Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Αγάπη σαν ακολασία, του Γιώργου Χειμωνά


"Αγάπη σαν ακολασία", του Γιώργου Χειμωνά

 
Aγάπη σαν ακολασία, ανθολόγηση κειμένων από τον Αργύρη Παλούκα, Γιώργος Χειμωνάς, εκδόσεις Κριτική 2016
Προσπαθώ να ταιριάξω στο χαρτί τα λόγια εκείνα τα τραχιά που να πρέπουν στον Γιώργο Χειμωνά.
  
“Αγάπη σαν ακολασία” από τις εκδόσεις Κριτική με εισαγωγή και επιλογή αποσπασμάτων από τον ποιητή Αργύρη Παλούκα. Σε συνέντευξη του ποιητή διαβάζω πως ήρθε σε επαφή με το έργο του Χειμωνά, όταν ο Γιάννης Κοντός του έδωσε το Μυθιστόρημα.
Η δική μου επαφή ξεκίνησε με το μεταφραστικό του έργο. Βάκχαι του Ευριπίδη σε μετάφραση Γιώργου Χειμωνά. Με είχε καθηλώσει τότε η εισαγωγή του.

“Προσέχοντας από πολύ κοντά τον τραγικό ήρωα, έχεις την αίσθηση ότι αντιστέκεται , αρνείται να παραιτηθεί – όχι ασφαλώς από την σπουδαία πράξη για την οποία είναι προορισμένος – αρνείται να παραιτηθεί από το άλγος : είναι ένας εραστής του πένθους. Αντιλαμβάνεται ότι το πένθος του έχει αρχίσει προτού συμβούν τα άδικα, τα μοιραία γεγονότα , όλα εκείνα που χρίουν τον τραγικό ήρωα ως όργανο και ταυτόχρονα θύμα μιας αποκατάστασης των πραγμάτων . Αισθάνεσαι ότι , παράλληλα με το αδιάλλακτο κίνητρο μιας έγκυρης ηθικής τάξης που νομιμοποιεί τις άκαμπτες αποφάσεις του , λειτουργεί και μια εξίσου άκαμπτη , όσο και παράδοξη , εμμονή του προς ένα πένθος.”
Πένθους εραστής ο τραγικός ήρωας. Αυτή τη βαθιά σύλληψη της τραγικής φύσης του ανθρώπου την ξαναβλέπουμε στην απόδοση του Άμλετ. Μα και σε όλα του τα έργα. Αυτό αποκαλώ εγώ φωτεινό σκοτάδι του ποιητή- πεζογράφου Γιώργου Χειμωνά.
  
Όταν λοιπόν ο Αργύρης Παλούκας και οι εκδόσεις Κριτική επιλέγουν να ξαναφέρουν στο προσκήνιο έναν τόσο σπουδαίο δημιουργό, μόνο συγχαρητήρια τους αξίζουν . Ειδικά σε μια εποχή ,όπου ξορκίζεται οτιδήποτε υπενθυμίζει στον άνθρωπο το σκοτάδι που κρύβει μέσα του. Σε μια εποχή όπου η ευκολία και η σάχλα θεοποιούνται.
  
Δεν έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο ως “ανυποψίαστος αναγνώστης” που ανακαλύπτει το έργο του Χειμωνά μέσα από αυτήν την ανθολόγηση. Και όμως. Μέσα από τη ματιά του Αργύρη Παλούκα ανακάλυψα ξανά τον σπουδαίο αυτόν ποιητή. Και γι' αυτόν θα μιλήσω. Τον Γιώργο Χειμωνά της αγάπης.

