιωάννη στην έρημο- εναγώνια ψάχνει το καθήκον του.

« Το καθήκον μου , τώρα μόνο το κατανόησα, είναι να σας πω όσα ξέρω εγώ ότι ξέρει ο θεός, αν δεν με εμποδίσει ο ίδιος».

Ο γιος εναντιώνεται στον πατέρα. Ο Ιησούς επιλέγει, ως ύστατη πράξη αντίστασης απέναντι στο Θεό , να μιλήσει, να αποκαλύψει τα μυστικά που του εκμυστηρεύτηκε. Να προειδοποιήσει το
« παραπλανημένο» ανθρώπινο είδος γι’ αυτό που το περιμένει, για τον θάνατο, τη δυστυχία, τον πόνο που θα του επιφέρει η θυσία του. Καθήκον του είναι να συγκρουστεί με το Θεό..


« Μιλάς σαν να πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσα σε σένα και το θεό». Λέει ο Πέτρος.

Ο Θεός ζητά απ’ τον Ιησού να πεθάνει στο σταυρό ως γιος του. Αυτός αποφασίζει να αποποιηθεί τον θεϊκό τίτλο που μέχρι τώρα έφερε και να οικειοποιηθεί έναν άλλο: « Βασιλιάς των Ιουδαίων». Να σταυρωθεί ως ένας κοινός θνητός που είχε την αλαζονεία να συγκρουστεί με την κοσμική εξουσία του βασιλιά. Μόνο ο Ιούδας δέχεται να ικανοποιήσει το αίτημά του, να τον καταδώσει ως προδότη του βασιλιά , γι’ αυτό και ο Ιησούς τον φιλά.

« Ο γιος του Θεού θα πεθάνει στο σταυρό , για να εκπληρωθεί έτσι το θέλημα του Πατέρα του. Αν όμως στη θέση του βάζαμε έναν απλό άνθρωπο;»

Να το ύστατο σχέδιο του Ιησού. Ένα σχέδιο που καταστρώνει από αληθινή συμπόνια προς τον άνθρωπο και όσα τον περιμένουν ..

Κι εκεί που νομίζει πως τα κατάφερε , λίγο πριν ξεψυχήσει στο σταυρό , ο Θεός εμφανίζεται στον ουρανό και διαλαλεί αυτό που ο ίδιος αρνήθηκε πεισματικά.

«Ο Ιησούς πεθαίνει λίγο λίγο, η ζωή τον εγκαταλείπει, όταν ξαφνικά ανοίγει ο ουρανός πάνω απ’ το κεφάλι του , απ’ άκρη σ’ άκρη, κι εμφανίζεται ο Θεός, με το ντύσιμο που είχε στο καΐκι, και η φωνή του αντηχεί σ’ όλη τη γη καθώς λέει : «Εσύ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός, σε σένα έδωσα όλη μου την εύνοια.»
Τότε ο Ιησούς κατάλαβε πως σύρθηκε στην πλάνη όπως σέρνεται ο αμνός στη σφαγή , ότι η ζωή του χαράχτηκε για να πεθάνει έτσι από την αρχή της αρχής, και, όπως θυμήθηκε τον ποταμό αίματος και τον πόνο που θα γεννηθεί απ’ αυτόν και θα πλημμυρίσει τη γη , κραύγασε προς τον ανοιχτό ουρανό , όπου ο Θεός χαμογελούσε: Άνθρωποι , συγχωρήστε τον, γιατί δεν ξέρει τι κάνει.»


Και να ο Ιησούς του Σαραμάγκου, ένας « παραπλανημένος» άνθρωπος που χρησιμοποιήθηκε μέχρι το τέλος του για να τεθεί σε λειτουργία το σχέδιο του Θεού .

« Δεν τη θέλω αυτή τη δόξα.» λέει ο Ιησούς και ο Θεός του αποκρίνεται:
« Εγώ όμως θέλω αυτή την εξουσία.»

Κύριε Σαραμάγκου, με μαγέψατε..

