Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Ποιήματα - Ειρήνη Παραδεισανού

paradeisanou28.jpg

φωτό: Μ. Τσιράκου
 
Μικρή Ινδιάνα


Ο άνεμος σε κράτησε βαθιά βαθιά στην εικόνα του παιδιού
κι εσύ με βία πάλευες να αποσχιστείς
από την όψη του


πες μου εσύ
μικρή μου ινδιάνα
εσύ που έπλεξες τα ξανθά σου χέρια στην πληγή μου
τόσο βαθιά
που δεν ένιωθα πια τίποτα στο βάθος

άναρχη μου εσύ φειδωλή σε κραυγές Ινδιάνα
με είχες τότε φιλήσει στο κέντρο του μετώπου
είχες συριστικά ακουμπήσει επάνω μου
τη δίψα σου

κι έρχεσαι τώρα
μονάχα στο πέπλο της νύχτας
σχίζεις στα δυο τη φωνή της σκέψης που σαλεύει στα κάλπικα λόγια μου

με καρφώνεις ξανά και ξανά με ασθματικά τραγούδια

τη γραμμή τη γραμμή ποιος θα σπάσει
την ευθεία που γράφει νυχτέρια στο χωμάτινο δείχτη

μικρή μου Ινδιάνα

μια κραυγή ο φθόγγος της γης κι εμείς κουρταλούμε παράφωνα.


Άτιτλο Ι


Ο άγνωστος φόβος
αυτό το φίδι που σέρνεται στην όψη σου
και τη σμιλεύει.

Οι ουρανοί ανοίξαν κείνο το απόγευμα. Έβρεξε για δέκα λεπτά με βία. Τρέχαν ποτάμια οι δρόμοι. Τα μάτια του παιδιού είχαν ένα χρώμα ανεξιχνίαστο. Στεκόταν στη βροχή πετρωμένο με τα χέρια κλαδάκια σπασμένα στα πλευρά του. Στα μαλλιά του αναδεύονταν τα πουλιά. Και κράταγε στα μάτια του σίδερο. Πνιγμένο κλάμα η φωνή του.


Άτιτλο ΙΙ


Ποιήματα σκάρτα σαλεύαν στα μάτια μου
απλώναν κλαδιά και με πνίγαν
κι εγώ χωμάτινο σκαρί στα δόντια άπλωνα
κοίταζα με τα φίδια της όψης μου όλους τους γύρω

ελάτε κοντά μου ανθρωπάκια να φτύσετε
αγγίξτε με πάλι με την φτηνή ρητορική σας
ουρλιάξτε στ' αφτιά μου το άγονο δάκρυ σας
σας έχω ένα νέο
κανείς δε νοιάζεται αν ζείτε αν πεθάνατε
μικρά μου αθώα πεινασμένα για χάδια ανθρωπάκια
απλώστε τις αθώες σας μουσουδίτσες να τις φιλήσω

αχχχχχχχχχ

μην γελάτε
και
προπάντων
μην κολακεύεστε

είμαι κι εγώ σαν όλους τους άλλους ψεύτες που σας πλησίασαν

μονάχα που μιλώ
σα λύκος
κι εσείς
δεν ξέρετε καθόλου από παραμύθια
ειδικά απ' αυτά που ο λύκος γίνεται πρόβατο στο τέλος σαρκοφάγο.

Ή μήπως ξέρετε;

Συγχωρήστε μου την έπαρση.

Είμαι κι εγώ ένας από σας.
Κι αν σας μιλώ με παραμύθια πεθαμένα
είναι που

θα 'θελα τόσο ν' ανασταίνονταν τα κοιμισμένα δέντρα
να φύτευαν ξανά καρπούς στη γη μας
και τα νεκρά παιδιά
να μου άπλωναν το χέρι
να πέταγαν τα διαμάντια του γέλιου τους στα κουρασμένα αφτιά του Θεού
που αποκοιμήθηκε μακάριος
να 'βλεπα τα γιγάντια χέρια του να σύναζαν τα σύννεφα πάνω από την όψη μου
και να 'βρεχε ανήλεα στα θλιμμένα στάχυα των χεριών μου
να τ’ άπλωνα μετά για να στεγνώσουν στο χωράφι του ήλιου

ωωωωωωωω

πόσο καιρό μαστίγωνα τα λόγια αυτά να μη βγουν από το βλάσφημο στόμα μου

μα

τα μηλίγγια μου με εκδικούνται σήμερα
Και
εξαπέλυσαν ριπές
το φλύαρο στόμφο τους.


Η Ειρήνη Παραδεισανού έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Ρητορική ένδεια (εκδόσεις Vakxikon.gr 2013). Zει κι εργάζεται στο Ηράκλειο της Κρήτης.
 
       
..
πρώτη δημοσίευση στο αγαπημένο Βακχικόνhttp://www.facebook.com/l.php?u=http%3A%2F%2Fwww.vakxikon.gr%2Fcontent%2Fview%2F2157%2F11422%2F&h=JAQEcAeor

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Ειρήνη Παραδεισανού: "Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών"




Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών
«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.
Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.
Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.
Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.
Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».

Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.
Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;
Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων. Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.
Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»
(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)
Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».
Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

Ειρήνη Παραδεισανού



(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)
 
πρώτη δημοσίευση : Ποιητικός Πυρήνας Βέροιας

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Ζώνη πυρός

Πέρασα το Σαββατοκύριακο παρέα με τον πόνο και τις λέξεις. Τον πόνο στη μέση που με καθήλωσε σε καθεστώς ανημπόριας και τις λέξεις του καινούριου βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη « Ζώνη πυρός» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Για τον πόνο δεν υπάρχει τρόπος να μιλήσει κανείς. Είναι ένα τούνελ σκοτεινό και μέσα κει βαδίζεις μονάχος. Έχω συνηθίσει στη μοναξιά του πόνου. Κι έχω βρει τους πιο ωραίους συνταξιδιώτες σ’ αυτό το σκοτεινό τούνελ: τα βιβλία.
Οι λέξεις του Παναγιώτη με συντρόφευσαν σε στιγμές πόνου. Και με παρηγόρησαν.
Τα δεκαοχτώ διηγήματα του βιβλίου τα διάβασα και τα ξαναδιάβασα. Και κάθε φορά με άφηναν με ένα χαμόγελο μισάνοιχτο, το χαμόγελο της συνενοχής, της αίσθησης πως δεν είμαι μόνη.
Οι λέξεις του σε ακολουθούν, σε στοιχειώνουν. Απαντήσεις δε δίνουν. Θέτουν ερωτήματα. Και μιλούν. Απευθείας στην καρδιά. Σε λαβώνουν. Όπως οτιδήποτε αληθινό. Οτιδήποτε γράφτηκε από ανάγκη.
ixnilasies.blogspot.com|Από Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

