Αναρτήσεις

πένθους εραστής ΙΙ

Ο άνθρωπος που άνεμοι τον βάραιναν Κομματιασμένους άκουγε τους ήχους Κι ήταν η αγωνία του Έστω κι ένας Ακέραιος εντός του ν’ αντηχήσει. Ήταν φορές που εκλιπαρούσε Το βλέμμα των άλλων Μολύβι πύρινο τις σάρκες του να γράψει Ριχνόταν με μανίας βλέμμα στις κραυγές τους Τρυγητής σε βυθούς κοραλλένιους Θαρρούσε πως ήταν. Και μοναχά στο τέλος της μέρας, σαν έψαχνε έστω κι ένα ρήμα να χωρέσει ολάνθιστο στη μνήμη του, κι αντίκριζε μια λίμνη ξεραμένη και σκιαγμένα πουλιά στο βυθό της,μονάχα τότε σώπαινε πικραμένος. Κι έπιανε ξανά τον Όμηρο κι άκουγε τότε στα λόγια του ήχους ακέραιους, λες φερμένους απ’ αλλού.Μα το’ νιωθε πως ήτανε μονάχα ψίθυροι που’ ρχόντουσαν από μέσα του.Τον ήχο τον ακέραιο που’ ψαχνε απ’ έξω ποτέ δε βρήκε. Ούτε την περιλάλητη γαλήνη που τόσο πόθησε . Και λούφαζε στο χάρτινο βασίλειο Και γίνανε τα λόγια των τριγύρω του θηλιά Κι οι άνεμοι του πλέξανε στεφάνι αδιαπέραστο Στων άλλων τη βοή Στων άλλων την ολότελα άγνωστη Μα τόσο αγαπημένη –αλήθεια- γλώσσα.

θέλει ζόρι ο χορός

«Αυτός που σ’ άγγιξε στο μέτωπο Και κούνησε το δείχτη Με ήχο συριγμού Τινάζοντας τη γλώσσα Ένα άγαλμα ήταν Λιωμένο κύμα στις άκρες του νου σου. Μην τον κοιτάς. Αυτός που ακούμπησε τους ώμους σου Μ΄ απανεμιά στη φωνή Και σε χάιδεψε με πύρινα μάτια Και σε φίλησε μ’ εικόνες ρωγμής Δεν ήταν παρά μια σιωπηρή κουτοπόνηρη λέξη Σφηνωμένη στο χείλος της σκέψης. Μην την προφέρεις. Ξέρεις καλά. Κανείς δε θα’ ρθει να τη σβήσει Όταν οι λάσπες του κενού θα σε κυκλώσουν Και στα περίφοβα μάτια σου Θα φλέγουνται οι καημοί μιας νιότης σπαταλημένης.» Θέλει ζόρι ο χορός. Κι αν πέρασε από δίπλα σου και σου’ τεινε το χέρι Πλουμίσματα γεμάτο Νερά κοχλάζοντα Ορμητικούς χυμούς Κανείς δε σου’ πε Να φοβάσαι. Έστεκες όμως παράμερα Αποσβολωμένος Κι ο χορός σε προσπερνούσε Με ακκίσματα Φιλήδονες φιγούρες και γητειές. Θέλει ζόρι ο χορός. Μα σένα σ’ έπλασαν μ’ αέρα. Το χέρι που σου’ τεινε Δεν άγγιξες Φοβόσουν μην καείς. Βολέψου λοιπόν Στη μιζέρια σου Λούφαξε στη γωνιά σου. Για σένα Ο χορός δεν...

της μνήμης γαϊτανάκι

Ανάσαινα Μες στο κατάμεστο αμφιθέατρο Με τα μάτια ανάστροφα στις κόχες τους. Έτσι θα νιώθουν οι τυφλοί Σκεφτόμουν Και Κοιτούσα ολόγυρα με ασθματική σιωπή. Θέλω μ’ αυτό να πω Πως η σιωπή μου έφευγε απ’ τα ολάσπρα μάτια μου και χύνονταν ανάερα στων άλλων τη βοή τρυπούσε την οχληρή τους ανεμελιά ίσια κατάβαθα στη ρίζα της. Μα τι να πω που να μη μοιάζει κάλπικο και τι να δώσω που να μη μοιάζει αντάλλαγμα φριχτό για μιας στιγμής το χάρισμα που μου’ δωσαν να μη θωρώ. Μονάχα κείνο το μουτράκι που μου γελούσε πίσω απ’ τα μάτια της χαράς να’ χα για λίγο μπρος μου να του αποθέσω βελούδινα τη ματιά μου να την αγγίξει μαγικά άστρα φωτιάς ν’ ανάψουν και να γενεί χορός η σκέψη μου σ’ ένα ολάνθιστο της μνήμης γαϊτανάκι.

