Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

θεέ

Θεέ,
έλα και πάρε από πάνω μου τούτο το καρφί
είμαι μικρή πολύ για να το σηκώσω
Αν  θέλεις πάλι να γελάσεις με τη γύμνια μου
μάθε πως το χατίρι δε σου το κάνω
να με δεις να κλαίω σα χαζό κουτάβι

Βρήκα μπογιά που δεν ξεβάφει με τα δάκρυα

μ’ αυτήν το μούτρο μου άλειψα
και σε προσμένω

Μάθε πως  τώρα κατάλαβα
τι σημαίνει
να ‘ ρχεται κατά πάνω σου η Μοίρα
κι εσύ να στέκεσαι αγριεμένος απ’ τα μέσα σου νερά
και να τινάσσεις θύελλες απ’ τα μάτια

Μάθε πως έβγαλα απ’ το μηρό μου άλλο παιδί
με γέλιο το τύλιξα μετάξι
με πίκρα ανθρώπου με έγνοια το μοίρανα
και το κρατώ στην αγκάλη του βλέμματος                                                                            
το κανακεύω με ψέμα

Κι ολόρθη μπροστά σου θα με δεις
σαν έρθεις πάλι να γελάσεις με την τύφλα μου

« Ναι είμαι εγώ
Κι έμαθα να κοιτώ τη θάλασσα
Και να μην πονώ πια απ’ την
Αβάσταχτη ομορφιά της»



δημοσιεύτηκε στη bibliotheque

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Φερνάντο Πεσσόα, ένας έντιμος αναχωρητής.

        
Από μικρή είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τις λέξεις. Υπήρχαν στιγμές που με μάγευαν, υπήρχαν κι άλλες που δεν έβλεπα τίποτα πίσω τους. Το έβρισκα δύσκολο να συγκεντρωθώ στα λόγια των δασκάλων μου ή στο άχαρο κείμενο ενός σχολικού εγχειριδίου, μα υπήρχαν βιβλία, που σκάβοντας μέσα τους ένιωθα την οικεία ηδονή,  που τότε δεν ήξερα όνομα να της δώσω μα μ’ έκανε να βλέπω τις βιβλιοθήκες σαν ένα θαύμα.
Αυτήν την ιερή περιέργεια την έχω ακόμη. Μα όσο περνούν τα χρόνια ,τόσο πιο δύσκολα αφήνω τον εαυτό μου να ξεγελαστεί από τα λόγια των άλλων.
Με τα ποιήματα του Φερνάντο Πεσσόα ωστόσο συμβαίνει κάτι παράξενο. Με παίρνει μαζί του και με ταξιδεύει σ’ αυτό που εγώ νιώθω, σ’ αυτό που εγώ είμαι. Είναι η ποίησή του μια σπαραχτική εξομολόγηση ενός ανθρώπου που έσκαψε μέσα του βαθιά και είχε την εντιμότητα να μην κλείσει τα μάτια σ’ αυτό που είδε.
« Τουλάχιστον αφιερώνω στον εαυτό μου περιφρόνηση χωρίς δάκρυα,
Ευγενική τουλάχιστον στη μεγάλη μου κίνηση με την οποία βγάζω
Τα βρόμικα ρούχα μου που είμαι εγώ,
Χωρίς βιασύνη στη ροή των πραγμάτων,
Και μένω στο σπίτι χωρίς πουκάμισο.»

« Πέταξα τη μάσκα και κοιμήθηκα στην γκαρνταρόμπα
Σαν σκυλί που του το επέτρεψαν
Γιατί ήταν ακίνδυνο.
Και θα γράψω αυτή την ιστορία για ν’ αποδείξω
Πως υπέροχος είμαι.»

Βυθίζομαι  στον στίχο του ποιητή 
 “ καημένη ανθρώπινη ψυχή με όαση μονάχα στην έρημο του άλλου»
και  βρίσκω παρηγοριά στην σκέψη πως υπήρξε ένας άνθρωπος που είδε την έρημο της ψυχής του , κοίταξε μέσα της και προσπάθησε να την χαρτογραφήσει μέσα από τους στίχους του, μέσα απ’ αυτές τις λέξεις που φεύγαν από μέσα του το 1930 στην Πορτογαλία και το 2013 στην Ελλάδα προκαλούν δάκρυα λυτρωτικά σε μια γυναίκα που αισθάνεται ευγνωμοσύνη. Γιατί;  Γιατί δεν είναι μόνη της. Γιατί αυτά που τη βασανίζουν τα είδε και τα ένιωσε ο Φερνάντο Πεσσόα και τόσο όμορφα τα έκανε ποίηση.

« Μεγάλες είναι οι έρημοι και οι ψυχές έρημες και μεγάλες,
Έρημες γιατί απ’ αυτές τίποτα δεν περνά μόνο αυτές οι ίδιες,
Μεγάλες γιατί από’ κει βλέπεις τα πάντα, και όλα πέθαναν.»
               
                Μα γιατί αισθάνεσαι λύτρωση όταν διαβάζεις κάτι τόσο απαισιόδοξο; Μηδενιστικό θα το΄  λεγαν άλλοι και θα σου’ λεγαν να ψάξεις αλλού παρηγοριά ,γιατί για θάνατο να μιλάς συνεχώς μυρίζει μιζέρια.
«πεισιθανάτια εμμονή θα την πουν οι προφέσορες της ποίησης»
Και τότε θυμάμαι τα λόγια του Γιώργου Χειμωνά:
« Ό,τι θα συγκλονίζει τον άνθρωπο θα είναι πόνος. Και ό,τι θα ανασκάπτει τον πόνο θα είναι  ηδονικό. Ας είναι αυτός ένας απ’ τους ορισμούς της τραγωδιακής αμφιθυμίας που είναι γνωστή ως τραγική ηδονή ».
                Να γιατί τα ποιήματα του Πεσσόα με συγκινούν εξίσου με τους Τρώες και την Απιστία του Καβάφη ή τις Βάκχες του Ευριπίδη.
Γιατί σκάβουν βαθιά στην ανθρώπινη φύση και πενθούν για το ον αυτό που είναι ο άνθρωπος. Πενθούν όμως χωρίς να κλαψουρίζουν. Με τον τρόπο το σοφό των λαϊκών θρήνων που έβλεπαν κατάματα τη μοίρα των θνητών και τη μαχαίρωναν με τα λόγια λεβέντικα.
« Η πραγματικότητα σαν ηλιοτρόπιο με κοιτάζει
Με το κεφάλι της γερτό.»
«Στο χώμα κάθισε και παραιτήσου:
Γίνε  του εαυτού σου βασιλιάς».

                Θα πουν οι προφέσορες της ποίησης: μηδενιστικοί αφορισμοί, ηττοπάθεια, μοιρολατρία. Όχι, θα πω εγώ. Υγιής απαισιοδοξία .
 Όποιος μελέτησε τα κείμενα των τριών τραγικών, αλλά και τα ομηρικά έπη δεν μπορεί να μη δει το προφανές. Το ψέμα δεν μπορεί να σου δώσει λύτρωση, ούτε παρηγοριά. Κι αν επιζητείς με κάθε τρόπο να έρθεις όσο γίνεται πιο κοντά στην αλήθεια σου, τουλάχιστον να ‘ χεις το θάρρος να το παραδεχτείς.

« Είμαι θνητός και ο φόβος του θανάτου είναι η φυλακή μου. Όσο πιο πολύ επαίρομαι για την παντοδυναμία μου τόσο πιο κοντά στη γελοιότητα φτάνω, προκαλώντας την πτώση μου.»
Οι αρχαίοι αυτήν τη γενναιότητα την είχαν . Στάθηκαν αντρίκεια απέναντι στην αδυναμία τους και την ύμνησαν και την τραγούδησαν. Διαλάλησαν σε όλους τους τόνους ότι η ύβρις του ανθρώπου , η μανία του αυτή να ξεχνά πως είναι θνητός και να τα βάζει με τη μοίρα ,του δόθηκε ως προίκα από τους ίδιους τους θεούς. Κανείς δεν ξεφεύγει έτσι εύκολα.
Αυτό βλέπει και ο Πεσσόα όταν γράφει:
« Απέτυχα σε όλα. Καθόλου δε με νοιάζει.
Αλλά γιατί να κλάψω αυτήν εδώ την ώρα,
Όταν η αποτυχία κοινή για όλους είναι;»

«Ολομόναχος αφέθηκα στη ζωή
Απ’ τους θεούς που το επιτάσσουν.
Μάταιο είναι να τους πολεμώ.
Χωρίς αντίρρηση δέχομαι ό,τι   μου έχουν δώσει
Όπως το στάχυ που υποκλίνεται στον άνεμο
Κι ορθώνεται όταν παύει να φυσάει.»

                Ίσως γι’ αυτό μιλάει μέσα μου ο Πεσσόα. Επειδή μου λέει αλήθειες. Δεν προσπαθεί με ωραίες υποσχέσεις να με αποκοιμίσει.
                Στους Τρώες του Καβάφη είδα την τραγική μοίρα του ανθρώπου. Την ίδια αυτή είδα και στα λόγια του Πεσσόα:

« Βλέπω στον εαυτό μου έναν ουρανό ολόκληρο
Έναν απέραντο και κούφιο ουρανό.»


 πρώτη δημοσίευση στο bibliotheque.gr





Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

και επιτέλους
σκασμός οι ρήτορες
πολύ μιλήσανε..

βλέπεις ήταν μακριά αυτή η οθόνη,μονάχα ο ήχος της έφτανε στα κουρασμένα μου αυτιά
κι ήταν καρφωμένος πάνω της ο γιος μου κι έβλεπε και πάλι τις σκηνές του χαμού
ξανά και ξανά και γω παρακαλούσα να μη με ρωτήσει πάλι ,γιατί τι να του πω που δεν ξέρω και γω την τύφλα μου.. όποια βεβαιότητα είχα έγινε σκόνη, σκατά στα μούτρα τους μονάχα αυτό μού' ρχεται να πω και τι μου φταίει το παιδί να το κακοκαρδίζω από τώρα..