ο αστείος άνθρωπος



« Το ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως με είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ την σοβαρότητα.
                Ας εξηγηθώ καλλίτερα. Με αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης΄ δηλ. ½ ώρα , ή μια ώρα, ή δυο ή τρεις ώρες σοβαρότητα την ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα  σοβαρότητα.
                Άλλως με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια , το χαμπαγκάρισμα.
                Αλλά δεν κάνει.
Δυσκολεύει τες δουλειές.
                Διότι ως επί το πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα , σέρια ζωωδώς΄ πού να αστειευθούν΄ αφού δεν καταλαμβάνουν. Τα σέρια τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός .Όλα τα πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για την αγραμματοσύνη τους και για την κουταμάρα τους , γι’ αυτό σαν βόδια και σαν πρόβατα ( τα ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες ) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης.
                Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται , τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπόψην σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν.
                Γι’ αυτό κι εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως με διευκολύνει τες υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ. »
                                                                                       26-10-1908

Το κείμενο αυτό από το αρχείο του Καβάφη , νομίζω, εξηγεί από πού προέκυψε η ανάγκη του Αλεξανδρινού να  υιοθετήσει αυτό το παιγνιώδες ύφος στα ποιήματά του.
«Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ». Στους πολλούς όμως καταγίνεται ο ποιητής να παρουσιάζει « σοβαρήν όψιν» γιατί « μεγάλως τον διευκολύνει στις υποθέσεις του».
Ποιοι είναι αυτοί οι πολλοί; Ποιοι είναι αυτοί που ο Καβάφης αποκαλεί                      « ζευζέκηδες και αμαθείς»; Οι σοβαροί.
Στον αντίποδα στέκει ο αστείος άνθρωπος που « γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπόψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν».
Ο ίδιος όμως ο Καβάφης μέσα του αισθάνεται ένας αστείος άνθρωπος , που ντύνεται τον μανδύα της σοβαρότητας γιατί « ηύρε πως μεγάλως τον διευκολύνει στις υποθέσεις του.» Αυτό που του αρέσει όμως είναι «τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία».
Τα ποιήματά του είναι κι αυτά ντυμένα τη σοβαρότητα που χρειάζονται οι πολλοί.
« Εσωτερικώς όμως γελούν και αστειεύονται πολύ».
Γι’ αυτό και για να τα προσελκύσει ο αναγνώστης και να αντλήσει απ’ αυτά την οικεία ηδονή πρέπει να σκάψει μέσα τους. Να δει το δίσημο λόγο τους. Να συλλάβει την καβαφική ειρωνεία, την αντίφαση ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και το «είναι».
« Μα δεν είναι ποιητής ο Καβάφης. Πιο πολύ ρεπορτάζ των αιώνων κάνει». Λέει ο Παλαμάς.
Και ο Καβάφης στέκει πιο πάνω από όλους τους σύγχρονούς του διανοητές , φορεί το προσωπείο της ειρωνείας και γελά μέσα απ’ αυτό. Είναι σίγουρος για την αλήθεια των ποιημάτων του. Όπως και για το γεγονός ότι η κρυπτικότητα που επιλέγει θα αιφνιδιάσει τους σύγχρονούς του.
Δεν τον ενδιαφέρουν όμως οι συγκαιρινοί του. Απευθύνεται στον αναγνώστη του μέλλοντος.  Όπως  όλα τα γνήσια έργα λογοτεχνίας που στέκουν πιο πάνω από τον καιρό τους, συνδιαλέγεται και με το παρελθόν.
Κι εδώ θα προτάξω τρεις μυθιστορηματικούς ήρωες. Ο ένας έρχεται από την προεπαναστατική Ρωσία , μέσα από την ταραγμένη ψυχή του Ντοστογιέφσκι. Είναι ο Νικoλάι Σταβρόγκιν ,ο ήρωας των Δαιμονισμένων. Ο μπολιασμένος με την «ιερή μελαγχολία» που μόνο οι εκλεκτοί δοκιμάζουν και δεν την ανταλλάσσουν ποτέ με την εύκολη ικανοποίηση. Ο Σταβρόγκιν επιλέγει να εκθέσει τον αστείο άνθρωπο που εξαρχής έκρυβε μέσα του, αυτή τη φορά όμως ως ασπίδα στη σοβαροφάνεια των γελοίων ανθρώπων του κύκλου του, ως μόνο μέσο αντίστασης στην ψευτιά που τον κυκλώνει από παντού.
Ο δεύτερος είναι o Χανς Σνηρ από τις απόψεις ενός κλόουν του Χάινριχ Μπελ . Γιος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας που ζει από κοντά τη σαπίλα του ναζισμού κι επιλέγει το μόνο επάγγελμα που ταιριάζει στην αθώα ψυχή του, τον μόνο ρόλο που θα τον έφερνε κοντά στην αλήθεια του παιδιού που βίαια πήγε να σκοτώσει η σήψη του ναζισμού. Γίνεται κλόουν, ένας αστείος άνθρωπος που « γενικώς περιφρονείται και δε λαμβάνεται υπόψιν σημαντικά ».
Ο τρίτος έρχεται από τη Γαλλία. Είναι ο ήρωας στης Πτώσης του Αλμπέρ Καμύ. Ένας άνθρωπος που έχει την τόλμη να κοιτάξει κατάματα δίχως παρηγορητικές παρωπίδες την μικρότητα της ψυχής του και - ως άλλος Σταβρόγκιν- αντιστέκεται στην υποκρισία και τη σοβαροφάνεια των άλλων με το μόνο μέσο που διαθέτει. Το σαρκασμό και την ειρωνεία ,τον κυνισμό του ανθρώπου που όμως μέσα του πενθεί για το θάνατο της αθωότητας.
Ποιο είναι το νήμα που ενώνει και τους τρεις ήρωες; Αυτό που τους φέρνει τόσο κοντά στη σκέψη του Καβάφη; Η αδήριτη ανάγκη για την αλήθεια. « Τούτη η απόλυτη δολοφονία μιας αλήθεια μου’ φερνε ίλιγγο». Μονολογεί ο ήρωας στην Πτώση.
Ο Καβάφης προτάσσει την ειρωνεία ως ασπίδα στη σοβαροφάνεια των αδαών, των ανθρώπων που βουτηγμένοι στην αυταρέσκεια της κουταμάρας τους μισούν την αλήθεια. Κι απ’ αυτήν την άποψη τείνει το χέρι στον Ντοστογιέφσκι, τον Καμύ και τον Μπελ, με τον τρόπο που μόνο οι αληθινοί διανοητές ξέρουν να κάνουν.