δημοσιεύτηκε στο Βακχικόν

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

Μιχάλης Γκανάς

Μέχρι το Σάββατο είχα τη χειρότερη γνώμη για τις βραδιές ποίησης. Μου φαινόταν γελοίο ένας ποιητής να απαγέλλει ποιήματά του μπροστά σε κοινό. Πίστευα πως η ποίηση είναι η τέχνη της σιωπής. Πίστευα πως μόνο μόνος του κάποιος μπορούσε να την απολαύσει.

Όλα αυτά μέχρι το Σάββατο. Η Ένωση Φιλολόγων Νομού Ηρακλείου διοργάνωνε μια βραδιά ποίησης αφιερωμένη στον Μιχάλη Γκανά . Πήγα ,για να γνωρίσω από κοντά αυτόν τον άνθρωπο που αρχικά με είχε μαγέψει με τα τραγούδια του κι έπειτα με τα ποιήματά του.

Και άλλαξα γνώμη για τις βραδιές ποίησης.

Ο Μιχάλης Γκανάς , ένας ποιητής όπως εγώ θα ήθελα να είναι οι ποιητές , ανθρώπινος ,προσιτός, σεμνός. Και η φωνή του -συγκλονιστική ,βαθιά υποβλητική -έκανε τα ποιήματα ζωντανά εκεί μπροστά στα μάτια μου. Ποιήματα που αναδεύαν μέσα μου αυτήν τη γνήσια τραγική ηδονή, γιατί μόνιμο θέμα τους, είτε για τον έρωτα μιλούσαν είτε για το θάνατο είτε για την ίδια την ποίηση ,ήταν ο άνθρωπος και η τραγικότητά του..

Κύριε Γκανά, να είστε πάντα καλά ..

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

αυταπάτες

Αν μιαν ανάσα πιο κει καρτερούσ’ η ανάσα μου
Μετέωρη και μόνη
Ήταν που ξέχασα να τη γυρέψω
Ήταν που μ’ αφήσαν όλα μόνη
Όλα όσα κάποτε φύγαν απ’ το στόμα μου γυμνά
Λέξεις φτιασίδια στολισμένες χρυσοποίκιλτα
Λέξεις βαριές σαν σμιλεμένες αιώνες σε μέταλλο
Λέξεις ματαιωμένες.

Κι η ανάσα μου
Αχνά παλεύει να με φτάσει
Αγκιστρωμένη σε λόγια πτερόεντα
Ίπταται
Μετέωρη και μόνη.

Κάποτε έμπαινα στον κόπο να την ψάξω

Κάποτε

Πριν ανοιχτούν εντός μου
Σύρματα γδαρμένα απ’ τον καιρό

Οι αμφιβολίες.

Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

ένας ακόμη ρόλος

αφιερωμένο στους κάθε λογής καθοδηγητές ..

Του΄ λεγαν να σταθεί όρθιος
Με τα μάτια να κοιτούν ολόισια μπροστά
Τα χέρια σε στάση αναμονής
Το στόμα σε χαμόγελο να ανοίγεται εγκάρδιο
Περηφάνια, του λέγαν ,πρέπει να εκπέμπει το βλέμμα του
Περηφάνια
Αυτό το τόνιζαν
Με τόση επιμονή
Που καταντούσε πια γελοίο

Αυτοί ήταν ανθρωπάκια μόνιμα με τη μούρη τους στο χώμα

Κι αυτός να σέρνεται
Μια χρόνια κύφωση την πλάτη του ταλαιπωρούσε
Από τα τόσα χρόνια υποτέλειας
Από τα τόσα χρόνια τύφλας

Κι αυτοί του πιάναν τους ώμους μ' εμπάθεια
Περηφάνια
του λέγαν
περηφάνια
πώς το βλέμμα σου θα ρίξεις τ’ αψήλου
αν η πλάτη σου γέρνει στο χώμα
ορθώσου
κραυγάζαν
ορθώσου

μα τα δικά τους τα μάτια σαπίλα μύριζαν
στις κόχες τους ολόκληρα χωμένα
λες και τα χώνεψε το τίποτα
μια ολόκληρη ζωή μες στο μηδέν