δεν είναι κουβέντα αυτή να βγει από το στόμα μιας μάνας και επιπλέον και γραμματιζούμενης ..άκου σκατά στα μούτρα τους..κι αν με ρωτήσει "σκατά στα μούτρα τίνος μαμά;" εγώ τι να του πω;

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Κ.Π.Καβάφης

Το ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως με είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ την σοβαρότητα.
                Ας εξηγηθώ καλλίτερα. Με αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης΄ δηλ. ½ ώρα , ή μια ώρα, ή δυο ή τρεις ώρες σοβαρότητα την ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα  σοβαρότητα.
                Άλλως με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια , το χαμπαγκάρισμα.
                Αλλά δεν κάνει.
Δυσκολεύει τες δουλειές.
                Διότι ως επί το πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα , σέρια ζωωδώς΄ πού να αστειευθούν΄ αφού δεν καταλαμβάνουν. Τα σέρια τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός .Όλα τα πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για την αγραμματοσύνη τους και για την κουταμάρα τους , γι’ αυτό σαν βόδια και σαν πρόβατα ( τα ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες ) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης.
                Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται , τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπόψην σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν.
                Γι’ αυτό κι εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως με διευκολύνει τες υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.
                                                                                       26-10-1908


                 Κ.Π.Καβάφης

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Η ζωή μου, Άντον Τσέχωφ

                                                                         

  Ή αλλιώς πώς η ειλικρίνεια ,η αθωότητα, η δίψα για καθάρια ελευθερία συκοφαντείται  και μεταφράζεται σε παραφροσύνη και ανοησία από μια κοινωνία βυθισμένη στη σοβαροφάνεια, τη δεισιδαιμονία και την υποκρισία.

Ο Τσέχωφ μας μεταφέρει σε μια μικρή ρωσική κωμόπολη με σπίτια ομοιόμορφα σχεδιασμένα από έναν αρχιτέκτονα χωρίς στάλα φαντασίας, τον πατέρα του κεντρικού ήρωα. Ο Μισαήλ εξομολογείται τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Ένας ευγενής που αποφασίζει ότι το «κοστούμι» που του ράψανε είναι ασφυκτικά στενό, το σκίζει και κυκλοφορεί «γυμνός». Και αυτή η γύμνια του τρομάζει τους γύρω του. Τολμάει  να βγάλει τη γλώσσα σ’ ένα περιβάλλον σφικτά δεμένο σε δεσμά υποκρισίας. Αποφασίζει να αφοσιωθεί στο επάγγελμά του ελαιοχρωματιστή και να αρνηθεί κάθε σχέση με το δημόσιο. Αυτό κάνει τον πατέρα του έξαλλο. Ο Μισαήλ στεναχωριέται ειλικρινά που η σχέση με τον τύραννο πατέρα του κλονίζεται. Θλίβεται για τα συναισθήματα αγωνίας και απογοήτευσης που βλέπει στα μάτια της αδελφής του, μα δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Δεν τον αφήνει η συνείδηση του. Προτιμάει να πεινάσει παρά να ζει βουτηγμένος στο ψέμα.

«Είναι τρομερό Μισαήλ. Για χάρη της μητέρας μας, σε ικετεύω: συμμορφώσου»
Εδώ το «συμμορφώσου» σημαίνει ένα πράγμα: «Προσπάθησε να ακολουθείς  τους  κανόνες  της τάξης σου, μην κολυμπάς ενάντια στο ρεύμα»

Και η απάντηση του Μισαήλ:
«Αγαπημένη μου αδερφή πώς μπορώ να συμμορφωθώ, όταν είμαι πεπεισμένος ότι ενεργώ σύμφωνα με την συνείδησή μου;»

Έπειτα συναντά τον έρωτα στο πρόσωπο της Μάσα. Την ακολουθεί στην ύπαιθρο σε μια προσπάθεια να αφοσιωθούν στην αγροτική ζωή. Πολύ νωρίς η Μάσα εγκαταλείπει την προσπάθεια και μαζί και τον Μισαήλ. Επιστρέφει στη  χλιδή και την ασφάλεια της τάξης της και στα χρήματα του πατέρα της, αφήνοντας τον Μισαήλ με την απογοήτευση και την καχυποψία  τώρα πια ριζωμένη στο βλέμμα του.
Δίπλα του η αδερφή του η Κλεοπάτρα,  την οποία αλλάζει ολοκληρωτικά ο έρωτας για τον γιατρό Μπλαγκόβο έναν άντρα παντρεμένο με τρία παιδιά. Μένει έγκυος, δέχεται την αποπομπή  από τον πατέρα της, την κοινωνική κατακραυγή, μα αισθάνεται για πρώτη φορά ευτυχισμένη και αφήνεται να πεθάνει νιώθοντας επιτέλους ζωντανή.
Ο Μισαήλ βλέπει τα πάντα τώρα καθαρά. Βλέπει την υποκρισία της τάξης του και δεν επιστρέφει ποτέ εκεί. Το τέλος του διηγήματος τον βρίσκει να ζει ως ελαιοχρωματιστής με τη μικρή ανιψιά  του μακριά από όλους και να βαδίζει στο δρόμο που η συνείδηση του του όρισε ως αληθινό.

Ο Τσέχωφ σκιαγραφεί τρεις κατηγορίες ανθρώπων.

Ο γιατρός Μπλαγκόβο και η Μάσα είναι εραστές της ελευθερίας στα λόγια μόνο. Εκφράζουν αιρετικές σκέψεις, ο φόβος να τις εφαρμόσουν όμως τους οδηγεί να υιοθετήσουν ως στάση ζωής την υποκρισία. Η ανάγκη τους για την επιδοκιμασία των άλλων αλλά και ο πόθος τους να απολαύσουν την ζωή μακριά από κάθε είδους ματαίωση τους οδηγεί σε μια μόνιμη σχιζοφρένεια.
Η Ανιούτα Μπλαγκόβο, κρυφά ερωτευμένη με τον Μισαήλ και η Κλεοπάτρα η αδερφή του είναι δυο γυναίκες με γνήσιο συναίσθημα. Την τελευταία την απελευθερώνει ο έρωτας μα και την οδηγεί στην περιθωριοποίηση και  τον θάνατο. Η άλλη δεν τα καταφέρνει. Ζει μέχρι το τέλος μόνη, γιατί δεν τολμά να πάει ενάντια στις συμβάσεις της τάξεις της.
Ο Μισαήλ είναι ο γνήσιος άνθρωπος, ο συνεπής στον λόγο του. Ό,τι πιστεύει το κάνει πράξη ζωής με την ειλικρίνεια και αμεσότητα των μικρών παιδιών. Δεν έχασε τη ματιά του. Η μικρόψυχη κοινωνία δεν αντέχει την αδήριτη ειλικρίνειά του. Συκοφαντείται, περιθωριοποιείται, ζει «παρείσακτος», πεινάει, μα σε πλήρη ειρήνη με τον εαυτό του.
 Ο πατέρας του και όλοι οι άλλοι ζουν έγκλειστοι σε ένα πλατωνικού τύπου σπήλαιο. Η δεισιδαιμονία τους έχει ποτίσει την ψυχή και το μυαλό τους είναι νεκρό, δε ζουν.

Με πικρό χαμόγελο παραθέτω το κατηγορώ του Τσέχωφ ενάντια στη μικροαστική ηθική.

«Τα φανταζόμουν όλα αυτά και αμέσως ήρθαν στο μυαλό μου άνθρωποι, άνθρωποι που ήξερα, που τους σκότωναν σιγά σιγά οι συγγενείς τους και τα πιο κοντινά τους πρόσωπα. Θυμήθηκα τα βασανισμένα σκυλιά που είχαν τρελαθεί, τα σπουργίτια που τα μαδούσαν ζωντανά τα παιδιά και τα πετούσαν στο νερό και όλες αυτές τις βασανισμένες, πονεμένες ζωές που έβλεπα συνεχώς από μικρό παιδί σε αυτή τη πόλη. Και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ζούσαν αυτοί οι εξήντα πέντε χιλιάδες άνθρωποι, γιατί διάβαζαν το ευαγγέλιο, γιατί προσεύχονταν, γιατί διάβαζαν βιβλία και περιοδικά. Τι καλό τους είχαν κάνει όλα όσα είχαν ειπωθεί και γραφτεί ως τώρα, αν εξακολουθούσαν να διακατέχονται απ ΄ το ίδιο πνευματικό σκοτάδι και μίσος για την ελευθερία, σαν να ζούσαν εκατό ή τριακόσια χρόνια πριν;  Ένας εργολάβος περνάει όλη του τη ζωή χτίζοντας σπίτια στη πόλη και πάντα, μέχρι να πεθάνει, λέει «γκαρελί» αντί «γκαλερί». Αυτοί λοιπόν οι εξήντα πέντε χιλιάδες άνθρωποι διαβάζουν και ακούνε για την αλήθεια, για τη δικαιοσύνη, για το έλεος, για την ελευθερία, γενιές ολόκληρες, κι όμως απ ΄ το πρωί ως το βράδυ, μέχρι να πεθάνουν, λένε ψέματα, βασανίζουν ο ένας τον άλλον και φοβούνται και μισούν την ελευθερία σαν θανάσιμο εχθρό».

«Δεν υπάρχει ούτε ένας έντιμος άνθρωπος σ ΄ ολόκληρη την πόλη! Αυτά τα σπίτια που φτιάχνετε είναι καταραμένες φωλιές όπου καταστρέφονται μητέρες και κόρες , όπου βασανίζονται παιδιά… Καημένη μου μητέρα! Καημένη μου αδερφή! Πρέπει να αποβλακώνεσαι με βότκα, με χαρτοπαιξία, με σκάνδαλα, πρέπει να έχεις γίνει παλιάνθρωπος, υποκριτής ή να συνεχίσεις να ζωγραφίζεις σχέδια για χρόνια ολόκληρα, για να μην προσέχεις όλα τα φρικτά πράγματα που κρύβονται μέσα σε αυτά τα σπίτια. Η πόλη μας υπάρχει εκατοντάδες χρόνια, κι όλο αυτόν τον καιρό δεν έβγαλε έναν άνθρωπο χρήσιμο στην πατρίδα μας-ούτε έναν. Έχετε πνίξει καθετί ζωντανό και φωτεινό προτού ακόμα γεννηθεί.»

Γιατί θεωρώ επίκαιρο έναν τέτοιο λόγο σήμερα; Μα γιατί στοχεύει ολόισια στην ανθρώπινη ουσία μας και μας φωνάζει με γλώσσες χίλιες αυτό που με την άλωση της μηχανής κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε. Ότι ο άνθρωπος ορίζεται από τις πράξεις του και μόνος δρόμος για την  αξιοπρέπεια που του πρέπει είναι η ειλικρινής και καθαρή ματιά στα πράγματα, όπως και η τόλμη να κάνει στάση ζωής αυτό που η συνείδησή του υπαγορεύει.     
      