δημοσιεύτηκε στο Fractal

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014



Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Ειρήνη Παραδεισανού, "Το ξωτικό και η τυφλή πόλη"


Σάββατο βράδυ σε κεντρικό σημείο της πόλης. Λοξά πάνω στο καπό του αυτοκινήτου ανάσκελα ένας άνδρας. Άσπρα μαλλιά, άσπρα γένια, ντυμένος αλλόκοτα, ένα πακέτο τσιγάρα μόλις να εξέχει από τη δεξιά τσέπη. Άσπρες κάλτσες, παπούτσια μαύρα, φθαρμένες σόλες. Λοξά πάνω στο καπό του παρκαρισμένου αυτοκινήτου. Ανεβοκατεβαίνει το στήθος του σαν να κοιμάται. Το δέρμα σκούρο από την υπερβολική έκθεση στον ήλιο. Μικρόσωμος, τα πόδια του δεν ακουμπούν στη γη.
Έτσι όπως κοιμάται ανάσκελα, λοξά ακουμπισμένος στο καπό του αυτοκινήτου μοιάζει με ξωτικό φερμένο από ένα παράξενο παράλληλο σύμπαν. Ένα σύμπαν όπου οι άνθρωποι βαδίζουν στους δρόμους του ήλιου συνεχώς και κάποτε αποκαμωμένοι κοιμούνται στα καπό των παρκαρισμένων αυτοκινήτων. Ξαποσταίνουν για λίγο κι έπειτα συνεχίζουν τον λαχανιασμένο δρόμο τους.
Ένα παράλληλο σύμπαν όπου δεν υπάρχουν ζεστά σπιτικά να δεχτούν το κουρασμένο σου σώμα. Μονάχα αυτοκίνητα εκτεθειμένα στην κοινή θέα. Και οι άνθρωποι τρώνε από τα σκουπίδια και ξαποσταίνουν σε χαρτόκουτες στην άκρη του δρόμου.
          
Ένας νεαρός διασχίζει το δρόμο. Βγάζει το κινητό και τραβάει το ξωτικό φωτογραφία.
Εγώ τον λέω ξωτικό. Αυτός τον λέει γέρο.
          
«Έχει την πλάκα του ο γέρος. Κοιμάται του καλού καιρού».
Με κοιτάει με το κινητό κρυμμένο πια στην τσέπη. Δε με βλέπει νομίζω. Σκέφτεται πόσα λάικ θα μαζέψει η φωτογραφία στη σελίδα του.
          
Μου ’ρχεται να του σπάσω τα μούτρα. Να πάρω το κινητό από την τσέπη του και να το τσαλαπατήσω μπροστά στην έκπληκτη μούρη του. Μου ’ρχεται να ουρλιάξω στα αφτιά του.
«Δεν είναι γέρος. Δεν το βλέπεις; Είναι ξωτικό από κάπου αλλού φερμένο. Ηλικία δεν έχει η πείνα. Δε βλέπεις κακομοίρη μου... Κοιμάται και έχει γραμμένο και σένα και μένα και τη σκατοκοινωνία όπου ζει.»
          
Μα δε λέω τίποτα.
Και γυρίζω σπίτι μου για μια ακόμη φορά με την αίσθηση του γελοίου καρφωμένη στην πλάτη. Στο παράλληλο σύμπαν μου και εγώ. Έγκλειστη. Ελπίζοντας πως για μια ακόμη φορά θα τη βολέψω όπως όπως. Θα προσπερνώ τους πεινασμένους στα φανάρια και στους κάδους. Θα προσπερνώ τα διαμελισμένα νεκρά ζώα στην άσφαλτο. Θα σφίγγω τα δόντια και θα συνεχίζω.
          
Μα είναι στιγμές που το δύσκολο είναι να συνεχίσεις να είσαι από τη θεατή πλευρά του κόσμου. Το δύσκολο είναι να ξέρεις πως κρέμεσαι από μια κλωστή και πέφτεις. Και παλεύεις να καταχωνιάσεις μέσα σου το υγρό που ανεβαίνει όλο και πιο πηχτό στα μάτια σου, στο στόμα σου. Το ξέρεις. Έχεις πια περάσει στην άλλη όχθη.



 πρώτη δημοσίευση στον ποιητικό πυρήνα
http://ppirinas.blogspot.gr/2014/10/blog-post_14.html

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Ειρήνη Παραδεισανού: "Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς βιβλία"
Σειρά: Τα blogs στο Vakxikon.gr
Αριθμός στη σειρά: 21
 
paradeisolertineo.jpg
 
 
Συνέντευξη
στην Άτη Σολέρτη
(Σοφία Αργυροπούλου)



Η Ειρήνη Παραδεισανού μπορεί να δηλώνει «παρείσακτη» πετυχαίνει όμως το αντίθετο μέσα από το αντικαθρέφτισμα της γραφής της. Κι αυτό γιατί το βλέμμα πηγάζει απ’ την ψυχή. Ιδιαίτερη περίπτωση αυτή η θέα.


Διατηρείς το http://wwwpareisakth.blogspot.gr/. Πώς προέκυψε αυτή η επιλογή της ονομασίας του blog σου;


Είχα μια δυσκολία τότε να εκθέσω το όνομά μου. Και δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να καταλήξω σ’ αυτό το ψευδώνυμο. Παρείσακτη αισθανόμουν πάντα. Δεν είναι ότι δεν έχω ανάγκη τους άλλους ανθρώπους, το αντίθετο μάλιστα. Είναι ότι με δυσκολεύει η τέχνη της επικοινωνίας, όταν αυτή καταντά ένα ανούσιο παιγνίδι χαριεντισμών και αμοιβαίων φιλοφρονήσεων. Μου φαίνεται γελοίο όλο τούτο. Οπότε απ’ αυτήν την άποψη μάλλον θα αισθάνομαι παρείσακτη μέχρι το τέλος της ζωής μου.


Τι σου «λένε» συνήθως τα βλέμματα που συναντάς;



Έχω αυτήν την ιδιοτροπία να κοιτάω τους γύρω μου κατάματα. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που δεν στρέφουν αλλού το βλέμμα όταν τους καρφώνει το δικό μου. Τα βλέμματα των παιδιών είναι τα πιο συγκινητικά, έχουν αμεσότητα και  ειλικρίνεια. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που το βλέμμα τους είναι γυάλινο ή το χειρότερο γεμάτο αυταρέσκεια. Αυτά τα βλέμματα με θυμώνουν. Όχι απλώς με θυμώνουν, με κάνουν έξαλλη. Με συγκινεί ο πόνος στο βλέμμα του άλλου. Κι όταν αυτός είναι έφηβος καρφώνεται μέσα μου και με αιχμαλωτίζει. Μπορεί να ξεχνάω τα ονόματα των μαθητών μου όσο περνούν τα χρόνια. Υπάρχουν όμως βλέμματα που δεν τα ξεχνώ ποτέ. Και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό.