και του ζητούσαν περηφάνια
λες και το νιώθαν τι σημαίνει αυτή η λέξη
γι’ αυτούς ήταν ένας ακόμη ρόλος

δεν είναι λοιπόν διόλου περίεργο
που αγανακτούσαν απ’ τη δική του αβελτηρία
που νιώθαν πως
ο στόχος αλίμονο δεν επετεύχθη
και ψάχναν εναγώνια για κάποιον άλλον
από τη δύσκολη τη θέση να τους βγάλει

κάποιον που να μπορεί το βλέμμα του
πιο εύκολα να διαχειριστεί

είπαμε

ανάγκη ήταν επιτακτική
για περηφάνια

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

άνθρωποι μονάχα

Κλειδώσαν τα στόματά τους
Με ράμματα σφιχτά
Απ’ την ανάσα των πουλιών
Που’ χαν σταθεί
Με τις φτερούγες ανοιχτές
Πάνω απ’ τα αλλόφρονα προσωπεία τους
Και τα’ κρυβαν τόσο
Που’ νιωθαν σχεδόν νηφάλιοι.

Θρέψαν τα μάτια τους
Με κέρματα βροχής
Απ’ τα ουρλιαχτά των λύκων
Που’ χαν κουρνιάσει στα ποδάρια τους
Και κρύβαν τις σκιές τους τόσο
Που’ νιωθαν σχεδόν ολόρθοι.

Κι ήτανε άνθρωποι μονάχα
Ριγμένοι στα ριζά ενός δέντρου
Σκελετωμένοι και λειψοί
Κρατώντας στα λιγνά τους δάχτυλα
Διαμάντια διάφανα
Το γέλιο του παιδιού τους
Και στη ματόβρεχτη ματιά
Τη θύμηση του έρωτα
Των δεκαοχτώ τους χρόνων.

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

πένθους εραστής

Προσέχοντας από πολύ κοντά τον τραγικό ήρωα, έχεις την αίσθηση ότι αντιστέκεται , αρνείται να παραιτηθεί – όχι ασφαλώς από την σπουδαία πράξη για την οποία είναι προορισμένος – αρνείται να παραιτηθεί από το άλγος : είναι ένας εραστής του πένθους. Αντιλαμβάνεται ότι το πένθος του έχει αρχίσει προτού συμβούν τα άδικα, τα μοιραία γεγονότα , όλα εκείνα που χρίουν τον τραγικό ήρωα ως όργανο και ταυτόχρονα θύμα μιας αποκατάστασης των πραγμάτων . Αισθάνεσαι ότι , παράλληλα με το αδιάλλακτο κίνητρο μιας έγκυρης ηθικής τάξης που νομιμοποιεί τις άκαμπτες αποφάσεις του , λειτουργεί και μια εξίσου άκαμπτη , όσο και παράδοξη , εμμονή του προς ένα πένθος. Ωσάν ο πένθος να είναι ο απαράβατος όρος της πραγματικότητάς του ως συγκεκριμένου , δηλαδή ως μοναδικού και μοναχικού ανθρώπου.
Αυτός , υποστηρίζω , είναι και ο καίριος ορισμός εν γένει του τραγικού ήρωα: να είναι το απόλυτα κεχωρισμένο , αδιαπέραστα περιχαρακωμένο ατομικό όν, το οποίο μέχρι το τέλος θα υπερασπίζεται ανυποχώρητα το άβατο της ατομικής συνείδησης – για να αφανιστεί μαζί μ’ αυτήν.

Η γέννηση της ατομικής συνείδησης εγέννησε τον θάνατο. Ο θάνατος γέννησε την συγκίνηση. Η συγκίνηση γέννησε την τέχνη. Και η τραγωδία , ως τέχνη νόστου, μας επαναφέρει στην πρωταρχική , στην πιο καθαρόαιμη μορφή της συγκίνησης , που είναι το πένθος. Μνημονεύει κάθε φορά την έκτοτε αμετάκλητη δραματική προφητεία : ό,τι θα συγκλονίζει τον άνθρωπο θα είναι πόνος. Και ό,τι ανασκάπτει τον πόνο, θα είναι ηδονικό. Ας είναι αυτός ένας από τους ορισμούς της τραγωδιακής αμφιθυμίας , που είναι γνωστή ως τραγική ηδονή.