πρώτη δημοσίευση στο Βακχικόν       

        

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

άτιτλο



Λάσπη με κυκλώνει
ανάχωμα θλιβερό τα λόγια των άλλων
κι εγώ
που όσο κανείς νοστάλγησα
μονάχα ν’ αποκοιμηθώ στο πούπουλο ενός κύκνου
αφημένου αδιάφορα στη θάλασσα
κι εγώ
που όσο κανείς αφάνισα το βλέμμα του αητού
που στόχευε ολοένα στην άκρια των χειλιών μου
χείλη ασάλευτα
εγώ ποτέ δεν ήμουν τίποτα
παρά ένα κέρμα αφημένο στην τύχη
να στριφογυρνά αέναα.
Αν σταθείτε τυχεροί
Αν εγώ σταθώ τυχερός
Μπορεί να συλλάβετε τη στιγμιαία λάμψη μου
έτσι ως στριφογυρνώ άοκνα εμπρός στα μάτια σας.
Και τότε ίσως θελήσετε ν’ ανοίξετε την πόρτα.
Μονάχα μια χαραμάδα ζήτησα
Να περάσουν μέσα τα λιγνά κορμιά των στίχων μου.

άτιτλο


Όσο και να πάσχισα τον εαυτό μου να ντυθώ
Πάντα ήμουν ένας άλλος
Ένας παλιάτσος ντυμένος μ’ άλικο καπνό
Που στριφογύρναγε τα μάτια του με πυρετό
Κάθε που του ζητούσαν να μιλήσει.
Τα λόγια φεύγαν απ’ το στόμα μου κι ορφάνευα
Κι έβλεπα απέναντι το είδωλο της άθλιας όψης μου
Να ανοιγοκλείνει το στόμα του
Και να ξερνάει τα λόγια μου.

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

απολογία

Όλη μου τη ζωή το ίδιο ποίημα έγραφα
Με άλλα κάθε φορά λόγια.        
Όλη μου η ζωή μια άηχη κραυγή
Σφηνωμένη στη νοτισμένη ματιά του αδέσποτου παιδιού
Που ξεψυχά μπροστά στα μάτια μου.

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

μάτια παιδιού που έμαθε νωρίς

κάψτε το βλέμμα σας
κρύψτε τα χέρια στις τσέπες
μην τα κοιτώ και σκέφτομαι
το αίμα των αθώων
τις αυλακιές στο καπνισμένο δέρμα
το μαύρο της πείνας πουλί πάνω απ' τα μάτια των παιδιών
να κρύβει την όψη τους
τα πόδια λιγνά κι αμάθητα στη βία
να χωνεύουν το χώμα

κρύψτε τα χέρια στις τσέπες
κουράστηκα να σηκώνω με τη βία τα μάτια σας ψηλά
τα χέρια σας μαγνήτες
κρύψτε τα

μάτια παιδιού που έμαθε νωρίς να μη φωνάζει
με τραβούν
μάτια παιδιού που έμαθε νωρίς να κλαίει τη φτώχεια του
χαράζοντας το δέρμα με σιωπή

κρύψτε τα χέρια σας
και ρίξτε στο χώμα το βλέμμα

εκεί του πρέπει να στοχεύει

ο ουρανός είναι για το παιδί που έμαθε νωρίς
την πείνα και το κρύο μοίρα να λέει.

ο ουρανός για τους αθώους είναι.

όλοι οι άλλοι
να κρύψουμε τα χέρια μας στις τσέπες.

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

το τέλος των ημερών

Να’ γερναν αυτοί που σου τρυπούσαν με συμπόνια το μυαλό
Και να τους χώνευε η γη
Στέρνες αλλόφρονα ψάρια τα μάτια τους
Φέγγαν σκοτάδι μ’ ουρλιαχτά
Σε κοίτη ποταμού που απέβαλε στη θάλασσα

Να μίλαγες
Να μίλαγες

Θεοί αναίτιοι κρατιόντουσαν με ορμή πάνω απ΄ τη δίψα σου
Και σε κεντούσαν
Κι ήσουν μικρός και άνθρωπος και μόνος
Και στέναζες όπως ο πρωτόπλαστος
Σαν είδε του παράδεισου την πλήξη
Κι έστρεψε τα νώτα στον πατέρα.
Το πύρινο βλέμμα καρφί στο στέρνο του
Μα δεν απόστρεφε το βλέμμα από την πτώση.

Με την ανάγκη να σπάσει τα δεσμά καρφώθηκε η τύψη στη ματιά του
Με τη δίψα για γνώση γεννήθηκε η επίγνωση του μάταιου
Κι όταν μάθαινε πως ήτανε μοίρα του ο θάνατος
Ανέτειλε μέσα του ο πόνος
Που τον έκανε
Άνθρωπο.


Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες..

Μαθήτρια Γυμνασίου ήμουν και σε έκθεση για την αξία του νόμου πήρα το πρώτο χαστούκι από τον καθωσπρεπισμό και τη σοβαροφάνεια . Δε θυμάμαι την ακριβή διατύπωση που είχα χρησιμοποιήσει . Το νόημα των λόγων μου πάντως ήταν : « Όταν ο νόμος αποδεικνύεται άδικος , ο πολίτης έχει υποχρέωση να σταθεί απέναντι και με όποιον τρόπο μπορεί να πολεμήσει να τον αλλάξει.» Όταν πήρα πίσω την έκθεση, η φράση ήταν υπογραμμισμένη με κόκκινο στυλό και δίπλα ένα τεράστιο ερωτηματικό απ’ τον φιλόλογο.
Δεν αντέδρασα. Δεν είχα την τόλμη τότε με λόγο προφορικό να αντιταχθώ σε όποιας μορφής εξουσία. Μόνο όταν έπιανα χαρτί και μολύβι έβγαινε αβίαστα ο αντίλογος από μέσα μου.
Τις τελευταίες μέρες , με αφορμή τον τραγικό θάνατο του παιδιού στο τρόλεϊ και κυρίως όσα διάβασα από μερίδα δημοσιογράφων, διαδικτυακών σχολιαστών και ανθρώπων που αυτοανακηρύσσονται «πνευματική ελίτ» ,ξαναθυμήθηκα εκείνη την έκθεση.
Τι είχε άραγε θεωρήσει άστοχο σ’ εκείνη την άποψη ο καθηγητής;  Είδε  σ’ αυτήν το σπέρμα της ανομίας και θέλησε να το πατάξει;  Ίσως θεώρησε καθήκον του να χτυπήσει την ανυπακοή στη ρίζα της . Στόχος εξάλλου του ελληνικού σχολείου ήταν, είναι και θα είναι η διαμόρφωση ανθρώπων υπάκουων σε κάθε μορφής εξουσία.
Κι όταν αυτή αποδεικνύεται παράλογα τυραννική;

 Τα τελευταία τρία χρόνια , με τις βεβαιότητες να έχουν  θρυμματιστεί, με λέξεις όπως η νομιμότητα, η πίστη σε θεσμούς και αξίες να σέρνονται στο στόμα ανθρώπων που «δίχως περίσκεψη, χωρίς αιδώ» τις εκτοξεύουν δεξιά κι αριστερά, με εικόνες απόλυτης ένδειας καθημερινό πια θέαμα, είναι αλήθεια πως διστάζω να μιλήσω.
Και τι να πω εξάλλου;
Να μιλήσω για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που απ’ τη μια μέρα στην άλλη βρίσκεται άνεργος, με τα χρέη θηλιά στο λαιμό του , αέρας  δεν υπάρχει γύρω του να πάρει ανάσα , κι ακούει να τον κατηγορούν πως θεοποίησε –λέει- την κατανάλωση και τώρα δεν μπορεί να εκτιμήσει τις μικρές χαρές της ζωής;
Να μιλήσω για τον εργαζόμενο που δεν έχει να πληρώσει ασφαλιστικές εισφορές ούτε εφορία και του καρφώνουν στο στήθος την ταμπέλα του μπαταχτσή, του απατεώνα, του ανεύθυνου;
Να μιλήσω για των άνεργο των δεκαεννιά χρόνων που δεν έχει να πληρώσει το πρόστιμο για το εισιτήριο που δεν έκοψε και την άλλη στιγμή πέφτει νεκρός κι ενώ το άψυχο σώμα του κείται στην άσφαλτο, τον αποκαλούν άνομο και τζαμπατζή;
Να μιλήσω για τον εξαθλιωμένο μετανάστη που τον κλείνουν σε φυλακές , τις λένε κέντρα φιλοξενίας ,κι όταν εξεγείρεται ενάντια στην ταπείνωση, την πείνα, τα βασανιστήρια .τον βαφτίζουν παράνομο κι εγκληματία;
Να μιλήσω για τον νεοδιόριστο καθηγητή που με 680 ευρώ καλείται να πάει στην άλλη άκρη της Ελλάδας να διδάξει παιδιά αγριεμένα απ’ τις συνθήκες μιας Ελλάδας που τους στερεί την ελπίδα , σε καθεστώς ανελευθερίας , με την απειλή της διαθεσιμότητας μόνιμα από πάνω του , κι αν πει να κάνει απεργία θα τον πουν τεμπέλη, χαραμοφάη, ρεμάλι και γαϊδούρι;
                Ο Χρήστος Χωμενίδης σε άρθρο του στο protagon  υπερασπίζεται τη Λένα Διβάνη για το κυνικό ,απάνθρωπο σχόλιό της στο tweeter. Τίτλος του άρθρου « φωνάζει ο κλέφτης».
                Κι εγώ θα’ θελα να ρωτήσω τον κ. Χωμενίδη. Ποιος είναι ο κλέφτης  που φωνάζει;
Σε μια Ελλάδα που έχει σπρώξει τα μισά παιδιά της τα τελευταία χρόνια στο περιθώριο, βαφτίζοντάς τους παράνομους, ενώ οι παράνομοι συνεχίζουν να απολαμβάνουν πλήρους ασυλίας, είναι τουλάχιστον απάνθρωπο αυτοί που είχαν την τύχη να είναι ακόμη στο παιχνίδι να επιδίδονται σε προσπάθειες λεκτικού εντυπωσιασμού .