«Ρητορική ένδεια» είναι ο τίτλος της πρώτης σου ποιητικής συλλογής. Γιατί επέλεξες αυτόν τον τίτλο;


Είναι ο τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής. Το ποίημα προέκυψε από ένα σχόλιο που είχα στο blog μου. Ένας επισκέπτης μου ζητούσε να του εξηγήσω ένα ποίημα. Του απάντησα πως ντρέπομαι να μιλώ για όσα έγραψα. Προτιμώ να το αφήνω μόνο του το ποίημα, αβοήθητο. Ρητορική ένδεια χαρακτηρίζει  τον ήρωα του «Έφηβου» του Ντοστογιέφσκι, όταν αναρωτιέται: «Πώς γίνεται εκείνα που λέει ένας μυαλωμένος άνθρωπος να είναι πολύ πιο ανόητα από εκείνα που μένουν μέσα του;» Όταν το διάβασα, αισθάνθηκα μια ανακούφιση, ένιωσα λιγότερο μόνη. Εννοώ μ’ αυτό πως από παιδί είχα μια αδυναμία να επικοινωνήσω με τους γύρω μου. Την ένιωθα τότε ως αναπηρία αυτήν την άρνησή μου να μοιραστώ τις σκέψεις μου. Ένιωθα πως η αίσθηση του γελοίου με ακολουθούσε και με κάρφωνε στο στήθος κάθε φορά που ξέφευγα από τη σιωπή. Σαν να μην ήμουν ποτέ ένα πρόσωπο μόνο, σαν να είχα έναν κατήγορο με υψωμένο το δάχτυλο, έτοιμο να μου φτύσει στα μούτρα την περιφρόνησή του. Κι αυτός δεν ήταν άλλος από το πρόσωπό μου παραμορφωμένο από θυμό, ένταση ή το χρώμα του πάθους που έβαφε την όψη μου κάθε φορά που έπαιρνα το λόγο. Με τα χρόνια συμφιλιώθηκα με την παραξενιά μου αυτήν. Προσπάθησα να την ξορκίσω μέσα από τα γραπτά μου.


Τι μπορεί να αποτελέσει για σένα κίνητρο γραφής;


Ο θυμός για όσα βλέπω γύρω μου από παιδί, η «ιερή μελαγχολία» όπως την έχει τόσο όμορφα ορίσει ο Ντοστογιέφσκι. Δεν παίρνω εύκολα χαρτί και μολύβι. Το κάνω μόνο όταν νιώθω πως αν δε μιλήσω θα σκάσω.


Υπάρχουν ποιητές που σε έχουν επηρεάσει; Κάποιο κίνημα ή ρεύμα;


Δεν ξέρω αν μπορώ να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση. Σίγουρα υπάρχουν ποιητές που αισθάνομαι πολύ κοντά μου. Ο Όμηρος, οι τραγικοί ποιητές, ιδιαίτερα ο Αισχύλος, ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Καρυωτάκης, ο Αναγνωστάκης μα και ο Φερνάντο Πεσσόα, η Άννα Αχμάτοβα, η Σύλβια Πλαθ. Περισσότερο όμως με έχουν μαγέψει πεζογράφοι όπως ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, o Αλμπέρ Καμύ με την «Πτώση», ο Μίλαν Κούντερα, ο Χάινριχ Μπελ με τις «Απόψεις ενός κλόουν», ο Σάλιντζερ με τον «Φύλακα στη σίκαλη», μα και ο Ντοστογιέφσκι με τους «Δαιμονισμένους» του, ο Τσέχωφ, ο Σαραμάγκου με το «Κατά Ιησού ευαγγέλιον», η Μάρω Δούκα με την «Αρχαία σκουριά». Από τότε που κατέκτησα την τέχνη της ανάγνωσης, τα λόγια των άλλων τα αποζητώ όπως ο εθισμένος τη δόση του. Το παραδέχομαι πως δεν μπορώ να ζήσω χωρίς βιβλία. Δε διαβάζω όμως μόνο ποίηση.


Συχνά παρατηρούμε στην ποίησή σου πως γίνονται αναφορές σε ήρωες από την ελληνική μυθολογία και Ιστορία γενικότερα. Πόσο μεγάλη είναι η έλξη που σου ασκεί το ιστορικό παρελθόν;



Με γοητεύει η σκέψη των αρχαίων Ελλήνων, η τόλμη που είχαν να αντικρίζουν κατάματα τη μοίρα τους, να στέκονται χωρίς αυταπάτες απέναντι στη γύμνια τους και να την υμνούν. Και θλίβομαι που η αρχαιογνωσία έχει απαξιωθεί τόσο ώστε να σέρνεται στο στόμα ανθρώπων αδαών και επηρμένων στην πλειονότητά τους. Οργίζομαι κι όταν στο όνομα της ανανέωσης η κλασική λογοτεχνία χαρακτηρίζεται απαρχαιωμένη.


Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σου φόβος;



Νομίζω ο φόβος του θανάτου των δικών μου ανθρώπων. Δεν έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα αυτής της απώλειας..


Κατά τη γνώμη μου, στην ποίησή σου διακρίνει κανείς μια γλυκιά χροιά ευαισθησίας, ειλικρίνειας και ευθύνης απέναντι στον άνθρωπο-αναγνώστη. Τι δεν θα διαπραγματευόσουν να χάσεις με τίποτα;


Το βλέμμα μου δε θέλω να χάσω. Και όση αλήθεια έχω καταφέρει να διαφυλάξω μέσα του.


Διαβάζοντας ένα ποίημά σου, στάθηκα στην ερώτηση που θέτεις: «Τι γίνεται όταν σωπαίνουν ένοχα οι λέξεις κι ό, τι κι αν γράψεις σου φαίνεται στιλέτο στην πλάτη σου;» Πότε βρίσκει πρόσφορο έδαφος η σιωπή και νικά τις λέξεις και τις πράξεις;



Δεν έχω απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Είναι κάτι που με βασανίζει συνεχώς, αυτή η αίσθηση πως φλυαρώ, πως αυτά που λέω στέκουν αδύναμα να μιλήσουν την  πέτρα που ’χω μέσα μου.


Ποια η σχέση σου με τα όνειρα και την ελπίδα;


Τα όνειρα είναι στοιχείο της ζωής μου. Θυμάμαι ακόμη όνειρα που με σημάδεψαν παιδί. Η ελπίδα τώρα είναι κάτι διαφορετικό. Δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς ελπίδα. Πώς να βαστάξουμε την αγριότητα της ζωής αλλιώς; Μα δε μιλώ για τη χαζοχαρούμενη εκδοχή της θετικής σκέψης, όχι καθόλου. Ίσα-ίσα, όταν ακούω να μου λένε «σκέψου θετικά!!» κάθε φορά που εξοργίζομαι με την απανθρωπιά, τη σκληρότητα, την αδικία που βλέπω γύρω μου, μου ’ρχεται να γελάσω σαρκαστικά. Ιδιαίτερα όταν αυτός που το λέει είναι η ενσάρκωση της υποκρισίας και της μικρότητας.