Κυρίαρχο στοιχείο σε όλα τα αποσπάσματα είναι η τριβή με τους ανθρώπους. Αναδεικνύεται η εμμονή του με τα μάτια τους, το χρώμα, την ένταση, τον τρόπο που κοιτάζουν.
“Οι άνθρωποι κρεατόμυιγες πάνω στην πληγή του κόσμου”. Οι άνθρωποι, με την άγνοιά τους για την τραγική φύση τους , σπρώχνουν τον μόνο που γνωρίζει στην απελπισία, γιατί θέλει απεγνωσμένα να συμμεριστούν τον πόνο του και τη βαθιά αγωνία του κι αυτοί τον καρφώνουν με μάτια νεκρά.
“Τα μάτια της γυαλιστερά μαύρα και μικρά δεν φαίνεται καθόλου το άσπρο. Σβηστά αλλά έχουν μιαν ανίκητη επιμονή κι ένα δάκρυσμα. Όπως το βλέμμα εκείνων που πεθαίνουν σωπαίνοντας”.
"Είναι ευπροσήγοροι και κρύβουν τη φυσική αδιαφορία τους όπως κι εγώ κρύβω την πικρή οξυδέρκεια". Μα γι' αυτό και τους αγαπά. Για την τύφλα τους, για την άρνησή τους να δουν την πληγή τους. Γίνεται ο ίδιος μια πληγή και κραυγάζει. Κραυγάζει τη μόνη αλήθεια που ξέρει βαθιά μέσα του. Πως ο μόνος τρόπος να ζήσει αληθινά ο άνθρωπος είναι η αγάπη. Μα η αγάπη χωρίς την αδήριτη ειλικρίνεια του γυμνού βλέμματος είναι ανάπηρη. Γι' αυτό και αποζητά με έναν αγωνιώδη, εφιαλτικό τρόπο την αλήθεια. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πως θα θυσιάσει την ανθρώπινη σάρκα του.
“Αγορασμένος έστεκε σε μια γωνιά. Ακίνητος κι όλη του η ζωή πιάνει λιγώτερο τόπο. Με δεξιοτεχνία εμίκραινε ο ίδιος το κορμί του. Μ' ένα κοφτήρι αμβλύ σαν φαλτέτα αλλά με κόψη αδρή. Αφαιρούσε μικρά κομμάτια από το σώμα του να γίνεται όλο μικρότερο. Εδίδασκε στο σώμα του μια νέα λειτουργία την κοπή. Με μιαν υπομονή σαν σοφία δεν έκαμνε πληγή κι ούτε έτρεχε αίμα και σαν μια στάμνα στρογγύλευε και μίκραινε το ακούμπημά του στην γη.”
Ο Γιώργος Χειμωνάς σε όλο του το έργο πενθεί για τον θάνατο των ανθρώπων, για τον θάνατο της ανθρώπινης λαχτάρας για τον άλλον άνθρωπο. Κι αυτός που  αγάπησε βαθιά κι απελπισμένα τους ανθρώπους με μιαν αγάπη σαν ακολασία, αυτήν την αγάπη βάζει μέσα στο εφιαλτικό σκηνικό των ονείρων του και τη μετουσιώνει σε λογοτεχνία. Γιατί έχει και πλήρη επίγνωση της απόστασης που τον χωρίζει απ' αυτούς, την ιερή μοναξιά που οι ποιητές έχουν προίκα. Γι' αυτό και το σκηνικό των ιστοριών του είναι τόσο σκοτεινό.
Είναι παράξενος όμως ο τρόπος που μέσα από το μαύρο καταφέρνει και εξορύσσει το φως και την ελπίδα. Το φως έρχεται από αυτόν τον έναν άνθρωπο που αρνείται να πεθάνει μέσα του και με αγωνία αποζητά τον άλλον άνθρωπο.
“Κάποιος στον κόσμο πρέπει να ξέρει την αλήθεια αλλοιώς πώς να ζήσω και μονάχα να ξέρω πως υπάρχει ένας στον κόσμο που ξέρει την αλήθεια και τι είμαι στην πραγματικότητα και ας μην τον ξανάβλεπα ποτέ πια και καλλίτερα να μην τον ξανάβλεπα αλλά θα ήταν μια παντοτινή ξεκούραση κι ατελείωτη δύναμη και θα ξάπλωνα απέναντι στο παράθυρο να βλέπω την ώρα που φεύγει το φως και σκοτεινιάζει κι οι μακρυνές καμπάνες θα μ ' έπαιρνε ο ήσυχος ύπνος και δεν χρειάζεται άλλος κόπος..”
Ο τίτλος λοιπόν που επιλέγει ο Αργύρης Παλούκας δεν είναι τυχαίος. Και αναδεικνύεται σε όλα τα αποσπάσματα. Από αυτήν την άποψη είναι και απόλυτα επιτυχημένος.
Όσο για το άλλο στοίχημα του μικρού αυτού βιβλίου, να μυήσει τον ανυποψίαστο αναγνώστη στη γλώσσα ενός δημιουργού που ελάχιστα έχει μελετηθεί, νομίζω πως ο ανθολόγος ,με την επιλογή των αποσπασμάτων, καταφέρνει να το κερδίσει.
Ίσως να τον βοήθησε και η ηθελημένα αποσπασματική φύση του έργου του Χειμωνά. Ο Χειμωνάς αντιστέκεται πεισματικά στα σημεία στίξης, στον χωρισμό σε παραγράφους, στον φορμαλισμό των στείρων φιλολόγων. Στόχος του είναι να σπάσει τη λέξη. Κι επιλέγει τα σπαράγματα του λόγου του να σκάψουν  μέσα στη γλώσσα και να δώσουν με εκπληκτική ενάργεια μια εικόνη πρωτεϊκή κι ολόφωτη. Οι εικόνες εναλλάσσονται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας με ταχύτητα εκκωφαντική. Κι όμως νιώθουμε σαν να βαδίζουμε γαλήνια σε μια λίμνη παγωμένη και προσμένουμε τη ρωγμή απ' όπου θα ξεπηδήσει η πρώτη εικόνα, γροθιά στην ψυχή μας και θα μας ανοίξει τα μάτια.
“Η λογοτεχνική κριτική πρέπει να γεννιέται από ένα χρέος αγάπης” γράφει ο Τζωρτζ Στάινερ. Κι ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα όπως η ανθολόγηση του έργου ενός σπουδαίου ποιητή δεν μπορεί παρά να είναι έργο αγάπης.
Ειρήνη Παραδεισανού