                Εκτός κι αν δεχτούμε ότι όσα λένε είναι κραυγές ανθρώπων βουτηγμένων στην ενοχή που προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους πως όσα μηρύκαζαν τα τελευταία χρόνια ήταν δίκαια.

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

όταν οι λέξεις ζητούν βοήθεια

« ..Και προς θεού..καλύτερα εκεί μέσα οι παράνομοι μετανάστες  παρά στους δρόμους της Αθήνας.» τάδε έφη πρώην δημοσιογράφος και  νυν βουλευτής σε τηλεοπτικό πάνελ.

Ας προσπαθήσουμε να αναλύσουμε αυτήν τη ρήση .

«Όποιος περνάει τα σύνορα και μπαίνει στη χώρα μας  χωρίς χαρτιά είναι μετανάστης και μάλιστα παράνομος.»

Τι αποκρύπτεται έντεχνα σ΄ αυτήν την παραδοχή;

 Ότι σε χώρες όπως η Συρία ,με τις οβίδες να σπέρνουν το θάνατο καθημερινά ,ο άνθρωπος που θα πιστέψει τον δουλέμπορο, θα του δώσει ό,τι έχει και δεν έχει, θα πάρει την οικογένειά του και θα χωθεί σε μια βάρκα  διωγμένος από ό,τι μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσε πατρίδα, είναι απειλή. Έρχεται στη χώρα μας  για να ληστέψει, να βιάσει, να σκοτώσει. Δεν είναι ένας απελπισμένος  άνθρωπος που ο πόλεμος ξερίζωσε βίαια απ’ την πατρίδα του . Όχι, είναι ένας δυνάμει εγκληματίας .

Να ο σπόρος του ρατσισμού. Αυτή η ισοπεδωτική γενίκευση .

Αυτοί που εξεγέρθηκαν δεν ήταν άνθρωποι.  Ήταν παράνομοι μετανάστες.  Γι΄ αυτό τους κλείσαμε εκεί. Για να μην απειλούν όλους εμάς τους ανθρώπους. Που η καμπή της ιστορίας μάς ευνόησε . Δεν έχουμε εμείς πόλεμο, έχουμε τα σπίτια μας , έχουμε τους φράχτες μας γύρω απ’ αυτά, έχουμε τη ζωή μας.

Αυτός ο άνθρωπος που μιλά αυτήν τη γλώσσα που δεν καταλαβαίνουμε, που’ χει στο βλέμμα του το μαύρο της πείνας και του θανάτου και της απόγνωσης , που ίσως είδε να σκοτώνεται μπροστά στα μάτια του η μάνα του, ή το παιδί του και ύστερα έμεινε στριμωγμένος σε μια βάρκα να θαλασσοπνίγεται μερόνυχτα, και προσδοκούσε ένα πράγμα, να τον βγάλει η ζωή του σ’ ένα ίσιωμα, να μη βλέπει άλλο θάνατο , να μη μυρίζεται άλλη σάρκα καμένη, να φάει ένα πιάτο φαγητό.. αυτός ο άνθρωπος είναι παράνομος ..εκτός νόμου..ανάμεσά μας δεν πρέπει να κυκλοφορεί..

Εκτός κι αν έχει τα απαιτούμενα χαρτιά..
Τότε δεν είναι παράνομος μετανάστης ..είναι μετανάστης σκέτο.. τον έχουμε στο φτύσιμο, μα τουλάχιστον τα χαρτιά του λένε πως δε θα μας ληστέψει, δε θα μας βιάσει, δε θα μας σκοτώσει.. μπορούμε να μην τον φοβόμαστε..

Θυμάμαι ,δεκαπέντε χρόνια πριν, δίδασκα έκθεση σε ένα φροντιστήριο. Όταν συζητούσαμε το θέμα του ρατσισμού , τους έδειχνα μια φωτογραφία.  Άνθρωποι στοιβαγμένοι στο κατάστρωμα ενός πλοίου . Πρόσωπα αποστεωμένα, μάτια άγρια ,ρυτίδες πόνου σκάβαν την όψη τους. Ήταν Έλληνες μετανάστες ,λίγο πριν φτάσουν στην Αμερική , τη δεκαετία του 20.

Υπάρχουν στιγμές στην ανθρώπινη ιστορία που ο άνθρωπος ξεριζώνεται από τα χώματα που τον έθρεψαν..βίαια, πάντα βίαια.

Αυτό δεν τον κάνει παράνομο..ούτε και εγκληματία.

Θα μπορούσε κάποιος να μου πει..
«Σε μια εποχή που οι λέξεις έχουν χάσει κάθε νόημα, έχουν γίνει εργαλεία στο στόμα δημοκολάκων κάθε λογής .. εσύ ασχολείσαι με την ατυχή δήλωση ενός πολιτικού;»
Ναι, θα απαντήσω..
γιατί  οι λέξεις είναι όπλα φονικά ,όταν δίχως σύνεση εκστομίζονται.
Κι όταν η λέξη λαθρομετανάστης έχει ταυτιστεί στο εθνικό μας υποσυνείδητο με τη λέξη εγκληματίας ,τότε άλλες λέξεις όπως η λέξη πατρίδα ,η λέξη δημοκρατία ή η λέξη ανθρωπιά ζητούν βοήθεια.

Όσοι λοιπόν έχουμε ακόμη το βλέμμα να δούμε ,καλό είναι να μη σφυρίζουμε αδιάφορα.





Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Κ.Π.Καβάφης

Tι απαίσιο πράγμα αυτές η νέες φιλοσοφικές ιδέες της σκληρότητος, του σωστού της υπερισχύσεως του δυνατού, του τάχα εξυγιαντικού έργου της πάλης της εξαλείφουσας τους μικρούς και ασθενικούς κτλ. κτλ. Aφού πρέπει να ζήσουμε εν κοινωνία, αφού ο πολιτισμός απορρέει από αυτό,αφού δι’ αυτού του μέσου κατορθώσαμε και αντισταθήκαμε στες δυσχερέστατες βιωτικές περιστάσεις που περιστοίχισαν τα πρώτα την ανθρωπότητα, ― τι θα πουν αυτά τα τρελλά της σκληρότητος, της υπερισχύσεως κτλ. Aν στ’ αλήθεια τα πραγματοποιούσαμε, θα βλέπαμε ότι μας φέρουν στην εκμηδένισι. Eνας δυνατός θα καταστρέψει εμμέσως ή αμέσως, δέκα αδυνάτους εδώ• ένας άλλος 10 αδυνάτους εκεί, και ούτω καθεξής. Δεν θα μείνουν παρά δυνατοί. Eξ αυτών θα είναι μερικοί λιγότερο δυνατοί. Aυτοί ―σαν ξεχασθούν ή εκλείψουν οι αδύνατοι οι πριν― θα είναι οι αδύνατοι• πρέπει να καταστραφούν κι αυτοί 10, 10• ή 5, 5 ή 2, 2. ;Ως που να μείνει μονάχος του ο δυνατότατος, ή οι ολίγοι ισοδύναμοι. Aλλά πώς θα ζήσουν, έτσι; Όχι η σκληρότης• αλλά η Eπιείκια, η Λύπη, η Παραχώρησις, η Kαλοσύνη (αυτά, βέβαια, συνετώς, χωρίς υπερβολές) είναι και η Δύναμις και η σοφία.
10.9.’10

(Γ.Π. Σαββίδης, «Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής», Μικρά Καβαφικά, Β´, Ερμής, 1987)

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

πόσο φριχτά προβλέψιμοι αυτοί οι άμοιροι βροτοί αιώνες παραμένουν

« Και στην περίοδο της ακμής των απελευθερωτικών ιδεών , όπως ακριβώς και στην εποχή του Μπατί, η πλειοψηφία ταΐζει, ντύνει και υπερασπίζεται τη μειοψηφία, ενώ η ίδια παραμένει πεινασμένη, κακοντυμένη και ανυπεράσπιστη. Μια τέτοια τάξη πραγμάτων μπορεί να εναρμονιστεί θαυμάσια με όποιες τάσεις και όποια ρεύματα σκέψης θέλετε, επειδή ταυτόχρονα καλλιεργείται σταδιακά και η τέχνη της υποδούλωσης. Δεν μαστιγώνουμε πλέον τους υπηρέτες μας στο στάβλο, αλλά δίνουμε στη δουλεία πιο εξευγενισμένες μορφές ή τουλάχιστον καταφέρνουμε να τη δικαιολογούμε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.»



Η ζωή μου, η ιστορία ενός επαρχιώτη, Άντον Τσέχωφ

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

ντροπή

χιλιάδες άνθρωποι άνεργοι από τη μια στιγμή στην άλλη ...
 ..και η ζωή συνεχίζεται κανονικά..μα είπαμε ..η πολιτική πέθανε..οι πολιτικοί μας μαριονέτες ...κι εμείς βουβοί σ' αυτό το θέατρο  του παραλόγου ..

λαθρομετανάστης

Σ’ αυτήν την άκομψη κραυγή σας
Απάντηση δεν έχω.
Είναι που στα μάτια σας βλέπω τους λεπτοδείκτες
Γυρνούν τώρα ανάστροφα
 Καρφώνονται στη ράχη μου
Και με δικάζουν.
Κι εγώ
Πέτρα που ρίζωσε στη θάλασσα
Απόκρημνα βρέχω  στην άμμο βήματα
Και καρφώνω στην παλάμη σας
Ένα ένα τα ρωτήματα
Που με βυζάξαν και με βγάλαν ναυαγό στην ακτή σας.
Να κρατώ στη ματιά ένα δίχτυ απάνεμο
Να κραδαίνω την άγνοια στα σκιαγμένα σας μάτια.