Ποια πιστεύεις πως είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που μας λέει η ζωή;


Ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη πλάνη από την απόλυτη αλήθεια. Όποιος νομίζει πως την κατέχει έχει χάσει το βλέμμα του και δεν το ’χει πάρει χαμπάρι. Όσο περνούν τα χρόνια καταλήγω και σε μια άλλη διαπίστωση, πως η μόνη αλήθεια που μπορεί ο άνθρωπος να βαστάξει είναι η ανάγκη του για αγάπη.


Ποια η γνώμη σου για τη σύγχρονη ποίηση;
Δεν ξέρω αν είμαι η κατάλληλη να απαντήσω σε μια τέτοια ερώτηση. Διαβάζω πολύ, νομίζω πως είμαι εθισμένη στις λέξεις των άλλων, μα δεν έχω μεγάλη επαφή με τη σύγχρονη λογοτεχνική πραγματικότητα. Θα ’λεγα πως είμαι κολλημένη στο παρελθόν. Οπότε μάλλον η άποψή μου δεν είναι και πολύ αντικειμενική. Με εκφράζει, ωστόσο, ο στίχος της Κατερίνας Γώγου: «Eκείνο που φοβάμαι πιο πολύ είναι μη γίνω “ποιητής”.» Νομίζω πως το διαδίκτυο και η υπερέκθεση σε αυτό ενέχει τον κίνδυνο να χάσουμε το βλέμμα μας και να καταντήσει η ποίηση οίηση, να χάσει όποια αλήθεια θα μπορούσε να κουβαλάει μέσα της.


Με αφορμή το απόσπασμα του Τσέχωφ «πόσο φριχτά προβλέψιμοι αυτοί οι άμοιροι βροτοί αιώνες παραμένουν», που έχεις αναρτήσει στο blog σου, θα ήθελα να σε ρωτήσω, πώς κρίνεις τη σύγχρονη κοινωνική και λογοτεχνική πραγματικότητα.


Μα τα είπε όλα ο Τσέχωφ. Η δουλεία του σύγχρονου ανθρώπου είναι ο εθισμός του στην αναζήτηση της ευχαρίστησης, της ευκολίας. Ο δυτικός άνθρωπος έχει θεοποιήσει τη σάχλα. «Να περνάμε καλά» είναι πια σκοπός ζωής. Κι όσο αποφεύγουμε τον πόνο, όσο φτιασιδώνουμε το πρόσωπό μας, όσο μας τρομάζει η ματαίωση, τόσο χάνουμε το βλέμμα μας. Κυνηγάμε το χρόνο, να τον γεμίσουμε με ανόητες και δίχως νόημα δραστηριότητες, μας αρκεί να έχουμε γεμάτο πορτοφόλι κι ας μην έχουμε το χρόνο ή τη διάθεση να κοιτάξουμε στα μάτια το παιδί μας. Και ήρθε η κρίση τα τελευταία χρόνια και μας απογύμνωσε. Φάνηκε ξεκάθαρα πόσο μικροί είμαστε τώρα που το πλοίο έχει μπατάρει, τα νερά μας πλησιάζουν απειλητικά κι εμείς το χαβά μας. Κλεισμένοι στο μικρόκοσμό μας, περιχαρακωμένοι στην μίζερη αλήθεια που μπορούν τα μάτια μας να βαστάξουν, φαγωνόμαστε μεταξύ μας, ενώ το φαγοπότι εκεί ψηλά συνεχίζεται. Με εξοργίζει η τυφλότητα των ανθρώπων γύρω μου, η άρνησή τους να δουν το προφανές. Επιλεκτική μνήμη, επιλεκτική ακοή, επιλεκτική όραση και από πάνω ένας θανάσιμος κυνισμός και μια εμετική εμμονή να τα βλέπουμε όλα σάπια. Έχω την τύχη-ατυχία να διδάσκω σε δημόσιο σχολείο. Βλέπω τα πρόσωπα γύρω μου κάθε χρόνο να γίνονται και πιο άγρια, πιο δυσερμήνευτα. Με ανησυχεί το βλέμμα των παιδιών, βλέμμα δυσπιστίας και αηδίας. Το χειρότερο απ’ όλα όμως είναι ο ξύλινος λόγος τους, η αδυναμία τους να μιλήσουν από καρδιάς. Λες και κάποιος τους έκλεψε την ψυχή κι έβαλε στη θέση της μια μηχανή. Ξέρω πως είναι δύσκολο να μεγαλώνεις σε μια εποχή που όλα σου δίνονται στο πιάτο, δεν υπάρχει πουθενά μυστήριο, εικόνες σε βομβαρδίζουν καθημερινά, ειδήσεις έρχονται και σε χτυπούν κατακέφαλα. Κάπου μπουχτίζεις. Λες: «παρατήστε με όλοι σας… δε θέλω πια να ακούω!» Δεν τα αδικώ τα σημερινά παιδιά. Το μόνο που θέλει ένα παιδί για να αισθανθεί ασφάλεια είναι συνέπεια. Πόσοι από εμάς έχουμε τα κότσια να είμαστε συνεπείς σε όσα διδάσκουμε;


Ποια είναι τα επόμενά σου σχέδια; Αναμένεται να εκδώσεις κάποιο βιβλίο;


Δεν σκέφτομαι κάτι τέτοιο. Να πω την αλήθεια, αν μου έλεγε κάποιος ένα χρόνο πριν ότι θα έκανα αυτό το βήμα θα γελούσα. Ας είναι καλά τα παιδιά του Vakxikon.gr. Αν δεν είχε αρχίσει η συνεργασία μας, δεν θα εξέδιδα βιβλίο ποτέ, πιστεύω.


Τέλος, θα ήθελα να σε ευχαριστήσω πολύ για τη διαδικτυακή συνομιλία, να ευχηθώ καλή επιτυχία σε ό,τι κάνεις και να σου ζητήσω να κάνεις μια ευχή!


Εγώ σε ευχαριστώ για τη συνομιλία μας. Ήταν χαρά και τιμή μου η πρόσκλησή σου. Ειλικρινά. Όσο για την ευχή, δεν ξέρω γιατί, αλλά ποτέ δεν ήμουν καλή στις ευχές. Μου είναι δύσκολο, φαίνεται, να καταλήξω μόνο σε μία. Έχω την απληστία του μικρού παιδιού που του ζητούν να διαλέξει μέσα από πλήθος παιχνιδιών το ομορφότερο. Δεν είναι εύκολη η επιλογή.

12 Απρ 2014

Ρητορική ένδεια [Ειρήνη Παραδεισανού, Vakxikon.gr 2013]

Του Κώστα Ψαράκη
Με την Ειρήνη, την ποιητική συλλογή Ρητορική ένδεια της οποίας θα σας παρουσιάσω απόψε, γνωριστήκαμε πριν από μισή ώρα. Ωστόσο με ημερομηνία Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2008 υπάρχει στο blog μου μια ανάρτηση με τίτλο: Το τραγούδι των ανέμων (http://psarakis-k.blogspot.gr/2008/10/blog-post_16.html). Σεμνότητα λοιπόν και ομορφιά, η πρώτη αλλά διαχρονική εντύπωση από την ποίηση της Ειρήνης. 