πρώτη δημοσίευση στο Βακχικόν
http://www.vakxikon.gr/%ce%b1%ce%b3%ce%b1%cf%80%ce%ae-%cf%83%ce%b1%ce%bd-%ce%b1%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%ac%cf%83%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%85-%cf%87%ce%b5%ce%b9%ce%bc%cf%8e%ce%bd/

αναδημοσίευση στο Artinews
http://www.artinews.gr/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CF%89%CE%BD%CE%AC%CF%82

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

...

Κάποτε θα καταφέρω να μιλήσω
για το κομμάτι σίδερο
που' χω καρφωμένο στα σπλάχνα
για το μέταλλο που σπρώχνει το μεδούλι
στις δυο χαράδρες
δεξιά κι αριστερά στους κροτάφους
και δεν αφήνει τα μάτια να δουν τίποτα
πέρα απ' το βουνό της άγριας λαχτάρας.

Μέχρι τότε
ας αρκούμαι σε ασκήσεις ύφους
που μύωπες οι ειδήμονες
θα βαφτίζουν ποιήματα.
Ω είναι ωραίο να σε λένε ποιήτρια.
Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή.
Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο.
Ανόητοι εσείς που θαρρούσατε πως θα γελάσετε το αίμα.
Μη μου δίνετε πια συγχαρητήρια.
Μονάχα πάρτε το καρφί απ' τα μάτια μου.
Κι αν δεν μπορείτε,
έστω
σταθείτε από κάτω
και
βαστάξτε τα καυτά πετράδια που μου καίνε τη γλώσσα.
( ανέκδοτο )
..
( Η φωτογραφία από τον Κώστα Αντωνιάδη )

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

βίος ανωφελής και μάταιος και βαρύς

Από χθες σκέφτομαι μια φράση από τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη.
" Εις εικόνας, εις σκηνάς και εις οράματα, της είχεν επανέλθει εις τον νουν όλος ο βίος της, ο ανωφελής και μάταιος και βαρύς."
Αυτές οι τρεις λέξεις, γραμμένες από άντρα, πασχίζουν να μιλήσουν για τον εγκλεισμό στον οποίο μια αντροκρατούμενη κοινωνία καταδίκασε "τα αδύνατα μέρη της ".
Υπάρχει μεγαλύτερη φυλακή από τις κοινωνικές συμβάσεις; Αυτές που καταδικάζουν από τη γέννησή του έναν άνθρωπο να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο μονοπάτι. Του έχουν χαράξει τον δρόμο πριν καν υπάρξει. Γεννιέται προικισμένος με όλο το πείσμα και τη γενναιότητα και την ομορφιά της ψυχής. Και του μολύνουν τη σκέψη από τα μικράτα του με το πιο αποτελεσματικό όπλο ενάντια στην ελευθερία. Τις ενοχές. Ενοχές για το σώμα του, ενοχές για τη σεξουαλικότητά του, ενοχές για την ομορφιά του, ενοχές για τον δυναμισμό του.
Μιλάω για έναν άνθρωπο.
Έναν άνθρωπο που τον καταδικάσαν να είναι αλυσοδεμένος για μια ολόκληρη ζωή. Να θέλει να φωνάξει και να μην μπορεί, "γιατί τα κορίτσια δε φωνάζουν". Να θέλει να χορέψει και να μην μπορεί " γιατί τα κορίτσια δεν προκαλούν". Να θέλει να σπουδάσει και να μην μπορεί " γιατί τα κορίτσια παντρεύονται νωρίς". Να θέλει να φτιάξει τη ζωή του όπως αυτός ποθεί και να του κλείνουν τον δρόμο. Μονίμως να του κλείνουν τον δρόμο. Και φτάνει στο τέλος της ζωής του, αυτού του δώρου που του δόθηκε μονάχα μια φορά, να μην κουβαλά καθόλου αγάπη και φως μέσα του. Μονάχα πίκρα και θυμό για όλα τα "όχι". Για μια ζωή που του ήταν βάρος εξαρχής.
Από την εποχή του Παπαδιαμάντη , έχει περάσει ένας αιώνας . Το 1903 τη δημοσίευσε.
Όταν τη διαβάζω στην τάξη, τα κορίτσια θυμώνουν, τ΄αγόρια κρυφογελούν. Κάθε φορά που επιχειρώ να θίξω στην τάξη θέματα που αφορούν τα δύο φύλα, βλέπω πόσο δρόμο έχουμε ακόμη.
Βλέπω τη σύγχυση, τον φόβο, την αδυναμία συνεννόησης. Το αιώνιο - από την εποχή της Λυσιστράτης - θέμα. Τον πόλεμο των δύο φύλων.