Κι όμως το ξέρω.
Αν η Παλλάδα μου’ λεγε: « Φύγε. Γραφτό σου δεν είναι να δεις σωτηρία στους Φαίακες».
Αν μου προφήτευε το τέλος μου σ’ αυτήν τη μαύρη γη
Αν με απειλούσε πως η Ιθάκη πάει
Δεν θα την ξαναδώ ποτέ
Αν στέριωνε τα αστραποβόλα μάτια της επάνω μου
Αν κάρφωνε το στήθος μου με το δάχτυλο και αναφωνούσε:
« Τέλος πια Οδυσσέα
Σε νικήσαν οι Θεοί
Ακόμη κι εγώ σ’ εγκαταλείπω.
Σχώρα με.»
Όχι, δε θα τα’ βαζα μαζί της
Μάρτυς μου ο Δίας.
Δεν πρόσμενα απ’ τη θεά κανένα θαύμα εξάλλου.
Δε θα ξέσπαγα σε θρήνο κι οργή.
Μονάχα θα την άφηνα να φύγει.
Κι ύστερα
Μόνος ως  το’ ξερα εξαρχής
Θα στέκουμουν μπροστά σας
Κι άνθρωπος προς άνθρωπο θα ζήταγα
Όχι τη συνδρομή μήτε τη συμπόνια σας
Μονάχα να καρφώσετε το βλέμμα σας στο δικό μου
Έτσι ως είμαι γυμνός και φαγωμένος απ’ την αρμύρα
Λιοντάρι πεινασμένο που κατέβηκε απ’ τα όρη
Όχι, μη δείτε πιο κάτω απ΄ τα μάτια μου
Ανάγκη δεν έχω από καμιά θεά να σταλάξει το θάρρος στο βλέμμα σας
Μιλώ  σας ανθρώπινα
Και σας κοιτώ κατάματα
Ίσια κατάβαθα στο παιδί
Που κάποτε άπλωνε το βλέμμα του στη θάλασσα
Κι όλα της γης τα χελιδόνια τ’ αγκαλιάζαν.

 (Ρητορική ένδεια. εκδόσεις Βακχικόν ,2013)

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Χάινριχ Μπελ, Γυναίκες σε τοπίο με ποτάμι



Το είδα στο σφυρί.  Ένας  τοίχος  γεμάτος  με εκπτωτικά βιβλία στο υπόγειο ενός ιστορικού βιβλιοπωλείου της πόλης. Κολλημένη στο εξώφυλλό του η τιμή : 3 ευρώ. Και απέναντι όλες οι  ευπώλητες  παραφυλλάδες σε περίοπτη θέση.
Η κατάντια του πολιτισμού μας. Σε άλλες σκοτεινές εποχές αυτό το βιβλίο θα ήταν απ’ τα απαγορευμένα. Τώρα όμως δε χρειάζεται να καεί στην πυρά. Έχει καεί το μυαλό κι έχει νεκρώσει η ψυχή των επίδοξων αναγνωστών του πολύ καιρό πριν.

Ο  συγγραφέας του , εμπνευστής ενός απ’ τους πιο αληθινούς  μυθιστορηματικούς ήρωες , του Χανς Σνηρ απ’ τις « απόψεις ενός κλόουν». Οι « γυναίκες σε τοπίο με ποτάμι» είναι το τελευταίο του βιβλίο που ολοκληρώθηκε το 1985, λίγο πριν το θάνατό του.

Τυχαία έπεσε στα χέρια μου και με εντυπωσίασε πόσο προφητικό αποδεικνύεται ένα μυθιστόρημα πολιτικό, γραμμένο στη Γερμανία λίγο πριν την πτώση του τείχους από έναν συγγραφέα που έβλεπε με θαυμαστή οξυδέρκεια αυτό που θα ακολουθούσε.

Την πλήρη υποδούλωση της Ευρώπης στον αμοραλισμό , τον κυνισμό και τη σήψη  μιας χούφτας ηγετών ανάξιων να κρατήσουν το τιμόνι. Την Ευρώπη των λαών να καταλήγει Ευρώπη των τραπεζιτών. Την Ευρώπη του Διαφωτισμού να πλήττεται από την άνοδο του φασισμού για μια ακόμη φορά. Τον Ευρωπαίο πολίτη να βλέπει το κράτος, το νόμο και την τάξη ως έναν δεσμοφύλακα μακριά από τις ανάγκες του. Και την ηθική κρίση να έχει διαποτίσει τη συνείδησή του καθιστώντας τον ανάπηρο πνευματικά.

Το βιβλίο έχει τη  μορφή θεατρικού έργου. Σκηνικό του το ποτάμι του Ρήνου που συμβολίζει την ελευθερία της αθωότητας και το εσωτερικό των σπιτιών, ένα σκηνικό ηθικής σήψης. Ηρωίδες οι σύζυγοι και οι ερωμένες των ισχυρών ανδρών μιας πολιτικής σκηνής τοποθετημένης στη Γερμανία της δεκαετίας του 80. Μόνο αυτές οι γυναίκες επιμένουν να υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ιστορική μνήμη και την κοινωνική ηθική. Οι πιο μεγάλες σε ηλικία έζησαν στο πετσί τους τις αγριότητες της Χιτλερικής Γερμανίας σαράντα χρόνια πριν και τώρα με τρόμο ανακαλύπτουν ότι αφέθηκαν να γίνουν το όμορφο παραπέτασμα μιας πολιτικής σκηνής που όζει. Μιας πολιτικής σκηνής που χρησιμοποίησε πολιτικούς αγνούς  ως φερέφωνα και μαριονέτες «δήθεν» μετανιωμένων Ναζί.  Και στο επίκεντρο το χρήμα.

Ο Χάινριχ Μπελ χωρίζει το βιβλίο σε δώδεκα σκηνές. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες τους ανήκουν σε διαφορετικές γενιές της μεταπολεμικής Γερμανίας , με ένα κοινό: με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εμπλέκονται στην πολιτική σκηνή.
Στο βάθος το αγκάθι στις σκέψεις και τις συνειδήσεις όλων : ο άνθρωπος που μπαίνει νύχτα στα σπίτια επιφανών τραπεζιτών της πόλης και τους καταστρέφει τα πιάνα.
« Για Τρίτη φορά χτες τη νύχτα καταστράφηκε ένα πανάκριβο πιάνο με ουρά στο οποίο λένε πως έπαιξε και ο Μπετόβεν και πετάχτηκε στη φωτιά σαν καυσόξυλο».
Οι υποψίες πέφτουν στον Καρλ , τον μοναδικό άνδρα του μυθιστορήματος που πραγματικά καταφέρνει να διασώσει την ψυχή του και πορεύεται με μοναδική ηθική ακεραιότητα σ’ ένα περιβάλλον παλιανθρωπιάς και αμοραλισμού.
Τον βλέπουμε στις όχθες του Ρήνου έξω από ένα τροχόσπιτο όπου κατοικεί με την ερωμένη του Κατερίνα και τον  μικρό τους γιο. Προσπαθεί να φτιάξει ένα παιδικό αυτοκινητάκι για το γιο του χρησιμοποιώντας τις ρόδες ενός πιάνου. Του δικού του πιάνου που κομμάτιασε εφτά χρόνια πριν μετά τον ύποπτο θάνατο του αδερφικού του φίλου. Μια πράξη που τον οδήγησε στην απομόνωση.
Ο Καρλ με τη στάση ζωής του μας θυμίζει τον Χανς από τις απόψεις ενός κλόουν. Ο νέος πολιτικός ,ενώ έχει μπροστά του την προοπτική μιας «λαμπρής» καριέρας , τα τινάζει όλα στον αέρα και καταλήγει να ζει  σ’ ένα τροχόσπιτο δίπλα στον Ρήνο ,εξασφαλίζοντας τα προς το ζην με μια παράδοξη ενασχόληση: κλέβει αστέρια των μερσεντές για λογαριασμό πλουσίων που  τα θέλουν στη συλλογή τους.
Είναι ο πρώτος  που εξανίσταται απέναντι σ’ αυτό που συμβαίνει; Όχι. Η μητέρα του είχε πέσει στο Ρήνο και είχε πνιγεί όταν αυτός ήταν πέντε χρονών .Είχε επιλέξει αυτόν τον τρόπο φυγής από μια πραγματικότητα αποπνιχτική.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο βλέπουμε τη μία μετά την άλλη τις συζύγους των πολιτικών να ξυπνάνε από τη νάρκη τους και να προσπαθούν να αντιδράσουν. Η συνείδησή τους εξεγείρεται και μιλά μέσα από αποκαλυπτικούς μονολόγους.
Η Έρικα Βούμπλερ με αγέρωχη αποφασιστικότητα τρίβει την αλήθεια στη μούρη όλων των πολιτικάντηδων που την περιτριγυρίζουν. Η σύζυγος του τραπεζίτη Κρέγκελ νεκρή. « Ξέρετε από τι πέθανε η γυναίκα μου; Από φόβο, φαντασία και απάθεια… Δεν άντεχε τη θέα του χρήματος. Στο μυαλό της έρχονταν πάντα τα χρυσά δόντια των σκοτωμένων..και πού μπορούσε να πάει και να μη δει λεφτά;»

Μα η πιο τραγική φιγούρα απ’ όλες  είναι η σύζυγος του Μπλάουκρεμερ ,του «δήθεν» μετανιωμένου Ναζί που γίνεται τώρα υπουργός.
 Η Ελίζαμπετ είναι η γυναίκα που στα πενήντα πέντε της κι ενώ όλοι γύρω της πίστευαν πως είχε αποδεχτεί το ρόλο της ,ανοίγει το στόμα της. Κι αυτά που λέει είναι χαστούκι στη σοβαροφάνεια ενός συστήματος που τη χρησιμοποίησε όσο ήταν υπάκουη. Τώρα όμως που επιμένει να θυμάται με φρίκη τις ιστορίες που τη σημάδεψαν, τώρα που ξεθάβει τις εμμονές της και τις κραυγάζει, τώρα γίνεται η φωνή της Ερινύας που όλοι γύρω της προσπαθούν να φιμώσουν. Και την κλείνουν σε ψυχιατρείο πολυτελείας.

Η συνεδρία με την ψυχίατρο είναι συνταρακτική. Η ψυχίατρος με την αλλοτριωμένη ματιά προσπαθεί να πείσει μια γυναίκα ότι είναι τρελή, επειδή κραυγάζει την αλήθεια, επειδή θέλει να κοιτάξει κατάματα τον εαυτό της στον καθρέπτη χωρίς να σιχαίνεται.
-          Η φαντασία σας! Πρέπει να ηρεμήσετε..
-          Δεν έχω στάλα φαντασία ! Ίσως αυτό είναι η ατυχία μου, ίσως η αρρώστια μου, αυτή που θέλετε να θεραπεύσετε. Δεν έχω φαντασία, μόνο μνήμη. Δώστε μου φαντασία και χαρά.