Γιώργος Χειμωνάς

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

πένθους εραστής ΙΙ

Ο άνθρωπος που άνεμοι τον βάραιναν
Κομματιασμένους άκουγε τους ήχους
Κι ήταν η αγωνία του
Έστω κι ένας
Ακέραιος εντός του ν’ αντηχήσει.

Ήταν φορές που εκλιπαρούσε
Το βλέμμα των άλλων
Μολύβι πύρινο τις σάρκες του να γράψει
Ριχνόταν με μανίας βλέμμα στις κραυγές τους
Τρυγητής σε βυθούς κοραλλένιους
Θαρρούσε πως ήταν.


Και μοναχά στο τέλος της μέρας, σαν έψαχνε έστω κι ένα ρήμα να χωρέσει ολάνθιστο στη μνήμη του, κι αντίκριζε μια λίμνη ξεραμένη και σκιαγμένα πουλιά στο βυθό της,μονάχα τότε σώπαινε πικραμένος. Κι έπιανε ξανά τον Όμηρο κι άκουγε τότε στα λόγια του ήχους ακέραιους, λες φερμένους απ’ αλλού.Μα το’ νιωθε πως ήτανε μονάχα ψίθυροι που’ ρχόντουσαν από μέσα του.Τον ήχο τον ακέραιο που’ ψαχνε απ’ έξω ποτέ δε βρήκε. Ούτε την περιλάλητη γαλήνη που τόσο πόθησε .


Και λούφαζε στο χάρτινο βασίλειο
Και γίνανε τα λόγια των τριγύρω του θηλιά
Κι οι άνεμοι του πλέξανε στεφάνι αδιαπέραστο
Στων άλλων τη βοή
Στων άλλων την ολότελα άγνωστη
Μα τόσο αγαπημένη –αλήθεια- γλώσσα.

θέλει ζόρι ο χορός

«Αυτός που σ’ άγγιξε στο μέτωπο
Και κούνησε το δείχτη
Με ήχο συριγμού
Τινάζοντας τη γλώσσα
Ένα άγαλμα ήταν
Λιωμένο κύμα στις άκρες του νου σου.

Μην τον κοιτάς.

Αυτός που ακούμπησε τους ώμους σου
Μ΄ απανεμιά στη φωνή
Και σε χάιδεψε με πύρινα μάτια
Και σε φίλησε μ’ εικόνες ρωγμής
Δεν ήταν παρά μια σιωπηρή κουτοπόνηρη λέξη
Σφηνωμένη στο χείλος της σκέψης.

Μην την προφέρεις.

Ξέρεις καλά.
Κανείς δε θα’ ρθει να τη σβήσει
Όταν οι λάσπες του κενού θα σε κυκλώσουν
Και στα περίφοβα μάτια σου
Θα φλέγουνται οι καημοί μιας νιότης σπαταλημένης.»

Θέλει ζόρι ο χορός.

Κι αν πέρασε από δίπλα σου και σου’ τεινε το χέρι
Πλουμίσματα γεμάτο
Νερά κοχλάζοντα
Ορμητικούς χυμούς
Κανείς δε σου’ πε
Να φοβάσαι.

Έστεκες όμως παράμερα
Αποσβολωμένος
Κι ο χορός σε προσπερνούσε
Με ακκίσματα
Φιλήδονες φιγούρες
και γητειές.

Θέλει ζόρι ο χορός.
Μα σένα σ’ έπλασαν μ’ αέρα.

Το χέρι που σου’ τεινε
Δεν άγγιξες
Φοβόσουν μην καείς.
Βολέψου λοιπόν
Στη μιζέρια σου
Λούφαξε στη γωνιά σου.

Για σένα
Ο χορός δεν ήτανε..