Περί ποιητικής 
Η Ειρήνη τοποθετείται εξαρχής για την ποιητική της (όχι την ποίησή της) με το πρώτο της ποίημα τη Ρητορική ένδεια. Θα μπορούσαμε να θεωρήσομε ένα φάσμα, στο οποίο τοποθετούνται οι ποιητές, ανάλογα με το πώς αισθάνονται απέναντι στα ποιήματά τους, στο ένα άκρο του οποίου είναι «ο γονέας», αυτός που γεννά, και στο άλλο ο «μάστορας», αυτός που φτιάχνει. O «μάστορας» δουλεύει το ποίημα μέχρι να το φέρει εκεί που θέλει, καθώς το αισθάνεται σαν τεχνούργημα, σαν ένα αντικείμενο που θα φύγει από τα χέρια του. Στην άλλη άκρη είναι ο «γονέας». Η μάνα που γεννά. Κάτι γονιμοποίησε την ψυχή του ποιητή και γεννήθηκε το ποίημα, με όλη την περιπέτεια της γέννησης. Από την ηδονή της σύλληψης, την διαδικασία της κύησης με όλους τους κινδύνους της πρόωρης γέννας ή της δυστοκίας, τους πόνους της γέννας αλλά προ πάντων την αίσθηση ότι έχεις να κάμεις με ένα από τα παιδιά σου. 

Ό,τι γεννήθηκε γεννήθηκε

Με μαύρα μάτια; Αυτά είναι, πώς να τα κάμεις μπλέ; Λέει η Ειρήνη: Όχι μόνο παιδιά, αλλά και ολότελα ορφανά.
  Έχω παρατηρήσει ότι οι ποιητές που αισθάνονται έτσι (γονείς) έχουν ένα πολύ πλούσιο ποιητικό σκηνικό (δεν ξέρω γιατί), τον λεγόμενο ποιητικό χώρο.

 Ο ποιητικός χώρος - Ποιητικό Σύμπαν είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο κινούνται τα δρώμενα των ποιημάτων ενός ποιητή. Αν έχει κάποιος την υπομονή, θα βρει τους «ποιητικούς τόπους» που επανέρχονται και αλληλεπικαλύπτονται στα ποιήματα και συνθέτουν κάποιες φορές μια συνολική πραγματικότητα. Το ποιητικό σύμπαν της Ειρήνης είναι ένα σκηνικό φτιαγμένο με τα υλικά του ονείρου, τα οποία έχουν τοποθετηθεί εκεί με την ελευθερία του ονείρου. (Αετοί, νύχτες, σύννεφα φωτιάς, κοχύλια, αλάτι, σχοινιά, πετράδια του βυθού, λάβα του κενού, γκρεμοί, βότσαλα μαύρα, άνεμοι, ξεραμένες λίμνες με σκιαγμένα πουλιά, ήχους, ήχους τα ουρανού, ήχους ακέραιους, ψιθύρους, βοή, ήλιους σταχτείς, πέτρινους κήπους, πέτρες που ρίζωσαν στη θάλασσα, λιοντάρια που κατέβηκαν από τα όρη…) 

Πρόσωπα
Και μέσα σ' αυτό το σκηνικό κινούνται πρόσωπα… παιδιά με αστεράτα μάτια, ο Θερσίτης απ' τ ακρογιάλια του Ομήρου, η Θέτις, ο Οδυσσέας, ο Κεβριόνης, κάποιος μοναχός με την απόκρυφη γνώση, ο Νικολάι Σταβρόγκιν από τους δαιμονισμένους, μια κοπέλα που την σκεπάζουν οι αετοί…

το ποιητικό εγώ.
 Αλλά όχι μόνο αυτοί. Όταν ονειρευόμαστε, το σκηνικό του ονείρου, που μοιάζει τόσο με το σκηνικό του ποιήματος, το φτιάχνομε εμείς οι ίδιοι, με την ίδια ελευθερία, με την ίδια ομορφιά. (Όλοι οι άνθρωποι είναι ποιητές στα όνειρά τους. Νάνος Βαλαωρίτης.) Και έχει και το όνειρο, όπως και το ποίημα πρόσωπα που κινούνται μέσα στους τόπους αυτούς, αλλά πάντα στα όνειρά μας πρωταγωνιστής είναι το ονειρικό μας εγώ ακόμα και στην έσχατη περίπτωση που είναι απλώς θεατής. Ονειρικό εγώ είναι αυτό που είμαστε μέσα στο όνειρο.

 Έγραφα κάπου αλλού: http://psarakis-k.blogspot.gr/2008/10/1.html & http://psarakis-k.blogspot.gr/2008/11/2.html). 

Στα όνειρά μας, υπάρχουν αφενός ο ονειρικός μας εαυτός, (αυτός που ονειρευόμαστε ότι είμαστε) αφετέρου η πραγματικότητα μέσα στην οποία αυτός κινείται. Το ονειρικό μας εγώ συχνά τείνουμε να το αγνοούμε και ενθυμούμενοι το όνειρο, δίδουμε έμφαση στην «πραγματικότητα» στην οποία ο ονειρικός μας εαυτός κινήθηκε, μολονότι, αυτό που είμεθα στο όνειρό μας, είναι σαφώς κάτι άλλο από τον εαυτό μας και απέχει από αυτόν, όσο απέχει η πραγματικότητα του ονείρου από την δική μας πραγματικότητα. Ονειρεύομαι για παράδειγμα ότι «είμαι παιδί» και «μπορώ να πετώ» άρα ζω την πραγματικότητα του ονείρου σαν «Πήτερ Παν» μολονότι δε χάνω ούτε στιγμή την αίσθηση της ταυτότητάς μου, όσο κι αν αυτό που είμαι στο όνειρό μου απέχει από αυτό που είμαι στη πραγματικότητα. Όπως λοιπόν εγώ «κινούμαι» στην εξωτερική πραγματικότητα του μάταιου τούτου κόσμου έτσι και ένα πολύ κοντά στον εαυτό μου κομμάτι (τόσο κοντά που να διατηρεί την αίσθηση της ταυτότητας) κινείται σε μια πραγματικότητα εσωτερική (που είναι όντως «πραγματικότητα» με την έννοια ότι αντιστέκεται στις επιθυμίες μου), η οποία όμως είναι κομμάτι του εαυτού μου, καθώς εγώ το δημιουργώ στο εκάστοτε όνειρο. 