Δικαίωμα στη μνήμη η Ελίζαμπετ δεν έχει. Ή μάλλον έχει , αρκεί να επαναλαμβάνει αυτά που συμφέρουν το σύζυγό της να λέει. Ότι οι Ρώσοι σκότωσαν τον πατέρα της και τον αδελφό της και βίασαν την ίδια. Ότι ο σύζυγός της δεν υπήρξε ποτέ συνεργάτης των Ναζί .Ότι ο Πλιτς δεν είναι ο Πλόνιους το λαγωνικό των Ναζί σαράντα χρόνια πριν ,που τώρα αθόρυβα κινεί τα νήματα της γερμανικής πολιτικής σκηνής. Μιας σκηνής που καταδικάζει τον Ναζισμό ,χωρίς να γνωρίζει ότι τον υπηρετεί ακόμη.
             
Η Ελίζαμπετ βλέπει και θυμάται. Γι’ αυτό και είναι επικίνδυνη. Αποκαλυπτικό είναι το τέλος της συζήτησης με την ψυχίατρο.
-          Τι δουλειά έχω εγώ μ’ αυτούς; Με τις αναμνήσεις μου που ούτε να τις ξεχάσω μπορώ ούτε να τις διορθώσω; Εσείς ,εσείς πιστεύετε πολλά , πιστεύετε ό,τι βλέπουν τα μάτια σας, δεν αμφιβάλλετε για όσα μάθατε. Η ιδέα που έχετε για μένα είναι λογική αλλά και αφελής, εν μέρει σωστή, αλλά μόνο εν μέρει –κι αυτό το εν μέρει σας τυφλώνει. Βλέπω ό,τι δε βλέπετε , βλέπω γερμανόπουλα να κρέμονται από κει πάνω, βλέπω να χτυπάνε τον Δημήτρη. Είμαι υστερική; Ναι. Ψεύτρα; Ναι. Άρρωστη; Ναι. Δυστυχισμένη; Ναι.
Λίγο μετά η Ελίζαμπετ αυτοκτονεί. « Ζω ειρηνικά με τον εαυτό μου»  τα τελευταία λόγια της.
          
              Η αυτοκτονία της συνδέεται στη συνείδηση των ηρώων με την καταστροφή των πιάνων και μέσα τους αρχίζει μια μεταστροφή. «Μεταφυσικό ρίγος» το αποκαλεί ο Γκρομπς ,ο οποίος αρχίζει να καταλαβαίνει τον συμβολισμό της καταστροφής των πιάνων: την ματαιότητα της πολιτικής σε έναν κόσμο όπου κυβερνά το χρήμα.
           
                   Στην 11η σκηνή ο Χάινριχ Φον Κράυλ αναφωνεί : « Πού πάμε λοιπόν; Έχω το κενό μέσα μου και η θλίψη δεν το γεμίζει. Αισθάνομαι ένοχος χωρίς να έχω φταίξει σε τίποτα και το μόνο βάρος στην ψυχή μου είναι η θλίψη για την πορεία του κόσμου και των πραγμάτων».
Στη δωδέκατη σκηνή ο τραπεζίτης Κρέγκελ στέκει δίπλα στο πιάνο του μ΄ ένα τσεκούρι και μονολογεί : «Είναι ασφαλέστερο να αγοράσεις παρά να ληστέψεις μια τράπεζα. Αυτή είναι η μέθοδος , αλλά εγώ δεν είμαι μαθημένος. Ο ασφαλέστερος και ο πιο νόμιμος τρόπος να ληστέψεις μια τράπεζα είναι να την αγοράσεις , αφού πρώτα την εξωθήσεις στο χείλος του γκρεμού. ..Τον καταλαβαίνω τον Καρλ. Ήθελε να πετύχει το χρυσάφι στην καρδιά ,αλλά το χρυσάφι δεν έχει καρδιά, είναι άτρωτο.»

Ο Μπελ δεν τρέφει αυταπάτες , ούτε γράφει ένα βιβλίο κομματικής προπαγάνδας όπου θα εξυμνεί τους αγώνες του λαού εναντίον του κεφαλαίου. Είναι πολύ πιο πάνω απ’ αυτά. Βλέπει με γυμνή ματιά το πολιτικό σκηνικό της Ευρώπης και δεν προσπαθεί να αποκοιμίσει το κοινό του με ψεύτικες ελπίδες. Για τους ήρωές του  δεν υπάρχει εύκολος δρόμος.
«Πολιτική είναι να ξερνάς..» λέει ο Γκρομπς. «Εμείς οι πολιτικοί φτιάχνουμε το βούρκο και πέφτουμε μόνοι μας μέσα , για να μπορούν εκείνοι να βγαίνουν καθαροί. Και τους βλέπεις κομψούς στους πλειστηριασμούς , όταν προσπαθούν να σώσουν κάποια πολύτιμη σταύρωση, κειμήλια για την πατρίδα. Δε σκέφτονται το αίμα, τον ιδρώτα, τα σκατά απ’ όπου βγαίνουν τα λεφτά τους.»
          
                 Και η ελπίδα; Ελπίδα είναι τα ψήγματα αυτογνωσίας και ηθικής που καθένας μας έχει μέσα του. Η ελπίδα κρύβεται στη ματιά του Καρλ, που μαστορεύει στις όχθες του Ρήνου ένα αυτοκινητάκι για τον μικρό του γιο.

               Και είναι σαν να μας λέει ο Μπελ πως ο μοναδικός τρόπος αντίστασης είναι η δική μας ακέραιη στάση ζωής, ακόμη κι αν το τίμημα είναι να αισθανόμαστε παρείσακτοι και μόνοι.


πρώτη δημοσίευση http://www.vakxikon.gr/


Υ.Γ: προσέξτε τα λόγια της Ελίζαμπετ :"Η ιδέα που έχετε για μένα είναι λογική αλλά και αφελής, εν μέρει σωστή, αλλά μόνο εν μέρει –κι αυτό το εν μέρει σας τυφλώνει. Βλέπω ό,τι δε βλέπετε". 

Αυτή είναι η αρρώστια μας..επιλεκτική μνήμη, επιλεκτική ακοή, επιλεκτική όραση..κι από πάνω ένας θανάσιμος κυνισμός και μια εμετική τάση να τα βλέπουμε όλα σάπια ..


Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

πολιτική είναι να ξερνάς

«Πολιτική είναι να ξερνάς.. Εμείς οι πολιτικοί φτιάχνουμε το βούρκο και πέφτουμε μόνοι μας μέσα , για να μπορούν εκείνοι να βγαίνουν καθαροί. Και τους βλέπεις κομψούς στους πλειστηριασμούς , όταν προσπαθούν να σώσουν κάποια πολύτιμη σταύρωση, κειμήλια για την πατρίδα. Δε σκέφτονται το αίμα, τον ιδρώτα, τα σκατά απ’ όπου βγαίνουν τα λεφτά τους.»

 «Είναι ασφαλέστερο να αγοράσεις παρά να ληστέψεις μια τράπεζα. Αυτή είναι η μέθοδος , αλλά εγώ δεν είμαι μαθημένος. Ο ασφαλέστερος και ο πιο νόμιμος τρόπος να ληστέψεις μια τράπεζα είναι να την αγοράσεις , αφού πρώτα την εξωθήσεις στο χείλος του γκρεμού. ..Τον καταλαβαίνω τον Καρλ. Ήθελε να πετύχει το χρυσάφι στην καρδιά ,αλλά το χρυσάφι δεν έχει καρδιά, είναι άτρωτο.»

Χάινριχ Μπελ, Γυναίκες σε τοπίο με ποτάμι

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Αγαμέμνονος πλάνη

Είμαι ο αρχιστράτηγος  στρατού ανάξιου
Ριγμένου στη  μιζέρια και τη σήψη.
Ανθρωπάκια κρατημένα στις συμβάσεις τους
Όλοι
Καρφωμένοι  στο παρόν
Τρέξαν να φύγουν όταν έριξα το δόλωμα
Οι άθλιοι
Να πάνε –λέει- στις γυναίκες τους και τα παιδιά τους
Να ζήσουν – λέει- τη ζωή τους σε ειρήνη
Οι ανάξιοι για τα μεγάλα και τα ιδανικά

Πώς να ριχτούν στη μάχη δίχως το λόγο το δικό μου
Να τους πυρπολήσει;

Κι έχω και τον Πηλείδη να μιλάει
Για τιμή και ευθιξία κι άλλα ηχηρά παρόμοια..

Λες και σε καιρό πολέμου  έχει κανείς την πολυτέλεια

Να νοιάζεται για τέτοια.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

η δική μου έκθεση


Σε άρθρο που πρόκειται να αναρτηθεί στην επίσημη ιστοσελίδα του σχολείου σας να εκθέσετε τις απόψεις σας σχετικά με: 
α) τις επιπτώσεις που έχει προκαλέσει η έλλειψη σεβασμού του ανθρώπου προς το φυσικό περιβάλλον και
β) τους τρόπους με τους οποίους μπορεί ο άνθρωπος να αποκαταστήσει τη σχέση του με αυτό (500-600 λέξεις). 
..................................................................................................................................
η δική μου έκθεση


α) η επίπτωση που έχει προκαλέσει η έλλειψη σεβασμού του ανθρώπου προς το φυσικό περιβάλλον είναι μία και μοναδική και κλείνει μέσα της όλες τις πληγές του κόσμου: 

ο άνθρωπος έχασε τη ματιά του, ξέχασε ποιος είναι και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να βαδίζει σ' έναν δρόμο που τον σέρνει ολόισια στη ματαίωση ..

β)αν ήξερα τους τρόπους αυτούς που μου ζητάτε ,αυτήν τη στιγμή θα τους είχα κάνει πράξη και στάση ζωής και δε θα βρισκόμουνα τώρα σ' αυτήν την πνιγηρή αίθουσα να στύβω το μυαλό μου να κατεβάσει ιδέες και αυτές να πρέπει να τις εκφράσω με ύφος όσο γίνεται πιο ουδέτερο αλλά και πειστικό ταυτόχρονα.

το ξέρετε καλά πως αν σας γράψω την πραγματική μου γνώμη για όσα με ρωτάτε ,θα σουφρώσετε τα χείλη με αποδοκιμασία ,γιατί εγώ -που να πάρει ο διάβολος - δεν μπορώ να υιοθετήσω αυτό το ουδέτερο ύφος που μου ζητάνε στο φροντιστήριο, ούτε να γράφω μονάχα αισιόδοξα και όμορφα πράγματα .. που επίσης μου ζητάνε στο φροντιστήριο..