http://www.artinews.gr/%CE%B2%CE%AF%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CF%89%CF%86%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B2%CE%B1%CF%81%CF%8D%CF%82

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

ανοίκεια θεάματα

Οι τραγικοί ποιητές δεν έδειχναν ποτέ τον φόνο επί σκηνής μπροστά στα μάτια των θεατών. Τα θεωρούσαν ανοίκεια θεάματα. Πίστευαν δηλαδή πως η βίαιη εικόνα δε διδάσκει. Αντίθετα, εξαχρειώνει.
Η λογοτεχνία τους ωστόσο, από τον Όμηρο μέχρι τους μεγάλους τραγικούς ποιητές ήταν μια μελέτη θανάτου. Δεν ξέρω άλλον λαό που να τόλμησε να δει κατάματα τη γύμνια του ανθρώπου μπροστά στο αμετάκλητο του θανάτου .
Κι αυτή η επίγνωση του ανεπίστρεπτου τον ατσάλωσε με πείσμα να δώσει στο “τώρα” όσα μπορεί. Με ακεραιότητα και ήθος. Μια μικρή λεξούλα γύρω από την οποία έφτιαξε μια ολάκερη ζωή με πείσμα και αγώνα . Αιδώς.
Και βλέπω τον άνθρωπο σήμερα.
Μοιάζει μικρή κουκίδα σε μια γιγάντια οθόνη με σκηνές που εναλλάσσονται. Φρίκη , διαμελισμένα πτώματα, αίμα, σεξ, χάχανα, λάσπη, χαζοχαρούμενα αστεία, φρίκη. Μια ατάραχη λίμνη καμωμένη από εικόνες. Κι ο άνθρωπος ανήμπορος να κολυμπήσει. Και ποιος θα τον πάρει από κει; Ποιος θα τον τραβήξει έξω, να τον κάνει άνθρωπο φτιαγμένο από πηλό κι ανάσα; Το χνώτο του ψάχνει να βρει χαμένος στα τεχνητά αρώματα. Το δέρμα του το διάφανο να ανακαλύψει . Την ακοή του. Την εσωτερική όραση. Να μάθει να βλέπει.
Ή μήπως δεν ψάχνει πια; Με φρίκη αναλογίζομαι αυτό το μήπως.