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει κι εδώ. Στα ποιήματα της Ειρήνης , μέσα στα ονειρικά αυτά σκηνικά, υπάρχει ένα αντίστοιχο ποιητικό εγώ, μια γυναίκα, «εξαρχής ένοχη», «εύθραυστη», «εκ γενετής αλλοπαρμένη», ένας άνθρωπος που αισθάνεται αφόρητη πλήξη στην ασφάλεια, και ονειρεύεται τον κίνδυνο, που θέλει να επανασυνδεθεί με το αλάτι μέχρι να εκπνεύσει όλη την αηδία του κόσμου, που την θέλγουν οι ακατανόητοι γκρεμοί του νου, κρυμμένη στο μάτι ενός κύκλωπα, που νυσταγμένος και νωθρός κουβαλά την ψυχή της στο βαλτωμένο του βλέμμα με σύρματα κουβαριασμένα εντός της… «παρείσακτη», «συνένοχη», «μ' ένα μονίμως ιδιόρρυθμο χαμόγελο», αλλά και με μάτια γεμάτα σπασμένα πετράδια… Τα ποιήματα είναι ψυχότροπες ουσίες (όπως η ωραία ρακή που μας κέρασε η Ειρήνη). Οπου καλό είναι να μιλάς γι' αυτά, ή για τη ρακή, αλλά πρέπει να τα γευτούμε. 
Και να μας πάνε όπου είναι να μας ταξιδεύσουν.

14 Μαρ 2014


Ρητορικη ένδεια [Ειρήνη Παραδεισανού, Vakxikon.gr 2013]

Της Εύης Πανταλού

Θα αναφερθώ στην Ειρήνη και στο ποιητικό της έργο πιο πολύ ως φίλη παρά ως φιλόλογος.
 Με την Ειρήνη γνωριζόμαστε από τα φοιτητικά χρόνια και από τότε μέχρι σήμερα διατηρεί ορισμένα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν με σαφήνεια τη δημιουργική της ύπαρξη και δραστηριότητα: ένα πνεύμα ανήσυχο, με έντονες κοινωνικές και πνευματικές αναζητήσεις, ένα άτομο που αρνείται τους συμβιβασμούς και τα κοινωνικά στερεότυπα, ονειροπόλα, εκ γενετής αλλοπαρμένη ψυχή -όπως αυτοαποκαλείται στην Προσευχή-, που ισορροπεί ανάμεσα στο ιδανικό, έτσι όπως το φαντάζεται-ονειρεύεται, και στο πραγματικό, έτσι όπως το βιώνει. 

Η αίσθηση του δικαίου, είτε σε συλλογικό είτε σε ατομικό επίπεδο, και η εσωτερική ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει τον κόσμο απηχούνται ξεκάθαρα στον συναισθηματικό και ιδεολογικό πλούτο των ποιημάτων της, όπως αντίστοιχα και η προσωπική της συστολή και μετριοφροσύνη. Αν και έγραφε από παιδί, όπως έχει αναφέρει η μητέρα της, χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς της και να κάνει δειλά τα πρώτα της δημόσια βήματα, το 2008, μέσα από τον προσωπικό της ιστότοπο, Παρείσακτη, που φέρει τον τίτλο του τελευταίου από τα ποιήματα της συλλογής Ρητορική Ένδεια, μιας προσωπικής και αυτοαναφορικής μαρτυρίας του πώς νιώθει εντός της και πώς πιστεύει ότι τη βλέπουν οι γύρω της. 

Όλα αυτά τα στοιχεία συνθέτουν την προσωπικότητα και την ποιητική ματιά της Ειρήνης που αντανακλάται εύλογα τόσο στο εκπαιδευτικό της έργο όσο και στις διαπροσωπικές της σχέσεις, ως πολύτιμη φίλη και δημιουργικό μέλος αυτού του κόσμου. Κυρίως όμως αυτά τα στοιχεία συνέβαλαν στη συγκρότηση ενός πνευματικού έργου, δείγμα του οποίου αποτελεί η πρώτη της συλλογή ποιημάτων, Ρητορική Ένδεια. 

Στα ποιήματά της είναι διάχυτη η υπαρξιακή αγωνία, ο αγώνας του ανθρώπου να δώσει νόημα στη ζωή και να την ερμηνεύσει, να καταξιώσει την ύπαρξή του. Και η Ειρήνη διαθέτει το ταλέντο-ικανότητα να μετουσιώνει την εσωτερική της μάχη σε δημιουργική έκφραση, μέσα από στίχους, που άλλοτε δημιουργούν στον αναγνώστη ψυχική ένταση, άλλοτε γαληνεύουν, πάντα γεννούν τον προβληματισμό και σίγουρα αγγίζουν λεπτές χορδές της ψυχής μας, έστω κι αν το νόημα τους δεν είναι πάντα προφανές ή επιδέχεται ποικίλες ερμηνείες. Αλλά αυτό δεν είναι το συστατικό στο οποίο έγκειται η μαγεία της τέχνης; 

Το κλίμα που αντανακλάται είναι μελαγχολικό, σε αντιστοιχία με την πορεία ενός πνεύματος που δείχνει να ακροβατεί ή να παραπαίει, ορισμένες φορές, ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. 

Διαβάζοντας τα ποιήματά της, δεν μπορούμε να μην αντιληφθούμε τη βαθιά αρχαιογνωσία της δημιουργού τους, την πίστη της στη διαχρονικότητα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, καθώς είναι έντονες και συχνές οι αναφορές σε αγαπημένα σύμβολα-πρόσωπα, τα οποία βρίσκουν στέγη στο δικό της κόσμο. Όμως έντονες είναι επίσης οι αναφορές που μαρτυρούν μια γενικότερη παιδεία και καλλιέργεια, μια ευρύτητα πνεύματος, που αγγίζει τον κόσμο όλων μας. 

Κυρίως όμως, διαβάζοντας τα ποιήματα της Ειρήνης ζωντανεύουν μπροστά μας εικόνες που συνθέτουν έναν κόσμο όπου κυριαρχούν τα συναισθήματα, τα ευθύβολα βλέμματα, τα χέρια, η σιωπή, η άμμος, η θάλασσα, ο ήχος μόνο των κυμάτων.... 