το μόνο που θα' θελα να γράψω αυτήν τη στιγμή είναι ότι πνίγομαι ,ότι δεν ξέρω κανέναν τρόπο με τον οποίο θα μπορούσα να αποκαταστήσω τη σχέση μου με το περιβάλλον ,γιατί μεγάλωσα κλεισμένος σ' ένα διαμέρισμα ,τον ουρανό για να τον δω έπρεπε να στραμπουλίξω το λαιμό μου στο στενό μας μπαλκονάκι, η μόνη σχέση που είχα με τα ζώα ήταν οι φωτογραφίες στο ίντερνετ και στην τελική όταν με ρωτάτε κάτι τέτοιο είναι σαν να ρωτάτε έναν άνθρωπο τυφλό εκ γενετής πώς θα μπορούσε να βρει το φως του.

γι' αυτό λοιπόν θα σας πω μονάχα το παρακάτω:

ο μοναδικός τρόπος να αποκαταστήσει ο άνθρωπος τη σχέση του με το περιβάλλον είναι να αρνηθεί το κοστούμι που του έραψε ο σύγχρονος τρόπος ζωής , να πει σε όλα " άντε στο διάβολο"   και να αποτινάξει από πάνω του την τυραννία του ρολογιού, την τυραννία της θεοποίησης της δουλειάς ,την τυραννία των μέσων μαζικής ύπνωσης.

αν εσείς πιστεύετε πως αυτό είναι εύκολο να το δω εγώ που είμαι μόλις 18 και μεγάλωσα με παραμάνα την οθόνη ,τι να σας πω ..μάλλον με δουλεύετε..

γι' αυτό κι εγώ ,επειδή το θέλω πολύ να μπω στο πανεπιστήμιο, δε θα γράψω αλήθειες σ' αυτήν την έκθεση..

θα γράψω αυτό που θέλουν τα εφησυχασμένα αυτάκια σας να ακούσουν. Μα μη νομίζετε πως παίζω το παιχνίδι σας.

τον επίλογο δεν τον έγραψα ακόμη.
και σας υπόσχομαι πως δε θα είναι χαζοχαρούμενος όπως τον θέλουν τα παπαγαλάκια των φροντιστηρίων.

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

μακάρι


Δε λέει να φύγει απ’ το νου μου η εικόνα. Η μαθήτρια της Γ΄ Λυκείου στο τηλεπαράθυρο του Αυτιά να αναμασάει τα ξύλινα λόγια των δημοσιογράφων ,ενώ το βλέμμα της σκυφτό στοχεύει στο χώμα. Και ο Αυτιάς, επικουρούμενος απ’ τον Άδωνη Γεωργιάδη να ουρλιάζει με ύφος δέκα καρδιναλίων : « Οι εξετάσεις σας θα γίνουν κανονικά ! Μην ανησυχείτε ! Οι πανελλαδικές δεν κινδυνεύουν! ».
« Μακάρι..» ψελλίζει η μαθήτρια.
Και μου θυμίζει το ψάρι που το βγάλαν απ’ τον ωκεανό της ελευθερίας και το βουτήξαν σ’ ένα βούρκο. Λάσπη κόλλησε στα βράγχιά του και το καθήλωσε ανάπηρο. Κι έρχονται οι σωτήρες. Με λεπίδες ξύνουν τα λέπια του τόσο ώστε να φύγει η λάσπη, να κρατηθεί όπως όπως  στη ζωή. Το τίμημα είναι ότι καταδικάζεται σε ακινησία. Η ανάμνηση του ωκεανού μακρινή πολύ. Ο βούρκος είναι πια η μοίρα του. Μ’ αυτό θαρρεί πως ο ωκεανός το προσμένει . « Λίγο ακόμη θα φτάσεις στον ωκεανό ! » του κραυγάζουν οι σωτήρες. « Μακάρι..» ψελλίζει αυτό « Μακάρι..»

Μακάρι να δοθεί το χαρτί της επίταξης στους καθηγητές που όρθωσαν το ανάστημά τους διεκδικώντας αξιοπρέπεια.

Μακάρι να βουλώσουν τα στόματα όσων εξακολουθούν να κόπτονται για το αγαθό της δημόσιας παιδείας.

Μακάρι να κλείσουν σχολεία , να συνεχίσουν να στοιβάζονται σε αίθουσες διδασκαλίας ακατάλληλες τριάντα μαθητές καταδικασμένοι να εθιστούν στην μηχανιστική εκμάθηση ανούσιων λεπτομερειών που θα ξεχάσουν την επόμενη μέρα.

Μακάρι να  μπαίνουν στην αίθουσα καθηγητές όπως ακριβώς τους θέλει το σύστημα. Φοβισμένα ανθρωπάκια με βλέμμα σκυφτό και ηττημένο ..ανθρωπάκια χωρίς ηθικό ανάστημα ,αλλά με τυφλή υπακοή στο αναλυτικό πρόγραμμα. Ανθρωπάκια νεκρά μέσα τους με μοναδική τους αποστολή να νεκρώσουν και τα μυαλά των μαθητών τους.

Υπηρετώ στη Δημόσια Εκπαίδευση δέκα χρόνια. Επέλεξα το επάγγελμα αυτό από αγάπη. Ακόμη θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι 23 χρόνια πριν. Η χρονιά της μεγάλης απεργίας των καθηγητών .
Θυμάμαι την πίκρα μου ,όταν είπα στον φιλόλογο που με προετοίμαζε στο μάθημα της έκθεσης  την  απόφασή μου να βάλω πρώτη τη φιλολογία.
« Μην το κάνεις..» μου είπε « θα χαραμιστείς..»
Έπεσε στα μάτια μου. Τον περίμενα περήφανο γι’ αυτό που σπούδασε. Τον είχα πλάσει μέσα μου ψηλά.
        
        Σήμερα, 23 χρόνια μετά , το βλέμμα του το ηττημένο με ακολουθεί.  Αυτό το βλέμμα όμως το βλέπω όχι μόνο σε κάποιους συναδέλφους μου. Το βλέπω και στα παιδιά των 17 χρόνων. Το βλέπω στη μαθήτρια αυτή που δέχεται να καπηλεύονται το άγχος της για το μέλλον, που ανέχεται να της χαϊδεύουν τα αφτιά με εκφράσεις του τύπου « Το μέλλον των παιδιών είναι η μόνη μας έγνοια.»
          
             Κι εγώ θα’ θελα να κοιτάξω κατάματα αυτήν τη μαθήτρια και να της πω :
« Δεν είσαι πια παιδί και το μέλλον σου δεν κρίνεται από αυτές τις εξετάσεις. Το μέλλον σου κρίνεται από τη σπίθα αυτή που θα’ πρεπε να υπάρχει στο βλέμμα σου κι εγώ δεν τη βλέπω. Το μέλλον σου εσύ η ίδια μ’ αυτό το φοβισμένο « μακάρι » το εναποθέτεις στην προπαγάνδα των μέσων μαζικής ύπνωσης .»
            Κι ήθελα να πω στο παιδί που το βλέμμα του δεν το’ χασε, να το φυλάξει βαθιά μέσα του. Αυτή η σκανδαλιά στη ματιά είναι το μέλλον του.

            Αυτή η σπίθα στο βλέμμα το ασυμβίβαστο είναι η μόνη μας ελπίδα.

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

για όσους συνεχίζουν τη σκυφτή ζωή τους

Με την τρομπέτα του ο Λούις Άρμστρονγκ συνόδεψε μια διασκευή λόγων του Γερμανού διανοούμενου Μάρτιν Νίμελερ που αφορούσαν την αδράνεια της σιωπηλής πλειοψηφίας την εποχή του Γ' Ράιχ.



Κάποτε ήρθανε και πιάσαν τους Εβραίους΄ εσιώπησα, γιατί δεν ήμουνα Εβραίος.
 Ύστερα πιάσαν τους επαναστάτες΄ δεν μίλησα γιατί ήμουν φιλήσυχος πολίτης.
 Ήρθαν μετά και πήραν τους Χριστιανούς΄ πάλι δεν μίλησα' ποιος νοιάζεται για θρησκείες κι άλλα τέτοια! 
Στο τέλος ήρθανε και πήρανε και μένα. Εσιώπησα, δεν φώναξα, έσκυψα το κεφάλι. Δεν ζήτησα βοήθεια, γιατί τότε που ήταν να κραυγάσω, να διαμαρτυρηθώ, να παλέψω, συνέχιζα αδιάφορος τη σκυφτή μου ζωή.




[ από το σχολικό βιβλίο της β' Λυκείου " ρητορικά κείμενα"]

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

...

                                                                                                         λοιπόν ξεχάστηκα
                                                                                                      είπα θα μίλαγα
                                                                                                  μα πάλι τέρμα
                                                                                            έμεινα να κοιτώ τη θάλασσα




όταν η οσμή του σάπιου ντύνεται το πατσουλί της πουτανιάς 
και βγαίνει στη γύρα να βρει πελατεία
σε συναντά στη γωνιά σου να σφυρίζεις αμέριμνος
σε πιάνει απ' το γιακά και σε τραντάζει 
σου δείχνει τα κούφια δόντια της 
ανασαίνει πάνω σου τη σήψη της
σε λούζει ολάκερο 

και συ στη γωνιά σου
θα' θελες να χτιστείς μέσα στα τούβλα κείνου του τοίχου
θα' θελες να βουλιάξεις στην αρμύρα κείνης της θάλασσσας 
που παιδί κολύμπησες
κι ήταν το δέρμα σου γεμάτο πόρους π' ανασαίναν
κι ήταν τα μάτια σου αμάθητα στον πόνο
οι μυρωδιές του κορμιού σου μια ζαλάδα γλυκιά
και  οι λέξεις 
κρύβαν τα θαύματα όλης της πλάσης

μη μου μιλάτε πια για θαύματα

δείξτε μου μου μοναχά 
κείνη τη θάλασσα των παιδικών μου δειλινών
γυμνή να μ' αγκαλιάσει





Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Γιώργος Σεφέρης



Μιλούσες για πράγματα που δεν τά’ βλεπαν
κι αυτοί γελούσαν.

Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά.
να  πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο-
άφησε κι ας γελούν.
Και να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος
στη σημερινή πνιγερή μοναξιά
στ’ αφανισμένο τούτο παρόν-
άφησέ τους.

Ο θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής
υπάρχουν  χωρίς το ζητήσει κανένας.