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ

ΤΡΩΕΣ Είν’ οι προσπάθειές μας, των συφοριασμένων` είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων. Κομμάτι κατορθώνουμε` κομμάτι παίρνουμ’ επάνω μας` κι αρχίζουμε να’ χουμε θάρρος και καλές ελπίδες. Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά. Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.- Είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων. Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά, κι έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε. Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει, η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται` ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει` κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή. Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω, στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος. Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα. Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε. Κ. Π. Καβάφης Πόσες φορές δε σιγοψιθύρισα μέσα μου τους τελευταίους στίχους.. «πικρά για μας…» Ο Καβάφης είναι μεγάλος, για μένα ο πιο μεγάλος ποιητής που γέννησε η Ελλάδα. Και τον γέννησε η Ελλάδα . Έσκυψε στην ιστο...

παιδί μου

κάρφωσα τις λέξεις μου στο θυμό σου να’ ρθεις να τις λυγίσεις μία μία δίχως ψίχα να τις αφήσεις όταν γυμνές από λυγμό και έγνοια θα αιωρούνται μες στην αίθουσα κι εγώ θα σε κοιτώ παιδί μου με μάτια σκοτεινά γεμάτα φόβο το φόβο πως σε μοίρανα με σάλιο απ’ τη χολή μου προτού σε φέρω σ’ αυτόν τον κόσμο αθώο και γυμνό παιδί μου το φόβο πως σου κάρφωσα στα μάτια το λυγμό μου την πρώτη κείνη τη στιγμή που στύλωσα επάνω σου περιδεές το βλέμμα την πρώτη κείνη τη στιγμή που τα ορφανά μου χέρια απλώθηκαν στο άσπιλο και τρυφερό κορμί σου να τ’ αγκαλιάσουν.. μα είμαι άνθρωπος παιδί μου και σέρνομαι στης γης την κυρτωμένη πλάτη δίχως μάτια να δω την πληγή μου δίχως αφής το χάρισμα ν’ αγγίξω τη ματιά σου και πώς να σου το δείξω πως σ’ όσες τροχιές κινδύνου κι αν ακροβατήσεις όσο κι αν βίαια στεριώσεις τα πόδια στο χαμό πάλι στη γη θα πέσεις άνθρωπος κι εσύ άχθος αρούρης..

ο φύλακας στη σίκαλη

«…Κατέβηκα από άλλη σκάλα κι είδα κι άλλο « γ…» στον τοίχο. Προσπάθησα να το σβήσω με το χέρι μου , αλλά ετούτο ήτανε χαραγμένο με σουγιαδάκι ή κάτι τέτοιο. Δεν έβγαινε. Έτσι κι αλλιώς, τι νόημα είχε. Κι εκατό εκατομμύρια χρόνια να σου δίνανε, πάλι δε θα’ σβηνες ούτε τα μισά « γ…» στον κόσμο. Είναι αδύνατο. » ο φύλακας στη σίκαλη, J. D. Salinger(μετάφραση Τζένη Μαστοράκη)

στους μαθητές μου

Ο μικρός Τζουνέτ έκθαμβος στέκει Μπρος στου Απόλλωνα τα πικροφόρα ακόντια Που δέσαν τους Αργίτες Στο άρμα του χαμού. Ξωπίσω του κεφάλια παιδικά Θάλασσες από μάτια Ψυχές ορθάνοιχτες Στου Ομήρου τη στρυφνή μαγεία. Τα μάτια τους Φωλιές για χελιδόνια που ερημώσαν. Κρόταλα ηχηρά Τα σκιάζουνε ολούθε Κι αυτά αλλόφρονα πετάν Με μάτια σκοτεινά Και φτερακίσματα λυγμού. Εγώ στέκω αντίκρυ τους Και κάνω τη φωνή και τη ματιά μου Φλογέρα λιγυρή Τα σκιαγμένα πουλιά να μαγέψει Να προσπεράσουν τις σειρήνες του χαμού Αγέρωχα να’ ρθουν και να κουρνιάσουν Στις φωλιές τους. Ο μικρός Τζουνέτ με κοιτά. Τα χελιδόνια μες στα μάτια του Μαγνήτες Έλκουν ευχάριστα την κουρασμένη μου ψυχή Λίγη απ’ τη λάμψη τους Της δίνουν.