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

η ποίηση είναι μια πράξη γενναιότητας

Υπήρξε μια εποχή στη ζωή μου που οι άνθρωποι με τρόμαζαν. Έστεκα σιωπηλά αμήχανη στα λόγια των άλλων, στη γεμάτη αυτοπεποίθηση ορθωμένη ράχη τους, στα βέλη των ματιών τους. Η συναίσθηση του γελοίου με ακολουθούσε σα δεύτερο δέρμα. Ήταν η φυλακή που ύψωνε γύρω μου τείχη γυάλινα. Μόνη μου διέξοδος τα βιβλία και οι λογοτεχνικοί ήρωες. Ο Δαβίδ Κόπερφιλντ στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, ο Μίσκιν του Ντοστογιέφσκι αργότερα και τόσοι άλλοι. Μου φαίνονταν τόσο πιο γήινοι από όλους αυτούς τους ανθρώπους που συνωθούνταν γύρω μου, που τώρα νιώθω πως πέρασα όλα μου τα παιδικά και εφηβικά χρόνια κρυμμένη σε ένα σύννεφο καμωμένο από τις λέξεις ανθρώπων που είχαν φύγει καιρό απ' αυτήν τη ζωή. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που καταλαβαίνω τι κρύβεται πίσω από τη σιωπή κάποιων μαθητών. Είναι αυτή η αίσθηση της αλληλεγγύης προς τα βλέμματα των μαθητών μου που ζουν και μιαν άλλη ζωή παράλληλα με αυτήν τη γήινη. Είναι τα παιδιά τα χωμένα στον κόσμο της λογοτεχνίας.
Κι ενώ οι λέξεις των άλλων με φυλακίσαν στα σύννεφα, ήταν οι δικές μου οι λέξεις που μου άνοιξαν τον δρόμο προς τους άλλους ανθρώπους.
Δεν το' νιωθα στην αρχή. Γι' αυτό και δημοσίευα με ψευδώνυμο. Γι' αυτό και είχα διαλέξει το " παρείσακτη" να ονοματίσω ο μπλογκ μου. Από τότε όμως έχουν περάσει εννιά χρόνια και δύο βιβλία ποίησης .

" Η ποίηση είναι μια πράξη εμπιστοσύνης ". Είχε πει ο Σεφέρης. Και γενναιότητας. Θα προσθέσω εγώ. Θέλει γενναιότητα να ξεπεράσεις την αρχική αίσθηση του γελοίου και να θελήσεις να σμίξεις με τους άλλους ανθρώπους.Να τους αγαπήσεις παρ' όλες τις πληγές τους. Ή μάλλον ακριβώς για τις πληγές τους. Και να τους δείξεις μέσα από τις λέξεις σου πως είσαι κι εσύ εκεί, καρφωμένος στον ίδιο βράχο μ' αυτούς, με τον ίδιο αετό να σου τρώει το συκώτι. Μα δεν πειράζει.
Αυτό το " δεν πειράζει..ησύχασε " είναι το ποίημα. Αυτό το παρηγορητικό χτύπημα στον ώμο. Για να το δώσει ο ποιητής οφείλει να σπάσει το κέλυφος της υπεροψίας που τον συντρόφευε από τη γέννησή του. Να σκύψει μέσα του και να συντριβεί. Να μη φοβηθεί να γίνει χίλια κομμάτια. Κι αυτά τα κομμάτια να βάλει στις λέξεις του και να τις προσφέρει στους άλλους ανθρώπους

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

αιώνια φλέβα

Στην προτροπή των φίλων μου να γράψω επιτέλους πεζό, συνήθως χαμογελώ με αμηχανία. Δεν ξέρω τι να τους πω, πέρα από το τετριμμένο.
" Οποτε μου΄ρχεται να γράψω, μου βγαίνουν ποιήματα."
Για καιρό δίσταζα να τα χαρακτηρίσω ποιήματα.
Το΄ξερα πως το ποίημα σκάβει. Αν δεν τα καταφέρει να σκάψει, δεν είναι ποίημα.
Σκάβει στην πέτρα για να βρει την αιώνια φλέβα.
Διάβαζα και ακόμη διαβάζω πεζογραφία, γιατί έχω ανάγκη να νιώσω τους συνομήλικούς μου σ΄αυτήν την πέτρα,που καρφωμένοι μοιάζουμε τόσο γελοίοι κι αβοήθητοι και μόνοι.
Μα αποζητώ την αιώνια φλέβα.
Αυτήν τη στιγμιαία έκλαμψη από έναν κόσμο που δεν μπορεί παρά να υπάρχει.
Σταγόνες απ΄αυτήν την αιώνια φλέβα είναι τα ποιήματα.
Για καιρό πίστευα πως η ιερή μελαγχολία είναι η φλέβα από την οποία αναβλύζουν οι εικόνες που γεννούν το ποίημα.
Τώρα όμως το ξέρω πως ο ποιητής είναι το μόνο αισιόδοξο πλάσμα σ΄αυτήν τη γη.
Αλλά με τη στέρεα αισιοδοξία αυτού που γνωρίζει. Βρίσκεται δεμένος στην Καύκασο, καρφωμένος στον αιώνιο βράχο. Κι όταν έρχεται ο Ηρακλής να τον λύσει, τον διώχνει με ορμή. Γιατί δε θέλει να είναι ο μόνος που λύθηκε. Και το νιώθει βαθιά μέσα του πως, αν ποτέ το συκώτι του έμενε αλώβητο από τον αητό, θα στέρευαν οι εικόνες. Μα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτές. Το ξέρει πως είναι οι μόνες που έχουν νόημα σε τούτο το χάος.