Γιώργος Σεφέρης


 

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

καθήκον ποιητού



Είναι καιρός που επιδίδομαι σ’ αυτό στο παιγνίδι.
Παίρνω την άγραφη κόλλα και το πιο καλό μου μολύβι.
Και γράφω εξαρχής ολοστρόγγυλα γράμματα.
Τα καμαρώνω έτσι ως τ’ αραδιάζω στο άσπρο χαρτί.
Εγώ ο ποιητής των λέξεων
Των στρογγυλών φωτεινών οραμάτων
Με τάξη και χάρη συνταιριασμένων
Καμαρώνω.

Μουτζούρα καμία
Αστοχία καμία
Αλήθεια καμία.

Μονάχα στρογγυλά, καθαρά, τακτοποιημένα γράμματα.

Ποιήματα καθώς πρέπει.

Έτσι ως ταιριάζει
Στους σκάρτους καιρούς μας.

ατομική ευθύνη ή συλλογική ενοχή ;



Το κείμενο που ακολουθεί φιλοδοξεί να μιλήσει για τις ενοχές.
 Τις ενοχές που κουβαλάει ο καθένας μας απ’ όταν αρχίσει να νιώθει τα πράγματα γύρω του. Τις ενοχές που χτίζονται στο κουβάρι του μυαλού μας νωρίς πολύ. Ξεκινάνε με την εντελώς αθώα φράση της μαμάς « κάθισε ήσυχα σαν καλό παιδί » , συνεχίζουν με την παραίνεση του δασκάλου « μην αυθαδιάζεις» ή του φίλου σου
« Γιατί δε διασκεδάζεις όπως όλοι; Γιατί επιμένεις να μας χαλάς το κέφι με τα μούτρα σου;» Θα μπορούσα να συνεχίσω με άπειρα παραδείγματα παραινέσεων, υποδείξεων, συμβουλών. Λένε πως αυτές όλες γίνονται φωνές που παίζουν μόνιμα στο μυαλό μας σαν μια κασέτα που μας υποδεικνύει πώς να σκεφτόμαστε, πώς να μιλάμε, πώς να ζούμε.

Υπάρχουν άνθρωποι που μέχρι το τέλος της ζωής τους ανυποψίαστοι τις εκστομίζουν ως απόψεις δικές τους. Κατέλαβαν το νου τους από πολύ νωρίς και κατέπνιξαν στα σπάργανα κάθε νιόβγαλτη σκέψη. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι ιδανικό γι’ αυτήν τη δουλειά. Υπάρχουν κι άλλοι που ξύπνησαν ένα πρωί, για να ανακαλύψουν έντρομοι ότι όλες οι βεβαιότητες με τις οποίες βάδιζαν μέχρι τότε γίνονται στάχτη. Και τότε σαν τον Οιδίποδα ομολογούν την πλάνη τους και μονολογούν «ήμουν τυφλός». Υπάρχουν και οι λίγοι, οι εκλεκτοί που από νωρίς στέκουν παράμερα με βλέμμα καχύποπτο. Είναι αυτοί που στο μυαλό τους ξυπνούν οι νιόσκαφτες σκέψεις δυνατές και πνίγουν τις φωνές των άλλων. Αυτοί είναι που πηγαίνουν τον κόσμο μπροστά.

Γιατί σας μιλώ για ενοχές; Γιατί τα τελευταία χρόνια ζούμε υπό το κράτος τους όλοι μας. Έντεχνα μας έπεισαν ,μέσα από τα τηλεπαράθυρα, πως η ενοχή για όσα περνάει ο τόπος μας είναι συλλογική. Από το «μαζί τα φάγαμε» μέχρι το « ο Έλληνας δε δουλεύει και γι’ αυτό τιμωρείται» ή  το χιλιοειπωμένο « έχουμε την τηλεόραση που μας αξίζει, ή τους ηγέτες που μας αξίζουν ». Η κασέτα παίζει ολημερίς . Και όλοι μας καθημερινά ακούμε πως είμαστε αχρείοι, ανίκανοι, ατομικιστές, με άλλα λόγια άξιοι της μοίρας μας.

Τελικά ποιος φταίει για όσα συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα;

Το ερώτημα είχε τεθεί αιώνες πριν από τον Αριστοτέλη. Στα Πολιτικά του θέτει τον προβληματισμό : « για τις πολιτικές αποφάσεις την ευθύνη την έχει το σύνολο των πολιτών ή ο ηγέτης που έχει τιμόνι στα χέρια του;» Κι αν ο Αριστοτέλης δεν είχε καταφέρει τότε να δώσει μια απάντηση σ’ αυτό , είναι απείρως δυσκολότερο να απαντήσει κάποιος σήμερα ,σε συνθήκες πολύ πιο περίπλοκες.
Και ο Θουκυδίδης όμως παρουσιάζει τους Θηβαίους να απολογούνται για τον Μηδισμό της πόλης τους κατά τους Περσικούς πολέμους με τα ακόλουθα λόγια « δεν ήταν η ξύμπασα πόλις που έπραξε τουτο , αλλά η δυναστεία ολίγων ανδρών που είχε τότε τα πράγματα.» Σας θυμίζει κάτι αυτό;

Σε μια συζήτηση λοιπόν για το «ποιος φταίει ;» εγώ δεν θα μπορούσα να δώσω ξεκάθαρη απάντηση.  Τον προβληματισμό μου απλά καταθέτω.

Υποστηρίζω λοιπόν πως ένας πολιτικός έχει μία και μόνη ευθύνη. Να υπερασπίζεται το συμφέρον της χώρας του. Κι επειδή χώρα δε νοείται χωρίς πολίτες
( πόλις πολιτών τι πλήθος εστίν» κατά τον Αριστοτέλη ), ευθύνη του ηγέτη είναι η προάσπιση του συμφέροντος των ανθρώπων της χώρας του. Οι δικοί μας οι ηγέτες τίνος το συμφέρον υπερασπίστηκαν, όταν εξαρχής υπέγραφαν τα μνημόνια;
          
  Αν λοιπόν είχαν τη στοιχειώδη ευθιξία κι αίσθηση τιμής , θα αναλάμβαναν την ευθύνη του λάθους τους. Αντρίκεια θα ομολογούσαν : « ναι, βάλαμε την υπογραφή μας σε μια συμφωνία που νομίζαμε πως οδηγεί στη λύση, μα όπως αποδείχτηκε υποθηκεύει το μέλλον των πολιτών».
Όμως δεν το κάνουν. Και τι κάνουν ; Προπαγανδίζουν σ’ έναν ολόκληρο λαό πως για τη δική τους υπογραφή έφταιγε η δική του κακομοιριά. Κι αυτή η προπαγάνδα που ξεκίνησε τρία χρόνια πριν, τώρα αποδίδει καρπούς. Ήδη ακούγονται παντού απόψεις διχαστικές , απόψεις που βλέπουν το δέντρο και όχι το δάσος. Για τους θανάτους απ’ τα μαγκάλια φταίνε αυτοί που τα χρησιμοποίησαν δίχως σύνεση, για τις αυτοκτονίες φταίνε αυτοί που θεοποίησαν την κατανάλωση και τώρα δεν μπορούν να αντέξουν τη φτώχεια, για το νέφος απ’ τα τζάκια φταίνε αυτοί που καίνε ό,τι βρούνε για να ζεσταθούνε , για την ανεργία φταίνε οι νέοι που δεν πάνε να δουλέψουν στα χωράφια και οι μετανάστες που τους παίρνουν τις δουλειές..

Η ευθύνη μετατοπίζεται όλο και πιο κάτω. Αυτοί που κινούσαν τα νήματα της μάζας χρόνια τώρα νίπτουν τας χείρας τους.
          
  Δικαιολογημένος ο αντίλογος. « μα καλά, αυτός ο λαός δεν έχει ευθύνη;»
Έχει , όση ευθύνη έχει το παιδί που δεν ενηλικιώνεται ποτέ ,γιατί δεν το άφησαν να ενηλικιωθεί οι γονείς του, γονείς ανεύθυνοι, ασυνεπείς ,γεμάτοι αντιφάσεις . Η ευθύνη του λαού είναι ότι ακόμη και τώρα που όλοι οι μύθοι διαλύονται, εξακολουθεί να τρώει το παραμύθι. Τον μύθο περί συλλογικής ενοχής τον έχει χάψει κανονικά. Μόνο που και πάλι τη δική του την ευθύνη δεν τη βλέπει. Γι’ αυτόν ένοχος είναι πια ο διπλανός του, είτε αυτός είναι ο δημόσιος υπάλληλος που δεν απολύεται , είτε ο μετανάστης που δεν απελαύνεται .Η καχυποψία έχει ριζώσει μέσα του και η οργή του στρέφεται πια αδιάκριτα προς όλους.
          
  Γι’ αυτό κι αισθάνομαι θλίψη, όταν ακούω εφήβους να μιλούν με εμπάθεια για τον Έλληνα που δεν έχει πια φιλότιμο, που νοιάζεται μόνο για την πάρτη του, που δεν πιστεύει σε τίποτε πια. Αισθάνομαι θλίψη, όταν τους ρωτώ για τα όνειρά τους και με κοιτούν με βλέμμα σκοτεινό και σωπαίνουν .
            Το βλέμμα τους τα λέει όλα. Μιλάει για έναν λαό που δεν τολμά να ονειρευτεί. Κι ένας λαός που δεν τολμά να ονειρευτεί, ένας λαός που φοβάται να κοιτάξει τον εαυτό του κατάματα και να υπερασπιστεί τις ιδιαιτερότητές του, ένας λαός που περιμένει απ’ τους ξένους να του πουν πώς να ζήσει ,είναι ραγιάς.
Η συναίσθηση της ατομικής ευθύνης και η αυτοκριτική είναι θεμέλια της δημοκρατίας. Άλλο όμως αυτοκριτική και άλλο ηττοπάθεια και ραγιαδισμός ,άλλο ευθύνη και άλλο ενοχή.

Ο ενοχικός λαός σκύβει το κεφάλι και υποτάσσεται. Ο υπεύθυνος λαός αγωνίζεται μέσα από την καθημερινότητά του ν’ αλλάξει ό,τι γύρω του βλέπει σάπιο.

Και τώρα πια υποψιάζομαι πως θέλουν να μας πείσουν όλους πως είμαστε σάπιοι, για να μπορέσουν πιο εύκολα να μας υποτάξουν. Κι εδώ ευθύνη έχουμε την κατηγορία να τους την πετάξουμε στα μούτρα και μέσα από τη στάση ζωής μας να φωνάξουμε: « όχι!  τη δική σας σάπια σκέψη εγώ δε θα τη χρεωθώ !!»