Ανάγκη δεν έχω από καμιά θεά να σταλάξει το θάρρος στο βλέμμα σας 
Μιλώ σας ανθρώπινα 
Και σας κοιτώ κατάματα 
Ίσια κατάβαθα στο παιδί 
Που κάποτε άπλωνε το βλέμμα του στη θάλασσα 
Κι όλα της γης τα χελιδόνια τ’ αγκαλιάζαν (λαθρομετανάστης) 

Ήρθαν τα σύννεφα και στάξαν στα χώματα μου δροσιά 
Βαριά βαριά ακουμπήσαν την αιθέρια υφή τους στα νωθρά μου ματόκλαδα 
Και θάρρεψα πως μου μηνούσαν την ελπίδα (εύθραυστον) 

Κι ένα καράβι 
Στα σπλάχνα του τον σήκωνε 
Κατάρτι καρφώθηκε μεσίστιο 
Στα φτερωτά του λόγια που φεύγανε κυνηγημένα 
Απ’ τα μάτια του 
Και λάμπαν φλογερά 
 Στα πέρατα του μαυροσύγνεφου ορίζοντα. (πίνακας) 

Εικόνες που μοιάζουν με το κρασί, όπως παρατήρησε κάποιος επισκέπτης στον ιστότοπο της Ειρήνης. Εκείνη μας το προσφέρει απλόχερα, με πλούσια εκφραστικά μέσα, γλώσσα που χωρίς να παρουσιάζει κάποια εκζήτηση, έχει υψηλή λογοτεχνική αξία, με λέξεις ενίοτε θλιμμένες αλλά πάντα τρυφερές. Κι εμείς το πίνουμε αχόρταγα. 

Δεν είναι εύκολο να πούμε τι ακριβώς είναι η ποίηση ούτε να προσεγγίσουμε με σιγουριά την ψυχή του ποιητή, μια και όταν μιλάμε για την ψυχή είναι πάντα σαν να μιλάμε για πλάσματα απόκοσμα. Ξέρω μόνο ότι διαβάζοντας τα ποιήματα της Ειρήνης ανοίγει μια πόρτα στον κόσμο των ιδεών και των συναισθημάτων και πως μπορώ, έτσι, να σταθώ στο κατώφλι της και να στοχαστώ ή να νιώσω τι σημαίνει να μοιράζομαι τον κόσμο μαζί με τους άλλους. Γι’ αυτό ακριβώς την ευχαριστώ πολύ.

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014


Εκείνο που ξεχωρίζει τον πνευματικό άνθρωπο από τον απλό διανοούμενο, είναι η εποπτική ματιά, η επίγνωση όλων των επιπέδων κι όλων των όψεων του «αντικειμένου» του, και το να φανερώνει με παρρησία τα πάντα. Ο πνευματικός άνθρωπος μιλά «ως εξουσίαν έχων και ουχ ως οι γραμματείς». Λέει αυτό που του υπαγορεύει «το ζωντανό του σώμα», όπως λέει κι ο Σεφέρης, ο μέσα του δαίμων, ΤΩΡΑ, ΕΔΩ, και δεν περιμένει στη γωνιά, να τρέξει να σε δοξάσει κι αυτός αν σε δοξάσουν οι άλλοι ή, να τρέξει να σε σφαλιαρίσει κι αυτός αν σε σφαλιαρίσουν οι άλλοι. Γι’ αυτόν η ομολογία της αλήθειας που βιώνει είναι βιολογική ανάγκη, ηδονή χωρίς την οποία η ζωή του είναι βαρετή και ανούσια.

Γιάννης Υφαντής

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014



Χθες ένιωσα τι σημαίνει στέρηση της παιδαγωγικής ελευθερίας.

Εξετάσεις  Α’ Λυκείου στα αρχαία ελληνικά.  Με θέματα που επιλέγονται τυχαία από μια – ο Θεός να την κάνει- τράπεζα θεμάτων.

Η Θεά της τύχης επιλέγει για τα δικά μου παιδιά ένα από τα πιο δύσκολα κομμάτια του Ξενοφώντα. Ένα κείμενο που εγώ δε θα επέλεγα σεβόμενη τις ιδιαιτερότητες των μαθητών μου, εκτός κι αν με διέκριναν σαδιστικές τάσεις. Στο διπλανό σχολείο κληρώνεται ένα από τα πιο εύκολα κομμάτια του Ξενοφώντα.

Αν αυτό λέγεται αναβάθμιση της δημόσιας παιδείας , εγώ είμαι ο Πάπας .

Ξαναλέμε λοιπόν..

Αναβάθμιση της δημόσιας παιδείας είναι να βλέπεις τους μαθητές σου σαν άλογα κούρσας που προπονείς για να τερματίσουν πρώτα ,αδιαφορώντας για τις ανάγκες τους και τα όνειρά τους..

Αναβάθμιση της δημόσιας παιδείας είναι να μπαίνεις στην αίθουσα διδασκαλίας  αγχωμένος, σκυθρωπός και θυμωμένος , με ελάχιστη υπομονή και κουρελιασμένα νεύρα, γιατί η ύλη δε βγαίνει..

Γι’ αυτό εξάλλου θεσπίστηκε η τράπεζα θεμάτων. Για να διασφαλιστεί ότι όλοι εμείς οι καθηγητές θα βγάλουμε την ύλη , όπως έχει τονιστεί επανειλημμένα.

Αν εσύ αισθάνεσαι πως το πρωτεύον είναι να ξυπνήσεις το μυαλό των μαθητών σου, να τα μάθεις να σκέφτονται, λυπούμαστε .. δεν  έχουμε χρόνο για τους δικούς σου ευσεβείς πόθους. Ένα είναι το ζητούμενο: να βγει η ύλη.

Μια ύλη που ορίστηκε άνωθεν, με κριτήρια ποσοτικά , με στόχο αδιευκρίνιστο.

Το μόνο που αισθάνομαι είναι πικρία. Μια αίσθηση ότι δεν ελέγχω τίποτα από αυτά που αποφασίζονται ερήμην μου.

Η αίσθηση ότι ζω σε μια οργουελιανή πραγματικότητα όπου με δένουν χειροπόδαρα και με καθιστούν συνεργό  σε ένα έγκλημα που δε θα πάψω να καταγγέλλω.

Και για να μην παρεξηγηθώ.

Δεν υποστηρίζω ότι δε χρειάζονται αλλαγές στην παιδεία. Το ελληνικό σχολείο χρειάζεται κατεδάφιση και  χτίσιμο από την αρχή.

Κυρίως γιατί οι μαθητές μας ξεκινούν στο νηπιαγωγείο με άπειρα ερωτήματα στο κεφαλάκι τους και καταλήγουν στο Λύκειο με μια και μόνη «Είναι αυτό στην ύλη; Είναι sos

Το μυαλό τους κλειδώνεται. Δεν μπορούν να αρθρώσουν λόγο δομημένο, δεν μπορούν να καταλάβουν ένα κείμενο γραμμένο σε ωραία ελληνικά. Σαν να έχουν ένα χάος μέσα τους.

Μα το πιο τραγικό είναι ότι η γνώση γι’ αυτά καταλήγει ένα μαρτύριο. Και η άμυνά τους απέναντι σ’ αυτό είναι η μάσκα της απάθειας, της αδιαφορίας.

Μιλάω για μάσκα.

Γιατί τα παιδιά μας έχουν ακόμη τη φλόγα μέσα τους. Εγώ είχα την τύχη να την  ανακαλύψω σε πολλούς από τους μαθητές μου.
Μόνο που αυτήν τη φλόγα δεν την αξιολογεί κανένα εξεταστικό σύστημα.